Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη, Νοεμβρίου 28, 2019
Εκπομπή "ΣΤΑ ΑΚΡΑ",
προσκεκλημένη η ιστορικός Μαρία Ευθυμίου.
Αξίζει τον κόπο - κατά τη γνώμη μου - να δει κανείς ολόκληρη τη συνέντευξη.
https://webtv.ert.gr/ert1/sta-akra/20noe2019-sta-akra-maria-eythymioy/
Κουβέντες, που μόνο πνευματική και ψυχική ανάταση και αυτογνωσία μπορούν να προκαλέσουν!
Και τόνωση του πατριωτισμού και της - επί χρόνια ρακένδυτης - εθνικής μας αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας...
άμα πιά!...
Δευτέρα, Οκτωβρίου 28, 2019
Οδυσσέα Ελύτη, «Η πορεία προς το μέτωπο»
Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.
Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.
Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αερόπλανα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ’χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.
Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μάς θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους — ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ’ άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να ’ναι.
Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι. Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ’ όλες τις γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά παλιών, που ’χαν λευκάνει απ’ τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του ’97 ή του ’12, μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ’ τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και Τούρκων. Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα — έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε ίσια πάνου σ’ αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύγνεφο.
Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.
Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αερόπλανα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ’χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.
Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μάς θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους — ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ’ άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να ’ναι.
Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι. Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ’ όλες τις γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά παλιών, που ’χαν λευκάνει απ’ τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του ’97 ή του ’12, μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ’ τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και Τούρκων. Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα — έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε ίσια πάνου σ’ αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύγνεφο.
Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά, ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.
Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ' τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν’ απαντούμε, απ’ τ’ άλλο μέρος να ’ρχονται, οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι σαν ακούγανε για πού τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι. «Όι, όι, μάνα μου», «όι, όι, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που ’λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.
Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρωμούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.
Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες.
Από τη συλλογή Το Άξιον εστί (1959)
Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος, Αθήνα 2002
Ετικέτες
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,
παγκόσμια ιστορία,
Elytis,
poetes
Κυριακή, Οκτωβρίου 28, 2018
Παρασκευή, Μαΐου 11, 2018
Έκθεση στο Μουσείο της Ακρόπολης
"Ελευσίνα. Τα μεγάλα μυστήρια"
- το κείμενο έχω αντιγράψει από την έκθεση του Μουσείου -
"Η θρησκεία των Ελλήνων κατά την αρχαιότητα είχε δημόσιο
χαρακτήρα και ήταν δεμένη στενά με την πολιτική ζωή κάθε περιοχής.
Παράλληλα όμως αναπτύχθηκαν οι μυστηριακές λατρείες
ορισμένων θεών, που υπόσχονταν προσωπική ευδαιμονία στη ζωή αλλά και ευτυχία μετά
τον θάνατο.
Δίχως αμφιβολία η σημαντικότερη λατρεία αυτού του είδους
ήταν τα Μεγάλα Μυστήρια της Ελευσίνας τα οποία ήταν ανοιχτά σε όλους με
εξαίρεση τους βαρβάρους και τους φονιάδες.
Σ’ αυτά είχαν μυηθεί σπουδαίοι Αθηναίοι, ελληνιστικοί βασιλείς
, αλλά και ρωμαίοι αυτοκράτορες.
Η προετοιμασία για τη μύηση ξεκινούσε κάθε
χρόνο στην αρχή του φθινοπώρου από την Αθήνα. Τα ιερά αντικείμενα από την
Ελευσίνα φιλοξενούνταν για λίγες ημέρες στο Ελευσίνιο, κάτω από τον βράχο της Ακρόπολης.
Οι υποψήφιοι μύστες μετείχαν σε τελετή εξαγνισμού , έκαναν θυσίες κι άρχιζαν τη
νηστεία και την περισυλλογή. Την πέμπτη ημέρα σχηματιζόταν η θρησκευτική πομπή
που έφτανε το σούρουπο, αφού διένυε τα 20 χιλιόμετρα της Ιεράς Οδού, στην αυλή
έξω από το Πρόπυλο του Ιερού της Ελευσίνας.
Εκεί, μετά την προσφορά της θυσίας στις δύο θεές, οι
υποψήφιοι μύστες διέκοπταν τη νηστεία πίνοντας τον κυκεώνα, ένα μείγμα από
νερό, αλεύρι και φλισκούνι. Η τελετή της μύησης γινόταν σ’ ένα ειδικό κτήριο,
το Τελεστήριο, μία τετράγωνη αίθουσα 2.500 τετραγ. μέτρων. Στο μέσο της αίθουσας
υπήρχε ένας ναϊσκος, το Ανάκτορον, τα άγια των αγίων, στο οποίο είχε πρόσβαση
μόνο ο αρχιερέας, ο Ιεροφάντης.
Η τελετουργία περιλάμβανε τα λεγόμενα και τα δρώμενα, που ήταν αφηγήσεις και δράσεις από τα πάθη της Δήμητρας,
έως την άνοδο της Περσεφόνης από τον Άδη. Τέλος ο Ιεροφάντης αποκάλυπτε για τους
ήδη μυημένους τα Ιερά Αντικείμενα, τα δεικνύμενα,
ενώ εκείνη τη στιγμή η κατασκότεινη τεράστια αίθουσα του Τελεστηρίου γέμιζε φως
που εκπορευόταν από το Ανάκτορον.
Η τελευταία μέρα μετά τη μύηση έκλεινε με τη
σπονδή νερού από πλημοχόες, μία προς την
ανατολή και μία προς τη δύση, που συνοδεύονταν από μυστικές επικλήσεις.
Πιθανότατα ήταν ευχές για βροχή, απαραίτητη για τη νέα σπορά στις αρχές του
φθινοπώρου. Οι μύστες μετά τις τελετουργίες αισθάνονταν καθαγιασμένοι και
προσδοκούσαν τη χάρη των δύο θεών και την ευφορία των καρπών της γης.
Ο μύθος της Κόρης που χάθηκε στα έγκατα της γης και
ξαναγύρισε για να φέρει τη χαρά στη Δήμητρα κρύβει πίσω του τον μαγικό κύκλο
του σπόρου των δημητριακών που χάνεται στην υγρή γη τον χειμώνα γιά να βλαστήσει
την άνοιξη, να καρπίσει το καλοκαίρι χαρίζοντας τροφή στους ανθρώπους και να
χαθεί πάλι για να επαναλάβει την αέναη διαδρομή του.
Το 170 μΧ όμως, οι Κοστοβώκοι από τα Καρπάθια προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές που αποτυπώνονται στον «θρήνο Ελευσινιακό» του σοφιστή Αίλιου Αριστείδη . Με τη γενναιόδωρη χειρονομία του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου, το ιερό ανασυγκροτήθηκε και κράτησε άλλους δύο αιώνες έως ότου οι Γότθοι του Αλάριχου και φανατισμένοι αιρετικοί μοναχοί το 395 μ Χ, επέφεραν την οριστική καταστροφή και σιωπή αιώνων."
photos Q.L.
Αναθηματικό ανάγλυφο.
Ικέτες που προσέρχονται στη θεά Δήμητρα,
Ικέτες που προσέρχονται στη θεά Δήμητρα,
η οποία κάθεται στην "αγέλαστο πέτρα"
Δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ.
Μαρμάρινο αναθηματικό ανάγλυφο.
Η Δήμητρα καθισμένη σε περίτεχνο κάθισμα κρατάει σκήπτρο και στάχυα.
Η κόρη (Περσεφόνη) προσέρχεται προς τη μητέρα της κρατώντας δάδες.
470-450 π.Χ.
Αναθηματικό ανάγλυφο.
Το αφιέρωσε ο Ιεροφάντης Αγνούσιος στη Δήμητρα Θεσμοφόρο και την Κόρη.
Οι δύο θεές υποδέχονται τον αναθέτη.
2ος αι. μ. Χ.
Αναθηματικό ανάγλυφο.
Η Περσεφόνη ως ιέρεια, εξαγνίζει με νερό από φιάλη έναν νεαρό μύστη.
Τέλη 5ου αι. π. Χ.
Προτομή Αθηνάς που εκφύεται από μεγάλο άνθος λωτού.
Η θεά φοράει αιγίδα με γοργόνειο και κράνος αττικού τύπου.
Ρωμαϊκών χρόνων.
Αγαλματίδιο Ποσειδώνα.
Ο θεός της θάλασσας σε χαλαρή στάση
ακουμπάει το λυγισμένο πόδι σε ένα δελφίνι.
Έργο Ρωμαϊκών χρόνων, αντιγράφει πρότυπο του 4ου αι. π. Χ.
Τμήμα μαρμάρινης ανάγλυφης πλάκας.
Παριστάνεται μορφή Έρωτα σε βηματισμό με θυμιατήρι στο χέρι.
Λίγο πριν το 150 π. Χ.
Δάδα μαρμάρινη. Ο χαραγμένος στο κατώτερο τμήμα της σταυρός
οφείλεται σε μεταγενέστερη χρήση της,
στο εσωτερικό Χριστιανικού ναϊσκου της Ελευσίνας.
Ρωμαϊκών χρόνων.
έως Πέμπτη 31 Μαίου, 2018
στο Μουσείο της Ακρόπολης
Ετικέτες
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,
antiquites,
art,
athenes,
expositions,
musees
Δευτέρα, Ιουλίου 24, 2017
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
Τα 18 ΛΙΑΝΟΤΡΑΓΟΥΔΑ ΤΗΣ ΠΙΚΡΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ
1. Αναβάφτιση
Λόγια φτωχά βαφτίζονται στην πίκρα
και στο κλάημα
βγάζουν φτερά και πέτονται πουλιά
και κελαηδάνε
Και κειος ο λόγος ο κρυφός τής
λευτεριάς ο λόγος
αντίς φτερά βγάζει σπαθιά και σκίζει
τους αγέρες
2. Κουβέντα με ένα λουλούδι
Κυκλάμινο-κυκλάμινο στου βράχου τη
σχισμάδα
πού βρήκες χρώματα κι ανθείς πού
μίσχο και σαλεύεις
Μέσα στο βράχο σύναξα το γαίμα
στάλα-στάλα
μαντήλι ρόδινο έπλεξα κι ήλιο μαζεύω
τώρα
3. Καρτέρεμα
Έτσι με το καρτέρεμα μεγάλωσαν οι
νύχτες
που το τραγούδι ρίζωσε και ψήλωσε
σαν δέντρο
Κι αυτοί μες απ' τα σίδερα κι αυτοί
μακριά στα ξένα
4. Λαός
Μικρός λαός και πολεμά δίχως σπαθιά
και βόλια
για όλου του κόσμου το ψωμί το φως
και το τραγούδι
Κάτω απ' τη γλώσσα του κρατεί τους
βόγγους και τα ζήτω
κι αν κάνει πως τα τραγουδεί
ραγίζουν τα λιθάρια
5. Μνημόσυνο
Στη μια γωνιά στέκει ο παππούς στην
άλλη δέκα εγγόνια
και στο τραπέζι εννιά κεριά μπηγμένα
στο καρβέλι
Μάνες τραβάνε τα μαλλιά και τα
παιδιά σωπαίνουν
κι απ' το φεγγίτη η Λευτεριά τηρά κι
αναστενάζει
6. Αυγή
Λιόχαρη Μεγαλόχαρη της άνοιξης
αυγούλα
και που 'χει μάτια να σε ιδεί να σε
καλωσορίσει
Δυο κάρβουνα στο θυμιατό και δυο
κουκιά λιβάνι
κι ένας σταυρός από καπνιά στ'
ανώφλι της πατρίδας
7. Δε φτάνει
Σεμνός και λιγομίλητος εθαύμαζε την
πλάση
κι η σπάθα τον κεραύνωσε κι ως
λιόντας εβρυχήθη
Τώρα δε φτάνει του η φωνή δε φτάνει
του η κατάρα
για να λαλήσει το σωστό του πρέπει
καριοφίλι
8. Πράσινη μέρα
Πράσινη μέρα λιόβολη καλή πλαγιά
σπαρμένη
κουδούνια και βελάσματα μυρτιές και
παπαρούνες
Η κόρη πλέκει τα προικιά κι ο νιος
πλέκει καλάθια
και τα τραγιά γιαλό-γιαλό βοσκάνε τ'
άσπρο αλάτι
9. Συλλείτουργο
Κάτω απ' τις λεύκες συντροφιά πουλιά
και καπετάνιοι
συλλείτουργο αρχινήσανε με τον
καινούργιο Μάη
Τα φύλλα φέγγουνε κεριά στ' αλώνι
της πατρίδας
κι ένας αϊτός από ψηλά διαβάζει το
Βαγγέλιο
10. Το νερό
Του βράχου λιγοστό νερό απ' τη σιωπή
αγιασμένο
απ' το καρτέρι του πουλιού τη σκιά
της πικροδάφνης
Κρυφά το πίνει η κλεφτουριά και το
λαιμό σηκώνει
σαν το σπουργίτι και βλογά τη
φτωχομάνα Ελλάδα
11. Το κυκλάμινο
Μικρό πουλί τριανταφυλλί δεμένο με
κλωστίτσα
με τα σγουρά φτεράκια του στον ήλιο
πεταρίζει
Κι αν το τηράξεις μια φορά θα σου
χαμογελάσει
κι αν το τηράξεις δυο και τρεις θ'
αρχίσει το τραγούδι
12. Λιγνά κορίτσια
Λιγνά κορίτσια στο γιαλό μαζεύουνε
τ' αλάτι
σκυφτά πολύ, πικρά πολύ - το πέλαο
δεν το βλέπουν
Κ' ένα πανί, λευκό πανί, τους γνέφει
στο γαλάζιο
κι απ' το που δεν το αγνάντεψαν
μαυρίζει απ' τον καημό του
13. Τ' άσπρο ξωκλήσι
Τ' άσπρο ξωκλήσι στην πλαγιά
κατάγναντα στον ήλιο
πυροβολεί με το μικρό στενό παράθυρό
του
Και την καμπάνα του αψηλά στον
πλάτανο δεμένη
την εκουρντίζει ολονυχτίς για του Αη
Λαού τη σκόλη
14. Επιτύμβιο
Το παλικάρι που 'πεσε με ορθή την
κεφαλή του
δεν το σκεπάζει γης ογρή σκουλήκι
δεν τ' αγγίζει
Φτερό στη ράχη του ο σταυρός κι όλο
χυμάει τ' αψήλου
και σμίγει τους τρανούς αϊτούς και
τους χρυσούς αγγέλους
15. Εδώ το φως
Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά
σκουριά δεν πιάνει
μηδέ αλυσίδα στου Ρωμιού και στου αγεριού
το πόδι
Εδώ το φως εδώ ο γιαλός χρυσές
γαλάζιες γλώσσες
στα βράχια ελάφια πελεκάν τα σίδερα
μασάνε
16. Το χτίσιμο
Το σπίτι αυτό πώς θα χτιστεί τις
πόρτες ποιος θα βάλει
που 'ναι τα χέρια λιγοστά κι
ασήκωτες οι πέτρες
Σώπα τα χέρια στη δουλειά τρανεύουν
κι αυγαταίνουν
και μην ξεχνάς ολονυχτίς βοηθάν κι
οι αποθαμένοι
17. Ο ταμένος
Εδώ σωπαίνουν τα πουλιά σωπαίνουν κι
οι καμπάνες
σωπαίνει κι ο πικρός Ρωμιός μαζί με
τους νεκρούς του
Και απά στην πέτρα τής σιωπής τα
νύχια του ακονίζει
μονάχος κι αβοήθητος της λευτεριάς
ταμένος
18. Τη ρωμιοσύνη μην την κλαίς
Τη ρωμιοσύνη μην την κλαις εκεί που
πάει να σκύψει
με το σουγιά στο κόκκαλο με το λουρί
στο σβέρκο
Να τη πετιέται αποξαρχής κι
αντρειεύει και θεριεύει
και καμακώνει το θεριό με το καμάκι
του ήλιου.
"όποιος ξεχνάει χάνεται
ραγίζει όποιος θυμάται"
Σάββατο, Μαρτίου 25, 2017
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ
Αντιναυάρχου
ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ
ΤΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΟΣ ΤΟΥ
1821
Ιουνίου 26, Πέμπτη.
Σήμερον το
πρωί επήγαν τινά καράβια μας εις την βρύσιν του Πασά εις Πάρον διά να πάρωσιν
νερόν και έμαθον ότι εκεί είναι πανούκλα.
Ο καιρός
γαλήνη, περί τας δύο της ημέρας εκάμαμεν σενιάλο εις όλα τα πλοία να μας ακολουθήσουν
και τραβούμεν δι Ύδραν , ως αι διαταγαί τας οποίας ελάβομεν.
Περί τας 9 ½
το εσπέρας μία Γολέτα σπετζότικη έφθασεν από Ύδραν και εν αυτή ο Καπ. Ιω. Χατζή
Σταύρος με γράμματα των προκρίτων διά να τραβίξωμεν εις τα Ψαρρά δι όπου
εξεκίνησεν και ο Μιαούλης με 20 κομμάτια διά να βοηθήσωμεν των Ψαρριανών οίτινες
αντέχουσιν ακόμα. Εκάμαμεν λοιπόν πανιά δι εκεί με ακροτάτην επιθυμίαν όλων των
Καπετ και Ναυτών.
Ιουνίου 30, Δευτέρα
Εξημερόθημεν
είκοσι μίλλια αν… από το Βενέτικον της Χίου. Τραβούμεν ανοικτά με φρεσκότατον
μελτέμι, έως εις το μεσημέρι κάμνομεν βόλταις χωρίς να προχωρώμεν ποσώς. Μετά
το γεύμα ο καιρός επλάγιασε μίαν κουάρτα (11= ένδεκα Μοίρας) επήραμεν την βόλτα
κατά την Χίον. Πάλιν εστρίψαμεν προς το πέλαγος και μετά ταύτα αύθις κατά την
Χίον προς το μέρος της Βολισσό. Τα καράβια μας όλα ξεμακρυσμένα και
διεσπαρμένα.
Περί τας 10
: το εσπέρας ακούομεν μίαν κανονιάν μετ’ ολίγον άλλας δύω εύγαιναν από το μέρος
της Βολισσού, ημείς είμεθα τότε 7 α 8 μίλλια ανοικτά. Παρατηρούμεν με το
τηλεσκόπιον τρία καράβια μας να πολεμούν, αυτά ήτον η Γολέττα του Κουντουριώτη,
ο κπ : Χριστόφιλος και ένα σπετζότικον. Αυτά επολεμούσαν ένα μπρίκι τουρκικόν ,
οπού ήτον εκεί αραγμένον και εσηκώθη εις τα πανιά. Του έρριψαν τα τρία υπέρ
ταις 60 κανονιαίς με μπάλα και με μισδράλια και του έσπασαν το παρουκέτο
(Κεραίαν Δολωνίου), με το να μην του έπιπτον όμως κοντά δεν του έκαμαν μεγάλην
βλάβην. Αυτό επροχωρούσε γιαλό γιαλό ενώ εφθάσαμεν και ημείς η ώρα 11 ½ της εσπέρας. Όλα τα λοιπά καράβια εστάθησαν
οπίσω. Ημείς του ρίπτομεν δύο μπατερίαις με μπάλα μισδράλια και αμέσως οι
τούρκοι άρχισαν να ρίπτουν τα λάφυρα όπου είχον πάρη από Ψαρρά, εις την
θάλασσαν, και άλλα άρχησαν να τα καίουν, συγχρόνως εδιαφεντεύοντο με σισανέδαις
όπου έφθανον πολλά κοντά μας, ημείς διώκοντες το με συνεχή φωτιάν ηναγκάσθησαν
να ριφθή εις τα ρυχά, κατά τα παράλια της Βολισό. Τότε ο Αντιναύαρχος διά να μη
περιορίση την προσοχήν όλου του στόλου εις αυτό και ούτω ελείπομεν από του να
υπάγη εις Ψαρρά όσον τάχος, και να μάθωμεν τι ακολουθεί εκεί, προβλέποντες ότι
αυτό το λάφυρον ήθελε μας φέρη μάλλον βλάβην παρά ωφέλειαν εις την Μαρκαρέντζα
(Ναυτικόν ) , καθ’ως και διά το ότι ενύκτιασεν, απεφασίσαμεν να το παρατήση και
να κρατήση τον δρόμον μας.
Περί τα
μεσάνυκτα είδομεν ένα πλοίον ζητόν να εμβή εις τον λιμένα των Ψαρρών και
εμποδίσθη από την πολιτείαν με δύο κανονιαίς . Όλα τα συμπτώματα μας επρομήνυον
τον τέλειον αφανισμόν των Ψαρρών.
Ιουλίου 1, Τρίτη
Προς τα
ξημερώματα ευρέθημεν έξω από τα Ψαρρά.
Ο κπ :
Κιοσές ήλθε και μας λέγει ότι επήγεν και απέρασεν κάτωθεν του Κάστρου, ύψωσε
την Ελληνικήν σημαίαν, πλην δεν του ανταπεκρίθησαν, μάλιστα ότι είδε ταις
ντάπιαις του Κάστρου κρημνισμέναις από το ένα μέρος και συμπεραίνων ότι οι
Τούρκοι εκυρίευσαν και το Κάστρο. Μετ’ ου πολύ, βλέπομεν τας ερυθράς σημαίας
καθ’ όλην την πολιτείαν και τον λιμένα όπου ένα Κότερ απερνώντας από το πλάγι μας
χωρίς σημαίαν εζητούσε να εμβή μέσα εις την πολιτείαν, του φωνάζωμεν να σταθή
και δεν θέλει. Του ρίπτομεν μίαν τουφεκιάν ούτε, γυρίζομεν κατ’ επάνω του με το
πλοίον μας και τον εζώσαμεν ώστε δεν ημπορούσε να φύγη, τότε εγνωρίσαμεν ότι
ήτο φορτωμένον Τούρκους οίτινες άρχισαν να μας βολίζουν, οι συντροφοναύται μας με
τα άρματα εις τας χείρας τρέχουσιν εις την πλώραν, τότε το Κότερ ήτον ήδη
κολλυμένον και εμπερδευμένον εις ταις αντέναις του πομπρέσου μας. Οι ναύται μας
ρίπτονται κατά των Τούρκων, αυτοί τους πολεμούν με πιστόλαις, και αφ’ ου
εσκοτόθησαν 6. α 8 τούρκοι από ημάς, οι λοιποί οι μεν ερρίφθησαν εις την
θάλασσαν, οι δε, εκλήσθησαν εις το αμπάρι.
…………………………………………………………………………….
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ
ΚΟΥΣΟΥΛΙΝΟΥ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ
- Παρά
τω ναώ των Αγίων Θεοδώρων –
1890
Βιβλιοπωλείον Διονυσίου Καραβία
Αθήνα MCMXCIV
Ετικέτες
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
Παρασκευή, Οκτωβρίου 28, 2016
Απόσπασμα Αυθεντικής Μαρτυρίας
για την ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
από
το βιβλίο του Δημήτρη ( Μίμη ) Δημητριάδη
“1940 – 1945
ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ”
Σελ.
24 – 27
Η ΕΙΣΒΟΛΗ
Έτσι
κύλησε ο καιρός μέχρι την 20η
Μαϊου 1941.
Το πρωί ξυπνήσαμε κανονικά, φάγαμε και ξεκινήσαμε για τις ασκήσεις.
Δεν φανταζόμαστε, ούτε κανένα σημάδι ούτε ψίθυρος έστω προειδοποιούσε ότι θα
ερχόταν εντός της ημέρας ο πόλεμος
και ο θάνατος και στην Κρήτη.
Γυρίσαμε
το μεσημέρι στις 12 για φαγητό. Είχε αρχίσει ήδη ένας βομβαρδισμός του αεροδρομίου
και του λιμανιού της πόλης του Ηρακλείου , αλλά δεν δώσαμε σημασία, διότι
σχεδόν κάθε μέρα γίνονταν βομβαρδισμοί. Ο βομβαρδισμός όμως της ημέρας εκείνης
δεν έλεγε να σταματήσει. Μας έκανε εντύπωση η σφοδρότητα και η διάρκεια του βομβαρδισμού
αυτού. Μετά το φαγητό, καλυφθήκαμε κάτω από τα δέντρα και περιμέναμε με
ανησυχία. Ειδοποιηθήκαμε να είμαστε σε επιφυλακή, με τα όπλα στα χέρια.
Στις
4 η ώρα ξαφνικά σταμάτησε ο βομβαρδισμός. Ησυχία επικράτησε, όχι όμως για πολύ.
Σε λίγο έφτασε τρέχοντας από το Ηράκλειο ο υπολοχαγός μας με το περίστροφο στο
χέρι. Κατάκοπος μας ανήγγειλε ότι άρχισε η επίθεση των Γερμανών. Το μόνο που μας
είπε ήταν οι φήμες που κυκλοφορούσαν ότι οι Γερμανοί, για παραπλάνηση θα
φορούσαν εγγλέζικες στολές (μούσι
αποδείχτηκε) και έτσι μας διέταξε να βγάλουμε τα χιτώνια. Μείναμε με τη φανέλα.
Υπέθεσα
ότι η επίθεση θα γινόταν από θαλάσσης.
Πέσαμε μέσα στα χαρακώματα και
περιμέναμε με το δάκτυλο στη σκανδάλη. Από μακριά ακούγονταν ένας βαθύς,
συνεχής βόμβος που όσο πήγαινε δυνάμωνε και σε λίγο ήταν εκκωφαντικός. Ξαφνικά
φάνηκαν στον ουρανό από πάνω μας πλήθος αεροπλάνα, όχι βομβαρδιστικά στούκας,
αλλά μεγάλα επιβατικά, που στην ουρά είχαν ένα πολυβόλο. Άνοιξαν τις πόρτες και
άρχισαν να πέφτουν από τον ουρανό πολύχρωμα αλεξίπτωτα με Γερμανούς στρατιώτες
πάνοπλους, επίσης δέματα, προφανώς με τρόφιμα, πολεμοφόδια και υλικό
κατασκηνώσεως, καθώς και βαριά πολυβόλα και ελαφριά πυροβόλα. Τα πολυβόλα στις ουρές
των αεροπλάνων έριχναν συνεχώς για προκάλυψη των αλεξιπτωτιστών που έπεφταν.
Εκτός από τον υπολοχαγό μας, που ήταν μάλιστα έφεδρος, κανένας άλλος αξιωματικός
δεν εμφανίστηκε στη μονάδα μας. Τι έγιναν άραγε οι μόνιμοι της σχολής Ευελπίδων
; Κανείς από αυτούς δεν ήρθε στην Κρήτη ;
Σκοπός μας ήταν να μην αφήσουμε τους Γερμανούς
να συνταχτούν αλλά να μένουν σκορπισμένοι ένας – ένας, οπότε θα ήταν εύκολη η
εξουδετέρωσή τους.
Με
την απομάκρυνσή μας από το στρατόπεδο, ο λόχος μας αραίωσε, σκόρπισε και έγινε πολλές
μικρές ομάδες, χωρίς καθοδήγηση και χωρίς σκοπό και στόχο. Εγώ είχα μείνει, όχι
με τους φίλους μου, που τους έχασα, αλλά με δυό – τρείς άλλους του λόχου μου ή
και άλλου λόχου ! Όταν σουρούπωσε, βρεθήκαμε στα ριζά ενός λόφου που στην κορυφή του είχε μια εκκλησία
του προφήτη Ηλία. Ανεβήκαμε επάνω και βρήκαμε εγκατεστημένους πολλούς
στρατιώτες και μερικούς υπαξιωματικούς. Η εκκλησία ήταν αρκετά ευρύχωρη και
στην αυλή που ήταν γύρω – γύρω με τοιχάκι ήταν ένα πελώριο δέντρο με μεγάλο και
φαρδύ κορμό. Σε λίγο όμως, που ακόμη έφεγγε, ήλθε από πάνω μας ένα αεροπλάνο
και άρχισε να πετά γύρω – γύρω στον λόφο και να πυροβολεί τους στρατιώτες. Όσοι
πρόλαβαν προφυλάχτηκαν μέσα στην εκκλησία. Εγώ, για να προφυλαχθώ, έφερνα γύρω
τον χοντρό κορμό του δέντρου ! Όταν νύχτωσε για τα καλά, έφυγε το αεροπλάνο και
μετρήσαμε τους ζωντανούς και τους νεκρούς.
Αρκετοί
από τους στρατιώτες άφησαν τη ζωή τους εκεί, πάνω στον λόφο. Και ήταν όλοι
παλικάρια 20 – 21 ετών.
Αποφασίσαμε
να περάσουμε τη νύχτα εκεί. Όσο νύχτωνε, νύχτα χωρίς φεγγάρι, ακούγαμε από τον
κάμπο κάτω, που ήταν όλο αμπέλια, κραυγές πότε πουλιών, πότε ζώων, αλλά και
φωνές συνθηματικές στη γερμανική γλώσσα. Ήταν τα συνθήματα των ομάδων των
Γερμανών με σκοπό να ενωθούν οι διάσπαρτοι.
Προχώρησε η νύχτα, αλλά πού να μας πάρει ο ύπνος. Κάποια στιγμή, κατά τα
μεσάνυχτα, ακούγοντας πιο κοντά μας, κάτω από το λόφο, ομιλίες στη γερμανική
γλώσσα, ένας υπαξιωματικός αποφάσισε να στείλει μια ομάδα κάτω από τον λόφο, με
σκοπό να τους εξοντώσει. Επέλεξε τυχαίως πέντε στρατιώτες και έναν δεκανέα,
μεταξύ των οποίων και εμένα ! Έδωσε στον καθένα από δύο χειροβομβίδες.
Κατεβήκαμε προσεχτικά τον λόφο. Προχωρήσαμε προς την κατεύθυνση που ακούσαμε τις
ομιλίες μέσα στα αμπέλια. Επικρατούσε ησυχία. Και αν ήταν εκεί Γερμανοί, όσο
και αν ψάξαμε δεν βρήκαμε κανέναν.
...............................................................................................
...............................................................................................
Ετικέτες
Δημητριάδης Μίμης,
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,
auteurs
Παρασκευή, Μαΐου 27, 2016
από το βιβλίο
“1821,
Η
ΑΡΧΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ”
της
Αθηνάς Κακούρη
Αθηνάς Κακούρη
Εκδ. Πατάκη
1η έκδοση - 2013
8η έκδοση - 2015
από το Κεφάλαιο :
(* δικός μου υπότιτλος :
ΈΤΣΙ
σφυρηλατήθηκε επί αιώνες
ο
χαρακτήρας της φυλής !...)
…………………………………
Προύχοντες και
αρματολοί, εξ άλλου, είχαν επιζήσει επί πολλές γενεές χάρις στην τέχνη να
ζυγιάζουν τους καιρούς , ώστε εγκαίρως να μεταπηδούν από το ένα στρατόπεδο
στο άλλο, δηλαδή να διακρίνουν πότε ο αγώνας αποβαίνει μάταιος οπότε να
προσκυνούν, αποσπώντας ό, τι μπορούσαν , χωρίς ποτέ να δίνουν σε κανέναν την
ειλικρινή τους αφοσίωση.
Αυτό είναι το
σύστημα του υποτελούς που αρνείται να αφομοιωθεί, σύστημα αποτελεσματικό όταν
το υπέρτατο καθήκον είναι να κρατιέσαι στη ζωή για να πολεμήσεις πάλι αργότερα.
Δεν διδάσκει όμως την πίστη, τη συλλογική
ευθύνη, την αλληλεγγύη και το κέρδος που έχουν ένα ένα τα άτομα όταν
συσπειρώνονται με αυτοθυσία γύρω από έναν Αρχηγό που ενσαρκώνει την πατρίδα.
Πώς να επιτευχθεί όμως
μια τέτοια αλλαγή νοοτροπίας, όταν πατρίδα δεν υπήρχε, παρά μόνον ως όνειρο,
και στη θέση του Αρχηγού, του φυσικού προσώπου που μπορείς να το πιάσεις, να το
δεις, να το ακούσεις να σου μιλά και να σε οδηγεί , βάζεις ιδέες αφηρημένες –
το κράτος, η κυβέρνηση, η ισότητα -, ιδέες περίπλοκες , γεννημένες αλλού στη
διάρκεια αιώνων, με τελείως άλλες συνθήκες ;
Ούτε η μία ούτε η
άλλη ομάδα μπορούσε να καταλάβει γιατί δεν θα έπαιρνε το μερίδιό της από τα
λάφυρα του πολέμου (και μάλιστα τα ωραία κτήματα των Τούρκων) παρά θα τα κρατούσε
όλα για τον εαυτό του το κράτος.
Ποιος ήταν ,
δηλαδή, το κράτος ; Μήπως ήταν ο Καποδίστριας , που γύρευε να τους βάλει
χέρι ;
Τα κυριότερα πρόσωπα της αντιπολίτευσης
Η σημαντικότερη
μορφή της αντιπολίτευσης ήταν ο Μαυροκορδάτος – είχε πολλές ικανότητες, καμία
ηθική αναστολή, και έγινε εξ αρχής ο άνθρωπος των Άγγλων.
Συνδυάστηκε εύκολα
με τους Κουντουριώτηδες και αργότερα με τον Μιαούλη , σχημάτισε μέτωπο με τον
Τρικούπη , και συνεργάστηκε με τους Χιώτες εμπόρους της Σύρου και των άλλων
νησιών – σε όλους αυτούς προσέφερε πολιτική καθοδήγηση.
Τον Καποδίστρια
αντιπάθησαν πολλοί και από τους οπλαρχηγούς και από τους προύχοντες, οι
δεύτεροι συνδυάζονταν με τους πρώτους, τους οποίους μεταχειρίζονταν μέχρις ότου
τα εκτελεστικά τους όργανα ξέφευγαν από τον έλεγχό τους.
Τα αίτια είχαν
πάντοτε σχέση με απολαβές (προνόμια που καταργούνταν ή πολεμικές αποζημιώσεις
που δεν ικανοποιούνταν) τις οποίες δεν μπορούσε το φτωχό κρατικό ταμείο να
ικανοποιήσει.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)