Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα psalmoi. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα psalmoi. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Αυγούστου 01, 2018

ΨΑΛΜΟΙ ΤΩ ΔΑΥΙΔ
κατά τη Μετάφραση Ο'

17

6 ὠδῖνες ᾅδου περιεκύκλωσάν με, προέφθασάν με παγίδες θανάτου.

8 καὶ ἐσαλεύθη καὶ ἔντρομος ἐγενήθη ἡ γῆ, καὶ τὰ θεμέλια τῶν ὀρέων ἐταράχθησαν καὶ ἐσαλεύθησαν, ὅτι ὠργίσθη αὐτοῖς ὁ Θεός. 

9 ἀνέβη καπνὸς ἐν ὀργῇ αὐτοῦ καὶ πῦρ ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ καταφλεγήσεται, ἄνθρακες ἀνήφθησαν ἀπ᾿ αὐτοῦ.






Τρίτη, Απριλίου 15, 2014


Το Τροπάριο της Κασσιανής



Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή,

την σήν αισθομένη Θεότητα μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν,

οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει.

Οίμοι! λέγουσα, οτι νύξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας,

ζοφώδης τε και ασέληνος ερως της αμαρτίας.



Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων,

ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ,

κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας,

ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει.



Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας,

αποσμήξω τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις,

ων εν τω Παραδείσω Εύα το δειλινόν κρότον τοις ώσιν ηχηθείσα,

τω φόβω εκρύβη.



Αμαρτιών μου τα πλήθη

και κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει,

ψυχοσώστα Σωτήρ μου;

Μη με την σήν δούλην παρίδης,

Ο αμέτρητον έχων το έλεος.



Μετάφραση Φώτη Κόντογλου

Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,

σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα και σε άλειψε με μυρουδικά

πριν από τον ενταφιασμό σου κι έλεγε οδυρόμενη:

Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη και δίχως φεγγάρι,

η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.



Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,

εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.

Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου,

εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.



Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,

και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου

αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό, τ’ άκουσε να περπατάνε,

από το φόβο της κρύφτηκε.



Των αμαρτιών μου τα πλήθη

και των κριμάτων σου την άβυσσο, ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση,

ψυχοσώστη Σωτήρα μου;

Μην καταφρονέσης τη δούλη σου,

εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος





Κωστή Παλαμά

 

Ἡ Κασσιανή

 

Κύριε, γυναίκα ἁμαρτωλή, πολλά,
πολλά, θολά, βαριὰ τὰ κρίματά μου.
Μά, ὦ Κύριε, πῶς ἡ θεότης Σου μιλᾶ
μέσ᾿ στὴν καρδιά μου!

Κύριε, προτοῦ Σὲ κρύψ᾿ ἡ ἐντάφια γῆ
ἀπὸ τὴ δροσαυγὴ λουλούδια πῆρα
κι ἀπ᾿ τῆς λατρείας τὴν τρίσβαθη πηγὴ
Σοῦ φέρνω μύρα.

Οἶστρος μὲ σέρνει ἀκολασίας... Νυχτιά,
σκοτάδι ἀφέγγαρο, ἄναστρο μὲ ζώνει,
τὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας φωτιὰ
μὲ καίει, μὲ λιώνει.

Ἐσὺ ποὺ ἀπὸ τὰ πέλαα τὰ νερὰ
τὰ ὑψώνεις νέφη, πάρε τα, Ἔρωτά μου,
κυλᾶνε, εἶναι ποτάμια φλογερὰ
τὰ δάκρυά μου.

Γύρε σ᾿ ἐμέ. Ἡ ψυχὴ πῶς πονεῖ!
Δέξου με Ἐσὺ ποὺ δέχτηκες καὶ γείραν
ἄφραστα ὡς ἐδῶ κάτου οἱ οὐρανοί.
καὶ σάρκα ἐπῆραν.

Στ᾿ ἄχραντά Σου τὰ πόδια, βασιλιᾶ
μου Ἐσὺ θὰ πέσω καὶ θὰ στὰ φιλήσω,
καὶ μὲ τῆς κεφαλῆς μου τὰ μαλλιὰ
θὰ στὰ σφουγγίσω.

Τ᾿ ἄκουσεν ἡ Εὔα μέσ᾿ στὸ ἀποσπερνὸ
τῆς παράδεισος φῶς ν᾿ ἀντιχτυπᾶνε,
κι ἀλαφιασμένη κρύφτηκε... Πονῶ,
σῶσε, ἔλεος κάνε.

Ψυχοσῶστ᾿, οἱ ἁμαρτίες μου λαός,
Τὰ ἀξεδιάλυτα ποιὸς θὰ ξεδιαλύσῃ;
Ἀμέτρητό Σου τὸ ἔλεος, ὁ Θεός!
Ἄβυσσο ἡ κρίση.









Κυριακή, Απριλίου 13, 2014

"Ἤλθεν ὁ Σωτὴρ σήμερον, ἐπὶ τὴν πόλιν Ἱερουσαλήμ, πληρῶσαι τὴν γραφήν, καὶ πάντες ἔλαβον ἐν ταῖς χερσὶ βαΐα, τοὺς δὲ χιτῶνας ὑπεστρώννυον αὐτῷ, γινώσκοντες, ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ Θεὸς ἡμῶν"



«Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός, 
και μακάριος ο δούλος, ον ευρήσει γρηγορούντα. 
Ανάξιος δε πάλιν ον ευρήσει ραθυμούντα. 
Βλέπε ουν, ψυχή μου, μη τω ύπνω κατενεχθείς, 
ίνα μη τω θανάτω παραδοθείς και της βασιλείας έξω κλεισθείς. 
Αλλά ανάνηψον κράζουσα· 
Άγιος, Άγιος, Άγιος ει ο Θεός ημών, 
διά της Θεοτόκου ελέησον ημάς».




 «Τον νυμφώνα Σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον, 
και ένδυμα ουκ έχω, ίνα εισέλθω εν αυτώ. 
Λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής, 
Φωτοδότα, και σώσον με».







Κυριακή, Μαρτίου 16, 2014

χαιρετισμοί









Α´
Τῌ ΠΑΡΑΣΚΕΥῌ
ΤΗΣ Α´ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ


ΣΤΑΣΙΣ ΠΡΩΤΗ


Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς·

Χαῖρε, ἀστήρ ἐμφαίνων τὸν Ἥλιον·

Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι᾿ ἧς κατέβη ὁ Θεός·

Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμαράντου κλῆμα·

Χαῖρε, γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον·

Χαῖρε, ὅτι λειμῶνα τῆς τρυφῆς ἀναθάλλεις·
(Χαῖρε γιατὶ κάνεις νὰ ἀνθίσει λιβάδι πνευματικῆς ἀπόλαυσης·)




Β´
Τῌ ΠΑΡΑΣΚΕΥῌ
ΤΗΣ Β´ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

ΣΤΑΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ


Χαῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον·

Xαῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος.

Χαῖρε, ἀστέρος ἀδύτου Μήτηρ· χαῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας.

Χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν·




Γ´
Τῌ ΠΑΡΑΣΚΕΥῌ
ΤΗΣ Γ´ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

ΣΤΑΣΙΣ ΤΡΙΤΗ



Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας· χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας.

Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί· χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ᾿ οὗ σκέπονται πολλοί.

Χαῖρε, στολὴ τῶν γυμνῶν παῤῥησίας· χαῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα.
(Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ γίνεσαι στολὴ γιὰ τοὺς γυμνοὺς ἀπὸ πνευματικὴ παρρησία · χαῖρε στοργὴ ποὺ νικᾶς κάθε πόθο.)

Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα· χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα.

Χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα·
(Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἕνωσες μεταξύ τους τὰ ἀντίθετα·)

Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα· χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα.

Χαῖρε, ὅτι ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί· χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί.

Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα· χαῖρε, τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα.
(Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ διαλύεις τοὺς περίπλοκους συλλογισμοὺς καὶ σοφίες τῶν Ἀθηναίων· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ γεμίζεις τὰ δίχτυα τῶν πνευματικῶν ψαράδων.)

Χαῖρε, ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι· χαῖρε, λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων.
(Χαῖρε, πλοῖο αὐτῶν ποὺ θέλουν νὰ σωθοῦνε, χαῖρε, λιμάνι αὐτῶν ποὺ ταξιδεύουν στὸ πέλαγος τῆς ζωῆς.)




Δ´
Τῌ ΠΑΡΑΣΚΕΥῌ
ΤΗΣ Δ´ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

ΣΤΑΣΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ


Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως·

Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ Ἡλίου· χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους.

Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν· χαῖρε, ὅτι τὸν πολύῤῥητον ἀναβλύζεις ποταμόν.

Χαῖρε, λουτὴρ ἐκπλύνων συνείδησιν· χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν.
(Χαῖρε λουτήρα ποὺ ξεπλένεις τὴ συνείδηση· χαῖρε, κανάτι ποὺ κερνᾶς ἀγαλλίαση.)

Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία·
(Χαῖρε, τοῦ σώματός μου ἡ θεραπεία·)














Τετάρτη, Δεκεμβρίου 05, 2007

Εξήνθησεν η έρημος, ωσεί κρίνον, Κύριε

Χαίρε, κρίνον το ηδύπνοον παραδείσου μυστικού

χαιρετισμοί
.
Χαίρε που καταρτίζεις τα Μηναία ...
Το Κρίνο, το Τριαντάφυλλο, το Γιασεμί, ο Μενεξές,
η Πασχαλιά, ο Υάκινθος
Ελύτης
.
.
που 'χε ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο. ...
Σολωμός
.
μόνο γι' αυτό είμαι ωραία, σαν κρίνο ολάνοιχτο
Μαρία Πολυδούρη
.
Εγώ άνθος του πεδίου, κρίνον των κοιλάδων
ως κρίνον εν μέσω ακανθών,
ούτως η πλησίον μου ανά μέσον των θυγατέρων.
άσμα ασμάτων
.
Αγαλλιάσθω έρημος και ανθείτω ως κρίνον
Ησαΐας, Κεφ. λε'
.
.
.
.
*roses

Τρίτη, Δεκεμβρίου 04, 2007

κι οι γλάροι
τα γοργόφτερα πουλιά
λευκό μπαλέτο στα σκοτάδια…
.
.
Μικρό ημερολόγιο ταξιδιού
- συνέχεια
.
.
στη θάλασσα
.
.
Δευτέρα, 3 του Δεκέμβρη 2007

Χτες το απομεσήμερο, είχα ανάγκη να πάρω λίγον καθαρόν αέρα.
Φόρεσα ένα πουλόβερ μάλλινο, παντελόνι φανελένιο, ζεστά σοσόνια, τα μποτάκια με τη γούνα μέσα, κι ανέβηκα στη γέφυρα.
Είχε ήλιο κι η θάλασσα ήταν κάλμα. Λάδι. Μπονάτσα. Χάρμα να την βλέπεις, να την μυρίζεις, γλυκό αλάτι στα ρουθούνια σου…

Είμαστε κοντά σε ακτές. Έτσι, πήρα μια πολυθρόνα ξαπλωτούρα -αυτές που οι Γάλλοι ονομάζουν chaise longue-, κι αντί να την στρέψω στον θαλασσινόν ορίζοντα, την γύρισα δυτικά, να κοιτάζει στεριά.
Ο ήλιος, ίσα που είχε ξεπεράσει τη μέση του ουρανού, έλαμπε ακόμα ζεστός χειμωνιάτικος και φωτεινός.
Έβαλα άντικρυ του την πολυθρόνα μου και ξαπλώθηκα. Γύρισα το πρόσωπο, να με λούζει το φως ολόκληρη, κι έκλεισα τα μάτια. Δεν κοιμήθηκα. Απολάμβανα την ζεστασιά και την ησυχία.
Τι ωραία στιγμή χαλάρωσης ! Πόσο μου χαν λείψει τα τελευταία χρόνια, στο ρυθμό της πόλης, οι στιγμές της χαλάρωσης… Σκληρές πολύ έχουν γίνει οι μεγαλουπόλεις. Πόλεις για γερά νεύρα , γερά στομάχια κι ανθρώπους με αντοχές.
Τι καλή απόφαση πήρα να φύγω, να ταξιδέψω, σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι…και τεντώνω τα πόδια με ευχαρίστηση στην πάνινη, κάτω απ’ τον ήλιο !
Που και που ανοίγω τα μάτια. Αντίκρυ, χαμηλοί αμμόλοφοι και ακόμα πιο πίσω, πρασινάδες.
Ένας γλάρος στέκεται στο μεσαίο κατάρτι, μπροστά μου, ξάφνου βουτάει στο νερό που αστράφτει, αρπάζει με το ράμφος κάτι στο φτερό και ξανασηκώνεται προς την ακτή.
Μαζεύω στο στήθος τα πόδια, λυγίζω τα γόνατα, κι ακουμπάω πάνω το βιβλίο που ανέβασα.
Ψυχή δεν υπάρχει τέτοιαν ώρα στη γέφυρα. Έτσι, πήρα απόφαση να διαβάζω μεγαλόφωνα.
.
«Διά τον αρχιμουσικόν. Επί κρίνων..

Όλα τα ενδύματά σου ευωδιάζουν από σμύρναν και αλόην και κασίαν,
Από ελεφάντινα ανάκτορα σε ευφραίνουν έγχορδα όργανα»

Μετάφρασις των εβδομήκοντα
Σελ. 113, ψαλμός ΜΔ΄, των υιών Κορέ.
.
.

«…Συ, Κύριε,
ο οποίος θέτεις τας δοκούς των υπερώων σου εις τα ύδατα,
ο οποίος περιπατείς επί πτερύγων ανέμων,
ο οποίος κάμνεις τους ανέμους αγγελιοφόρους σου…»
.

«… εκεί είναι η θάλασσα η μεγάλη και ευρύχωρος,
όπου υπάρχουν αναρίθμητα ερπετά,
ζώα μικρά μετά μεγάλων.
Εκεί διατρέχουν τα θαλάσσια κήτη,
Ο Λευϊάθαν, τον οποίον έπλασες δια να παίζη εντός αυτής…».

Τω Δαυίδ, ψαλμός ΡΓ΄, σελ. 171

Ξάφνου έπεσε πούσι. Χαμηλώνει ο ήλιος.
Ένα θαλασσινό σύννεφο κατέβασε υγρασία, και μ’ έπιασε ρίγος.
Στ’ αμπάρι, πίσω. Στη θερμάστρα, και στα ζεστά μου σκεπάσματα.