Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανθολογία Λίνου Πολίτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανθολογία Λίνου Πολίτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Μαΐου 20, 2014

IX.





Βιβλιοθήκη Ελλήνων και ξένων συγγραφέων
.
ΛΙΝΟΥ ΠΟΛΙΤΗ Ποιητική Ανθολογία

Βιβλίο έκτο
.
Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ

Εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑ  
Σελίδες 216  
ΔΡΧ.20

Παύλος Νιρβάνας


Άλπεις

Παράδεισος απάνω μου των Άλπεων τα χιόνια
κι η λίμνη κάτω μου έρωτας με τα γλαυκά νερά της.
 
Κι εγώ, παιδί της Αττικής, της ξενιτιάς διαβάτης,
κλαίω για τα ρόδα του Υμηττού, του Κολωνού τ’ αηδόνια.




Σαπφικό παράπονο

Πίσω απ’ τον λόφο έγειρεν ερωτικά η Σελήνη,
έσβησε η πούλια στον γλαυκό της Λέσβος ελαιώνα,
και τα γλυκά μεσάνυχτα στρώνουνε γάμου κλίνη...
Ω σαπφικό παράπονον: «Εγώ καθεύδω μόνα».






Κωνσταντίνος Χατζόπουλος


Δὲ γυρεύω ξένο

Δὲ γυρεύω ξένο, δὲ ρωτάω κρυφό,
δὲ γυρεύω χάρη.
Κάτι μοῦ ῾χουν πάρει μὲς ἀπ᾿ τὴ ψυχὴ
κάτι μοῦ ῾χουν πάρει.


Καὶ δὲν ἦταν οὔτε ξωτικὰ
καὶ δὲν ἦταν χέρια
κι ἦταν ἕνα βράδυ πού ῾παιζαν θολὰ
στὸ γιαλὸ τ᾿ ἀστέρια.


Κι ἦρθε ἕνας ἀγέρας κι ἦρθ᾿ ἕνας βοριὰς
κι ἦρθ᾿ ἕνα σκοτάδι,
-ὢ ἀδερφή, χαμένο κάποιο θησαυρὸ
ποὺ θρηνοῦμ᾿ ὁμάδι.


Μὲς στὸ κῦμα ἀνοίγει δρόμο μυστικὸ
δείχνει τὸ φεγγάρι...
Κάτι μοῦ ῾χουν πάρει μὲς ἀπ᾿ τὴ ψυχή,
κάτι μοῦ ῾χουν πάρει.

 



Ἄσ᾿ τὴ βάρκα...

Ἄσ᾿ τὴ βάρκα στὸ κῦμα ὅπου θέλει νὰ τρέχει,
ἂς ὁρίζει τ᾿ ἀγέρι, τιμόνι-πανί,
τὰ φτερὰ ἅπλωσε πλέρια, ἄκρη ὁ κόσμος δὲν ἔχει,
εἶναι πι᾿ ὄμορφοι οἱ ἄγνωστοι πάντα γιαλοί,
ἡ ζωὴ μία δροσιὰ εἶναι, ἕνα κῦμα, ἂς τὸ φέρει
ὅπου θέλει τ᾿ ἀγέρι, ὅπου ξέρει τ᾿ ἀγέρι.


Ἂς ἀλλάζουν λιβάδια μὲ βράχους καὶ δάση,
γύρω ἂς φεύγουν ποῦ πύργοι, ποῦ καλύβας καπνός,
εἴτ᾿ εἰδύλλιο γελούμενο ἀπλώνετ᾿ ἡ πλάση,
εἶτ᾿ ἀντάρτες καὶ μπόρες σου κρεμᾷ ὁ οὐρανός,
μὴ θαρρεῖς τὸ πανί σου μπορεῖς νὰ βαστάξεις,
ὅπου θέλει τὸ κῦμα μαζί του θ᾿ ἀράξεις.


Τί γυρεύεις, τί θέλεις μὴ κι ἐσὺ τὸ γνωρίζεις;
Ἔχεις πιάσει ποτέ σου τὸ τί κυνηγᾷς;
Μή ῾που σπέρνεις καλὸ τὸ κακὸ δὲ θερίζεις;
Δὲ σκοντάβεις σὲ ρώτημα σ᾿ ὅτι ρωτᾷς;
Ὅτι σ᾿ ἔχει μαγέψει κι ὅτι σοῦ ῾χει γελάσει,
τό ῾χεις μόνος κερδίσει, μοναχὸς ἑτοιμάσει;


Ἄσε τότε τὸ κῦμα ὅπου θέλει νὰ σπάζει,
ἄσ᾿ τὶς ζάλες νὰ σέρνουν τυφλὰ τὴ καρδιὰ
κι ἂν τριγύρω βογγὰ κι ἂν ψηλὰ συννεφιάζει,
κάπου ὁ ἥλιος σὲ κάποιο γιαλὸ θὰ γελᾷ
κι ἂν πικρό τη ψυχή σου τὸ δάκρυ τὴ ραίνει
πάντα κάπου κρυφή, μιὰ χαρὰ τὴ προσμένει.


 
Το τραγούδι που κλαίει


(Καὶ θαμπὸ ἦρθε τὸ βράδυ)

Καὶ θαμπὸ ἦρθε τὸ βράδυ
καὶ θλιμμένο καὶ ἀχνό-
Σοῦ εἶναι ὁ πόνος μου χάδι
κι ἂς θαρρῇς δὲν πονῶ.


Καὶ τὸ θρύλο σου λέει
σιγαλὰ τοῦ βραδιοῦ,
καὶ τὸ λέει καὶ κλαίει
σὰν ἀχὸς τραγουδιοῦ,


σὰν καμπάνα ποὺ σπάζει
μὲ ἀργὸ θρῆνο σιγό
καὶ στὸ δρόμο μὲ κράζει,
καὶ σὲ κράζω κι ἐγώ.







Μιλτιάδης Μαλακάσης

Ἀγάπη

Ἂς μὴ γυρίζει ὁ λογισμὸς στὰ χρόνια ἐκεῖνα πίσω.
Κάλλιο μιὰ τέτοια θύμηση γιὰ πάντα νὰ χαθῇ,
Ποιὸς ξέρει, τώρα θἄτανε γραφτὸ νὰ σ᾿ ἀγαπήσω,
Καὶ τόσο ποὺ καμμιὰ ποτὲ δὲν ἔχει ἀγαπηθῇ.


Κι ἂν ἔφυγεν ἡ νιότη σου, ποὺ θλίβεσαι γιὰ δαὔτη,
Ὡς γιὰ πουλὶ ποὺ πέταξε μἄλλα μαζὶ πουλιά,
Περσότερο ἀπὸ μία ἄνοιξη τὸν ἔρωτά μου ἀνάφτει
Τοῦ χινοπώρου τἄγγιγμα στὰ ὡραῖα σου τὰ μαλλιά.


Κι ἀκόμα φτάνω ν᾿ ἀγαπῶ σ᾿ ἐσὲ μίαν ἄλλη εἰκόνα,
- Τ᾿ ὁρκίζομαι στὰ μάτια σου ποὺ τόσο λαχταρῶ, -
Τὸν ἥμερο κι ἀνέφελο καὶ τὸ γλυκὸ χειμῶνα,
Ποὺ στὸ χλωμό σου πρόσωπο μία μέρα θὰ θωρῶ.


Καὶ μάθε το, τὶς μελιχρὲς λαμπράδες τοῦ Δεκέμβρη,
Καὶ τὶς φεγγαροσκέπαστες τοῦ Γενναριοῦ ὀμορφιές,
Μήτε στὶς τρέλλες τ᾿ Ἀπριλιοῦ κανένας θὰ τὶς εὕρῃ,
Μήτε καὶ στὶς μονότονες τοῦ Μάη καλοκαιριές..







Λάμπρος Πορφύρας

Τὸ θέατρο

Δὲν ξέρω πῶς νὰ σοῦ τὸ εἰπῶ. Μὰ ὁ δρόμος, χθὲς τὸ βράδυ,
μὲς στὴ σταχτιὰ τὴ συννεφιὰ σὰ θέατρο εἶχε γίνει.
Μόλις φαινόταν ἡ σκηνὴ στ᾿ ἀνάριο τὸ σκοτάδι
καὶ σὰ σκιὲς φαινόντανε μακριά μου οἱ θεατρίνοι.


Τὰ σπίτια πέρα κι οἱ αὐλὲς καὶ τὰ κλωνάρια ἀντάμα
ἔλεγες κι ἦταν σκηνικὰ παλιὰ καὶ ξεβαμμένα,
κι ἐκεῖνοι ἐβγαίναν κι ἔπαιζαν τ᾿ ἀλλόκοτό τους δράμα,
κι ἄκουγες βόγκους κι ἄκουγες καὶ γέλια εὐτυχισμένα.


Ἐγὼ δὲν ξέρω. Ἐβγαίνανε κι ἐσμίγαν κι ἐπαγαίναν
κι ἤτανε μιὰ παράσταση καὶ θλιβερὴ κι ὡραία.
Κι ἔβγαινε, Θέ μου! κι ἡ νυχτιὰ καθὼς ἐπαρασταίναν,
κι ἔβγαινε, Θέ μου! κι ἔριχνε τὴ μαύρη της αὐλαία.





Lacrimae rerum

Ἄμοιρη! τὸ σπιτάκι μας ἐστοίχιωσεν
ἀπὸ τὴν ὀμορφιά σου τὴν θλιμμένη·
στοὺς τοίχους, στὸν καθρέφτη, στὰ εἰκονίσματα,
ἀπὸ τὴν ὀμορφιά σου κάτι μένει.


Κάτι σὰ μόσκου μυρωδιά, κι ἁπλώνεται
καὶ τὸ φτωχὸ σπιτάκι πλημμυρίζει,
κάτι σὰ φάντασμα, θολὸ κι ἀνέγγιχτο,
κι ὅπου περνᾷ σιγὰ τὸ κάθε ἀγγίζει.


Ὄξω, βαρύ, μονότονο ψιχάλισμα
δέρνει τὴ στέγη μας· καὶ τότε ἀντάμα
τὰ πράματα ποὺ ἁγιάσανε τὰ χέρια σου
ἀρχίζουν ἕνα κλάμα... καὶ ἕνα κλάμα...


Κι ἀπ᾿ τὴ γωνιὰ ὁ καλὸς τῆς Λήθης σύντροφος,
τ᾿ ἀγαπημένο μας παλιὸ ρολόι,
τραγουδιστὴς τοῦ χρόνου, κι αὐτὸς κλαίοντας
ρυθμίζει ἀργά, φριχτά, τὸ μοιρολόι...






Ἑσπερινός

Βουβὲς ψυχές, θλιμένες! Καὶ τ᾿ ἀπόβραδο
προσμένουν τὸ Χριστό μας, ἀπὸ πέρα,
ποιὸς ξέρει, ἀπὸ μακριά. Κι ἐκεῖνος ἔρχεται,
μὲς στὸ θολὸ τοῦ φθινοπώρου ἀγέρα.


Μὲ τ᾿ ἅγιο φῶς, ἀχνόφεγγο στεφάνι του,
μὲ τὰ θεϊκά, χαμηλωμένα μάτια,
μόνος. Καὶ τὰ ξερόφυλλα τοῦ στρώνουνε
χρυσὰ χαλιὰ στὰ ἔρμα μονοπάτια.


Τοῦ κάμπου τὰ στρουθιὰ καὶ τὰ πετούμενα,
ποὺ στὶς φωλιὲς κοπαδιαστὰ γυρίζουν,
ἄμα τὸν δοῦνε χαμηλώνουν πρόσχαρα,
χαμοπετοῦν καὶ τὸν καλωσορίζουν.


Ἀνάριο τὸ σκοτάδι, μισοδιάφανο,
μόλις ποὺ τὸν σκεπάζει στὴν καπνιά του,
καὶ τὰ γυμνὰ κλαδιὰ σὰ χέρια ὑψώνονται
καὶ δέονται στὸ ἄυλο πέρασμά του.


Δέονται σιωπηλά...Κι ἐκεῖνος ἔρχεται
καὶ σκύβει στὶς ψυχὲς ποὺ τὸν προσμένουν
σιγά...πονετικά. Κι ἀργὰ τὰ σήμαντρα
πονετικὰ κι αὐτὰ σιγοσημαίνουν.







Απόσπασμα από το "Δειλινό"

…………………………..

Αν με θυμάσαι θάρχομαι σα μια σκιά – ποιος ξέρει; –
ξενητεμένος ή νεκρός θάρχομαι εκεί που θάσαι,
σαν βλέπεις φύλλα, σύννεφα, πουλιών φτερά στ΄ αγέρι,
σαν βλέπεις καραβιών πανιά, στοιχειά... να με θυμάσαι.














 

Τρίτη, Μαρτίου 04, 2014

VIII.




Βιβλιοθήκη Ελλήνων και ξένων συγγραφέων
.
ΛΙΝΟΥ ΠΟΛΙΤΗ Ποιητική Ανθολογία

Βιβλίο έκτο

.
Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ
Εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑ
Σελίδες 216
ΔΡΧ.20
 
Λορέντσος Μαβίλης

Λήθη

Καλότυχοι οἱ νεκροὶ ποὺ λησμονᾶνε
τὴν πίκρια τῆς ζωῆς. Ὅντας βυθίση
ὁ ἥλιος καὶ τὸ σούρουπο ἀκλουθήση,
μὴν τοὺς κλαῖς, ὁ καημός σου ὅσος καὶ νἆναι.

Τέτοιαν ὥρα οἱ ψυχὲς διψοῦν καὶ πᾶνε
στῆς λησμονιᾶς τὴν κρουσταλλένια βρύση·
μὰ βοῦρκος τὸ νεράκι θὰ μαυρίση,
ἂ στάξη γι᾿ αὐτὲς δάκρυ ὅθε ἀγαπᾶνε.

Κι ἂν πιοῦν θολὸ νερὸ ξαναθυμοῦνται.
Διαβαίνοντας λιβάδια ἀπὸ ἀσφοδίλι,
πόνους παλιούς, ποὺ μέσα τους κοιμοῦνται.

Ἂ δὲ μπορής παρὰ νὰ κλαῖς τὸ δείλι,
τοὺς ζωντανοὺς τὰ μάτια σου ἂς θρηνήσουν:
Θέλουν - μὰ δὲ βολεῖ νὰ λησμονήσουν.




Καλλιπάτειρα

«Ἀρχόντισσα Ροδίτισσα, πῶς μπῆκες;
Γυναῖκες διώχνει μιὰ συνήθεια ἀρχαία
ἐδῶθε.» - «Ἔχω ἕνα ἀνίψι, τὸν Εὐκλέα,
τρία ἀδέρφια, γιό, πατέρα, Ὀλυμπιονίκες·

νὰ μὲ ἀφήσετε πρέπει, Ἑλλανοδίκες,
κι ἐγὼ νὰ καμαρώσω μὲς τὰ ὡραῖα
κορμιά, ποὺ γιὰ τὸ ἀγρίλι τοῦ Ἡρακλέα
παλεύουν, θαυμαστὲς ψυχὲς ἀντρίκειες.

Μὲ τὲς ἄλλες γυναῖκες δὲν εἶμ᾿ ὅμοια·
στὸν αἰῶνα τὸ σόι μου θὰ φαντάζη
μὲ τῆς ἀντρειᾶς τ᾿ ἀμάραντα προνόμια·

μὲ μάλαμα γραμμένο τὸ δοξάζει
σὲ ἀστραφτερὸ κατεβατὸ μαρμάρου
ὕμνος χρυσός, τοῦ ἀθάνατου Πινδάρου.»




Ἰωάννης Γρυπάρης


Μάθε τὸν πόνο τὸ γερὸ
βουβὸς στὰ δόντια σου ν᾿ ἀλέθης
.
Χύνε τῆς λήθης τὸ νερὸ
μὲς στὸ τρελὸ κρασὶ τῆς μέθης.
……………………………………





Τὸ ἀπόβροχο


Τὴ νύχτ᾿ ἀπόψε - ἡ θλίψη της μ᾿ ἀνάστησε ἡ τρανή,
τὴ θλίψη μας σὰ νὰ εἶχε μελετήσει-
τὴ νύχτ᾿ ἀπόψε ἀνοίξανε οἱ ἕβδομοι οὐρανοὶ
καὶ πόντισε νερὸ κατακλυσμὸς τὴ χτίση.

Στὰ σκοτεινὰ ἐξεχείλισαν τῶν θλίψεων οἱ πηγὲς
καὶ χύθηκαν οἱ κρατημένοι οἱ θρῆνοι
κ᾿ ἐλπίδα πιὰ δὲν ἔμεινε γιὰ νέες πάλι αὐγὲς
τὴ νύχτα, ποὺ εἶπες ἡ στερνὴ πὼς θὰ εἶχε μείνει.

Μὰ ἔδωκε καὶ ξημέρωσε ἡ ἀνέλπιστη ἡ αὐγὴ
καὶ στὴ δροσιὰ τοῦ ἀπόβροχου λουσμένη
σὰ θάμα νέο πεντοβολᾷ κι ἀναγαλλιάζ᾿ ἡ γῆ,
ὅσ᾿ ὁ χρυσὸς ὁ θρίαμβος τοῦ Ἥλιου προβαίνει.

Στὸ μυριοθορυβούμενο κ᾿ ἡλιόβολο γιαλὸ
οἱ ναῦτες τὰ πανιὰ τῶν πλοίων ἀνοίγουν
καὶ ἰδές! φαντάζουν τ᾿ ἄρμενα στὸ κῦμα τὸ ψηλὸ
πῶς πρίμα καρτεροῦνε τὸν καιρὸ νὰ φύγουν.

Πῶς μᾶς πλανεύει τὸ ὄνειρο τῆς εὐτυχίας ξανὰ
σὰν νὰ ἦταν μία φορὰ νὰ μᾶς γελάση!
σὲ νέα ταξείδια μᾶς καλοῦν τὰ πλοῖα στὰ γαλανὰ
τὰ κύματα, ποὺ ὡς νὰ ἤπιαν φῶς κ᾿ ἔχουν χορτάσει.

Κι ἂν τὰ κρατοῦνε οἱ ἄγκυρες τ᾿ ἄρμενα ἐκεῖ στὴ γῆς
κι ἂν τὰ τιμόνια στὴ στεριὰ βγαλμένα,
κρυφὴ λαχτάρα ἐπέρασε τὰ βάθη μιᾶς ψυχῆς
κι ἀνατριχιάζουν τὰ φτερὰ τὰ διπλωμένα.

K᾿ ᾖρθε κ᾿ ἐστάθη ἡ μιὰ ψυχὴ σ᾿ ἀπόψηλη κορφὴ
καὶ τὶς ζυγὲς φτεροῦγες δοκιμάζει,
ξεχνώντας ποὺ τὶς λάβωσε - ψυχή, πικρὴ ἀδερφή!
τ᾿ ἀστροπελέκι τὸ παλιὸ καὶ τὸ χαλάζι.





Ἑστιάδες


Βαθιά ἄκραχτα μεσάνυχτα, τρισκότεινοι οὐρανοὶ
πάν᾿ ἀπ᾿ τὴ Πολιτεία τὴ κοιμισμένη
κι ἄξαφνα σέρνει τοῦ Κακοῦ τὸ Πνεῦμα μία φωνή,
-
τρόμου φωνή- κι ὅλοι πετιοῦνται αλαλιασμένοι.

-«Ἒσβησ᾿ ἡ ἄσβηστη φωτιά!» κι ὅλοι δρομοῦν φορὰ
τυφλοὶ μέσα στὴ νύχτα νὰ προφτάσουν,
ὄχι μ᾿ ἐλπίδα πὼς μπορεῖ νἆν᾿ ψεύτρα ἡ συμφορὰ
παρὰ νὰ δοῦν τὰ μάτια τους καὶ τὴ χορτάσουν.

Θαρρεῖς νεκροὶ κι ἀπάριασαν τὰ μνήματ᾿ ἀραχνὰ
σύγκαιρα ὀρθοὶ γιὰ τὴ στερνὴ τὴ κρίση,
κι ἐνῷ οἱ ἀνέγνωμοι σπαρνοῦν μὲς σὲ κακὸ βραχνὰ
μὴ τύχει, τρέμουνε, κανεὶς καὶ τοὺς ξυπνήση.

Μ᾿ ἕνα μονόχνωτο ἀναφιλητὸ σκυφτοὶ
πρὸς τῆς Ἑστίας τὸ ναὸ τραβοῦνε
καὶ μπρὸς στὴ πύλη διάπλατα τὴ χάλκινη ἀνοιχτῆ
ἕνα τὰ μύρια γίνονται μάτια νὰ ιδοῦνε.

Καὶ βλέπουν: μὲ τῆς γνώριμης ἀρχαίας τῶν ἀρετῆς
τὸ σχήματ᾿ ἀνωφέλευτο ντυμένες
στὸν προδομένο τὸ βωμὸ ἐμπρὸς γονυπετεῖς
τὶς Ἐστιάδες τὶς σεμνές, μὰ κολασμένες.

Τὸ κρῖμα τους ἐστάθηκε μιά ἄβουλη ἀνεμελιὰ
κι ἀραθυμιὰ -σὰν τῆς δικῆς μας νιότης!
Μὰ ἡ Ἅγια ἡ Φωτιά, μιὰ πόσβησε, δὲ τὴν ἀνάβει πλιὰ
ἀνθρώπινο προσάναμμα ἢ πυροδότῃς.

Κι ὅσο κι ἂν μὲ τὶς φοῦχτες των σκορπίζουν στὰ μαλλιὰ
μὲ συντριβὴ καὶ μὲ ταπεινοσύνη,
τοῦ κάκου! Στὴ χλιὰ χόβολη καὶ μὲς στὴ στάχτη πλιὰ
σπίθας ἰδέα οὐδ᾿ ἔλπιση δὲν ἔχει μείνει.

Κι εἶναι γραμμένη τοῦ χαμοῦ ἡ Πολιτεία, ἐχτὸς
ἂν πρὶ ὁ καινούργιος ἥλιος ἀνατείλη
κάμη τὸ θάμα του ὁ οὐρανὸς καὶ στ᾿ ἄωρα τῆς νυχτὸς
μακρόθυμος τὸν κεραυνό του στείλη.

Κι ἂν είν' και πέση απάνω τους, ἂς πέση! ὅπως ζητᾷ
τὸ δίκιο κι οἱ Παρθένες τὸ ζητοῦνε,
ποὺ ἰδού τις, μὲ τὰ χέρια τους στὰ οὐράνια σηκωτὰ
καὶ τὴν ψυχὴ στὰ μάτια τοὺς τὸν προσκαλοῦνε.
...........................................................................

Τάχα τὸ θάμα κι έγινε; -Πές μου το νὰ στὸ πῶ,
γνώμη ἄβουλη, γνώμη ἄδικη μιᾶς νιότης
σὰν τὴ δικιά μας, πόσβησεν ἔτσι χωρὶς σκοπὸ,
κι ἀκόμα ζη καὶ ζένεται- μὲ τὸ σκοπό της!






Κωστής Παλαμάς

Από τον Δωδεκάλογο του Γύφτου


Στην αργατιά, στη χωριατιά, το χιόνι, η γρίπη, η πείνα, οι λύκοι,
ποτάμια, πέλαγα, στεριές, ξολοθρεμός και φρίκη.
Χειμώνας άγριος - κι η φωτιά, καλοκαιριά στην κάμαρά μου.
Ντρέπομαι για τη ζέστα μου και για την ανθρωπιά μου.











Σάββατο, Φεβρουαρίου 22, 2014


VII.



Βιβλιοθήκη Ελλήνων και ξένων συγγραφέων
.
ΛΙΝΟΥ ΠΟΛΙΤΗ Ποιητική Ανθολογία

Βιβλίο έκτο

.
Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ
Εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑ
Σελίδες 216
ΔΡΧ.20


Ἀργύρης Ἐφταλιώτης

Τραγούδι τ᾿ ἀργαλειοῦ

το δημοσιεύω αυτό, γιατί κατέληξε να είναι ένα θαυμάσιο δημοτικό τραγούδι !

στις παιδικές χορωδίες, οι δάσκαλοι, μας έμαθαν να το τραγουδάμε.

το χορέψαμε ως τσάμικο !


Πέρνα, σαΐτα μου γοργή, μὲ τὸ ψιλὸ μετάξι,
νἄρθει ὁ καλός μου τὴ Λαμπρὴ νὰ βρεῖ χρυσὰ ν᾿ ἀλλάξει,
                        Τάκου τάκου ὁ ἀργαλειός μου,
                        τάκου κι ἔρχεται ὁ καλός μου.


Μαντήλι ἀπὸ τὸ δάκρυσμα δὲν τοὔμεινε στὰ ξένα.
Ἀρχοντοποῦλες τὸν ζητοῦν κι αὐτὸς πονεῖ γιὰ μένα.
                        Τάκου τάκου στὴν αὐλή μου,
                        ὥσπου νάρθει τὸ πουλί μου.


Ἐγὼ τὸ φάδι θὰ γενῶ κι ἐκεῖνος τὸ στημόνι,
ποὺ νὰ μπλεχτεῖ μὲς στὸ πανὶ καὶ πιὰ νὰ μὴ γλυτώνει.
                        Τάκου καὶ σὲ λίγο φτάνει
                        γιὰ φιλὶ καὶ γιὰ στεφάνι.


Πέτα, σαΐτα μου γοργή, χτύπα, χρυσό μου χτένι,
ἡ ἀτέλειωτη Σαρακοστὴ μερόνυχτο νὰ γένει.
                        Τάκου τάκου ὁ ἀργαλειός μου,
                        τάκου κι ἔρχεται ὁ καλός μου.



--------------------------------------------------------------


από το ποίημα "ΑΓΑΠΗΣ ΛΟΓΙΑ"


IX

Μέρες που θάτανε μ' εσέ μαργαριτάρια,
χωρίς εσέ μες στου καιρού τα βάθη πάνε,
ψυχρές και ανωφέλητες, σαν τα λιθάρια
που μες στη θάλασσα μικρά παιδιά πετάνε !



-------------------------------------------------------------



από το ποίημα "ΔΕ ΖΩ..."


Δε ζω με την αγάπη σου, με τα φιλιά σου,
και μήτε με την ψεύτρα την ελπίδα.
Κι όμως ακόμα βρίσκουμαι στην αγκαλιά σου,
την αγκαλιά του ονείρου που είδα



--------------------------------------------------------------




Κωστής Παλαμάς

από το "Ο ΝΑΟΣ" 


Ἐγὼ δὲν εἶμαι λειτουργός, τοῦ μυστηρίου
τὸ φοβερὸ κλειδὶ δὲν ἔπιασα, κι ἀκόμα
δὲν ἄγγιξα, δειλὰ ἢ ἀπότολμα, τὴν πύλη
ποὺ φέρνει στῆς ζωῆς τ᾿ ἀγνώριστα Ἐλευσίνια.





από την "ΦΛΟΓΕΡΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ" 
και πόσο επίκαιρο, στ' αλήθεια,
είναι τούτο το απόσπασμα !
 
“ Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μεσ’ τη Χώρα.
Στην εκκλησιά, στον κλίβανο, στο σπίτι, στ’ αργαστήρι
παντού, στο κάστρο, στην καρδιά, τ’ αποκαΐδια, οι στάχτες

Πάει κι ο ψωμάς, πάει κι ο χαλκιάς, πάει κ’ η γυναίκα,
πάνε
τα παλικάρια, οι λειτουργοί, και του ρυθμού οι τεχνίτες,
του Λόγου και οι προφήτες.

Τα χέρια είναι παράλυτα, και τα σφυριά σπασμένα
και δε σφυροκοπά κανείς τ’ άρματα και τ’ αλέτρια
κι’ η φούχτα κάποιου ζυμωτή λίγο σιτάρι αν κλείσει
δεν βρίσκει την πυρά ζεστή ψωμί για να το κάνει.

Κι’ από κατάκρυα χόβολη μεστή η γωνιά, κι’ ακόμα
κι απ’ τη γωνία του σπιτιού, πιο κρύα η καρδιά είναι.
Κακοκατάντησε η καρδιά του ανθρώπου.  Κρίμα…κρίμα!



--------------------------------------------------------------------.














Τετάρτη, Ιανουαρίου 08, 2014

VI.




Βιβλιοθήκη Ελλήνων και ξένων συγγραφέων
.
ΛΙΝΟΥ ΠΟΛΙΤΗ Ποιητική Ανθολογία

Βιβλίο έκτο

.
Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ
Εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑ
Σελίδες 216
ΔΡΧ.20
 
 
ΣΤ'. Γύρω σε μιά φωτιά
 
Κωστής Παλάμας .
   
από τον Δωδεκάλογο του Γύφτου
 
........................................................


Έρμη, σκλάβα, πικρή Ρωμιοσύνη,
τη βλαστήμια τ' αντίθεου την είδα
κατά σε πειρασμούς να τη χύνη
σαν την λέπρα και σαν την ακρίδα!
Ποιός βαστιέται μ' αδάκρυτα μάτια
να σε ιδή; 
τι αμαρτίες πληρώνεις;
 
........................................................
 
Έρμη σκλάβα, πικρή Ρωμιοσύνη,
κατά σένα η βλαστήμια τινάχτη,
την κατάρα σου νά 'χη, ώ πατρίδα!
Πρίν πληγή, πριν αρρώστια να γίνη
σαν την λέπρα και σαν την ακρίδα,
φωτιά, κάψε την, κάμε την στάχτη.
 
 
 
 

Μιὰ πίκρα

 .
Τὰ πρῶτα μου χρόνια τ᾿ ἀξέχαστα τἄζησα
κοντὰ στ᾿ ἀκρογιάλι,
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.


Καὶ κάθε φορὰ ποὺ μπροστά μου ἡ πρωτάνθιστη
ζωούλα προβάλλει,
καὶ βλέπω τὰ ὀνείρατα κι ἀκούω τὰ μιλήματα
τῶν πρώτων μου χρόνων κοντὰ στὸ ἀκρογιάλι,


στενάζεις καρδιά μου τὸ ἴδιο ἀναστέναγμα:
Νὰ ζοῦσα καὶ πάλι
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.


Μιὰ μένα εἶναι ἡ μοίρα μου, μιὰ μένα εἶν᾿ ἡ χάρη μου,
δὲν γνώρισα κι ἄλλη:
Μιὰ θάλασσα μέσα μου σὰ λίμνη γλυκόστρωτη
καὶ σὰν ὠκιανός ἀνοιχτὴ καὶ μεγάλη.


Καὶ νά! μέσ᾿ στὸν ὕπνο μου τὴν ἔφερε τ᾿ ὄνειρο
κοντά μου καὶ πάλι
τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.


Κι ἐμέ, τρισαλίμονο! μιὰ πίκρα μὲ πίκραινε,
μιὰ πίκρα μεγάλη,
καὶ δὲ μοῦ τὴ γλύκαινες πανώριο ξαγνάντεμα
τῆς πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ἀκρογιάλι!


Ποιὰ τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου
καὶ ποιὰ ἀνεμοζάλη,
ποὺ δὲ μοῦ τὴν κοίμιζες καὶ δὲν τὴν ἀνάπαυες,
πανώριο ξαγνάντεμα κοντὰ στ᾿ ἀκρογιάλι;


Μιὰ πίκρα εἶν᾿ ἀμίλητη, μιὰ πίκρα εἶν᾿ ἀξήγητη,
μιὰ πίκρα μεγάλη,
ἡ πίκρα ποὺ εἶν᾿ ἄσβηστη καὶ μέσ᾿ τὸν παράδεισο
τῶν πρώτων μας χρόνων κοντὰ στὸ ἀκρογιάλι.

Καημοὶ τῆς Λιμνοθάλασσας, 1912





απ' τα δεκατετράστιχα

Το θάμασμα, το παίνεμα είναι λάθια,
στα φυλλοκάρδια που τα σημαδεύει
μιαν αλάθευτη ορμή σαν από βάθια
πύρινα ανεβατή, και τ’ αναδεύει.

Μάθε˙ ματιά είν’ ο πόνος, και η συμπάθεια
γλυκόγελο. η ψυχή γι’ αυτά παλεύει,
φήμη, δόξα θολά είναι κατακάθια
του θείου πιοτού που αγάπη το φιλεύει.
Σήμερα στο χρυσό το θυμιατήρι
μην καις το μοσκολίβανο που ξέρεις,
του κάκου κρύα λατρεία μη μου προσφέρεις.

Άφησε κάποιον πόθο μου να γείρει
λυπητερά, σα να γυρνά από ξόδια,
τα πλαστικά να σου φιλήσει πόδια.





Ὁ γκρεμιστής

 .
Ἀκοῦστε. Ἐγὼ εἶμαι ὁ γκρεμιστής, γιατί εἶμ᾿ ἐγὼ κι ὁ κτίστης,
ὁ διαλεχτὸς τῆς ἄρνησης κι ὁ ἀκριβογιὸς τῆς πίστης.
Καὶ θέλει καὶ τὸ γκρέμισμα νοῦ καὶ καρδιὰ καὶ χέρι.

Στοῦ μίσους τὰ μεσάνυχτα τρέμει ἑνὸς πόθου ἀστέρι.
Κι ἂν εἶμαι τῆς νυχτιᾶς βλαστός, τοῦ χαλασμοῦ πατέρας,
πάντα κοιτάζω πρὸς τὸ φῶς τὸ ἀπόμακρο τῆς μέρας.
ἐγὼ ὁ σεισμὸς ὁ ἀλύπητος, ἐγὼ κι ὁ ἀνοιχτομάτης·
τοῦ μακρεμένου ἀγναντευτής, κι ὁ κλέφτης κι ὁ ἀπελάτης
καὶ μὲ τὸ καριοφίλι μου καὶ μὲ τ᾿ ἀπελατίκι
τὴν πολιτεία τὴν κάνω ἐρμιά, γῆ χέρσα τὸ χωράφι.
Κάλλιο φυτρῶστε, ἀγκριαγκαθιές, καὶ κάλλιο οὐρλιάστε, λύκοι,
κάλλιο φουσκῶστε, πόταμοι καὶ κάλλιο ἀνοῖχτε τάφοι,
καί, δυναμίτη, βρόντηξε καὶ σιγοστάλαξε αἷμα,
παρὰ σὲ πύργους ἄρχοντας καὶ σὲ ναοὺς τὸ Ψέμα.
Τῶν πρωτογέννητων καιρῶν ἡ πλάση μὲ τ᾿ ἀγρίμια
ξανάρχεται. Καλῶς νὰ ῾ρθῆ. Γκρεμίζω τὴν ἀσκήμια.
 

Εἶμ᾿ ἕνα ἀνήμπορο παιδὶ ποὺ σκλαβωμένο τό ῾χει
τὸ δείλιασμα κι ὅλο ρωτᾷ καὶ μήτε ναὶ μήτε ὄχι
δὲν τοῦ ἀποκρίνεται κανείς, καὶ πάει κι ὅλο προσμένει
τὸ λόγο ποὺ δὲν ἔρχεται, καὶ μία ντροπὴ τὸ δένει
Μὰ τὸ τσεκοῦρι μοναχὰ στὸ χέρι σὰν κρατήσω,
καὶ τὸ τσεκοῦρι μου ψυχὴ μ᾿ ἕνα θυμὸ περίσσο.
Τάχα ποιὸς μάγος, ποιὸ στοιχειὸ τοῦ δούλεψε τ᾿ ἀτσάλι
καὶ νιώθω φλόγα τὴν καρδιὰ καὶ βράχο τὸ κεφάλι,
καὶ θέλω νὰ τραβήξω ἐμπρὸς καὶ πλατωσιὲς ν᾿ ἀνοίξω,
καὶ μ᾿ ἕνα Ναὶ νὰ τιναχτῶ, μ᾿ ἕνα Ὄχι νὰ βροντήξω;

Καβάλα στὸ νοητάκι μου, δὲν τρέμω σας ὅποιοι εἶστε
γκρικάω, βγαίνει ἀπὸ μέσα του μιὰ προσταγή: Γκρεμίστε!











 

 

Σάββατο, Φεβρουαρίου 16, 2013


V.



Βιβλιοθήκη Ελλήνων και ξένων συγγραφέων
.
ΛΙΝΟΥ ΠΟΛΙΤΗ Ποιητική Ανθολογία

Βιβλίο έκτο

.
Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ
Εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑ
Σελίδες 216
ΔΡΧ.20

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ


ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΓΚΡΕΜΝΟΥ

Όλα για σένα τά' κοψα κι έλα, καλή μου, πάρ' τα,
τις αργυρές αγράμπελες και τα χρυσά τα σπάρτα

Ζηλιάρης δράκος ο γκρεμνός τα φύλαγε από μένα
τα πλούτη του τα λιόσπαρτα και τ' αφρογεννημένα

Κι έκανα τον καημό σπαθί, το λογισμό κοντάρι,
και πάτησα και νίκησα τον ακριβό ζηλιάρη

Όλα για σένα τα' κοψα κι έλα, καλή μου, πάρτ' τα,
του δράκου τις αγράμπελες και του γκρεμνού τα σπάρτα






  

 ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ


"Η ΑΣΑΛΕΥΤΗ ΖΩΗ"


ΠΑΤΡΙΔΕΣ

Εδώ ουρανός παντού κι ολούθε ήλιου αχτίνα,
και κάτι ολόγυρα σαν του Υμηττού το μέλι,
βγαίνουν αμάραντ' από μάρμαρο τα κρίνα,

λάμπει γεννήτρα ενός Ολύμπου η θεία Πεντέλη.

Στην Ομορφιά σκοντάβει σκάφτοντας η αξίνα,
στα σπλάχνα αντί θνητούς θεούς κρατά η Κυβέλη,
μενεξεδένιο αίμα γοργοστάζ' η Αθήνα
κάθε που τη χτυπάν του Δειλινού τα βέλη.

Της ιερής ελιάς εδώ ναοί και οι κάμποι
ανάμεσα στον όχλο εδώ που αργοσαλεύει
καθώς απάνου σ' ασπρολούλουδο μια κάμπη,

ο λαός των λειψάνων ζει και βασιλεύει
χιλιόψυχος, το πνεύμα και στο χώμα λάμπει,
το νιώθω, με σκοτάδια μέσα μου παλεύει


------------------


Εκεί που ακόμα ζουν οι Φαίακες του Ομήρου
και σμίγ' η Ανατολή μ' ένα φιλί τη Δύση,
κι ανθεί παντού με την ελιά το κυπαρίσσι,
βαθύχρωμη στολή στο γαλανό του Απείρου

-------------------


κρυμμένη στην πολύπαθη τη Ρωμιοσύνη
σα να ξανοίγω τη βασίλισσαν Ελλάδα

----------------------

Πατρίδες! Αέρας, γη, νερό, φωτιά! Στοιχεία,
αχάλαστα, και αρχή και τέλος των πλασμάτων,
σα θα περάσω στη γαλήνη των μνημάτων,
θα σας ξανάβρω, πρώτη και στερνή ευτυχία!


Αέρας μέσα μου ο λαός των ονειράτων
στον αέρα θα πάη, θα πάη στην αιωνία
φωτιά, φωτιά κι ο λογισμός μου, τη μανία
των παθών μου θα πάρ' η λύσσα των κυμάτων

--------------------------







 ΕΚΑΤΟ ΦΩΝΕΣ


 ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ


--------------------------

 II

Και τέτοιος που είμαι, και με τέτοια
καρδιά, πουλί ολοτρέμουλο σ' αρρωστημένα στήθια,
από τους δυνατούς και τους μεστούς του κόσμου
εγώ είμαι πιό κοντά στο φως και στην αλήθεια.

Γι αυτό μουγκρίζει μέσα μου βαθιά,
και μ' όλη την αχάμνια μου και μ' όλο το μαράζι,
προς όλους τους μεστούς και δυνατούς του κόσμου
μιά καταφρόνεση. Και μου ταιριάζει.


--------------------------




ΔΕΥΤΕΡΗ ΝΥΧΤΑ

 --------------------------

Ψυχή, της έγνοιας καλογριά, του κόσμου αποδιωγμένη,
την ώρα την εκστατική ποτέ δε θα ξεχάσης,
που τα μυστήρια τ' άχραντα πρώτη φορά κοινώνησες
της θείας μεγάλης Πλάσης

----------------------------






ΤΡΙΤΗ ΝΥΧΤΑ


Τον πόνο σου εδώ πέρα μη τον παρατάς,
με μιά φροντίδα μητρική ταξίδεψέ τον,
όπου ζωή, όπου όνειρο, στα μακρινά και στα ψηλά,
και πήγαινέ τον ύστερα και ριζοφύτεψέ τον
εκεί στη χώρα την κατάνακρη του αμίλητου.
στα μάτια του συμμάζωξε και θάψε τη φωνή του,
κι ανίσως δε βαστάξουνε τα μάτια του και κλείσουνε,
κλείσε κι εσύ τα μάτια σου και πέθανε μαζί του. 


















Δευτέρα, Οκτωβρίου 08, 2012


ΙV.


Βιβλιοθήκη Ελλήνων και ξένων συγγραφέων
.
ΛΙΝΟΥ ΠΟΛΙΤΗ Ποιητική Ανθολογία

Βιβλίο έκτο

.
Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ
Εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑ
Σελίδες 216
ΔΡΧ.20

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ

"Φωτερά σκοτάδια" 

Όχι! τα ρόδα τα κλειστά δεν είναι ρόδα ακόμα.
Είν' άνθος δίχως όνομα και δίχως ευωδιά.
Μοιάζουν αθώο, αφίλητο και παιδιακίσιο στόμα,
Που δεν το πότισε καϋμούς αγάπης η καρδιά.

Θέλω τα ρόδα ολόδροσα κ' ευωδιαστά ανθισμένα,
Την ευλογία της ομορφιάς στον κόσμο να σκορπούν:
Χείλη ανοιχτά απ' τους στεναγμούς κι' απ' τα φιλιά καμένα,
Χείλη, που κι' αν σωπαίνουνε -το λεν πως αγαπούν.




 ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
.
"Τραγούδια της πατρίδος μου"


Το Ταξίδι (1883) 


Μου σφίγγει ο καϋμός, σα θηλειά το λαιμό
Και μεσ’ στην καρδιά με δαγκώνει σα φίδι
Παράξενο θέλω ν’ αρχίσω ταξίδι
Χωρίς, μα χωρίς τελειωμό

Το δρόμο μ’ αργά να τραβώ, να τραβώ
Αλλά πουθενά και ποτέ να μη στέκω,
Ψυχή να μη βρίσκω, ή πάντα να μπλέκω
Με κόσμο τυφλό και βουβό

Να νιώθω τριγύρω πλατειά ερημιά
Κλεισμένα τα σπίτια, τα τζάκια σβυσμένα
Ψηλά να μη φέγγη αστέρι κανένα
Και κάτου γυναίκα καμμιά

Ε! Ίσως σε τέτοιο ταξίδι αν βρεθώ
Ατέλειωτο, έρμο, σ' αγνώριστη χώρα
Δε θάχω περίσσια λαχτάρα σαν τώρα
Αγάπη, από σε να χαθώ!






Η καλαμιά

 
Ένας αντρειωμένος Ποταμός μια μέρα
στη χαριτωμένη Καλαμιά μιλάει:
«Όποτε κι αν στρίψω, σε θωρώ εδώ πέρα
στο δικό μου πλάι.

 
Κι όταν ζευγαρώνω σ’ αγκαλιά γαλάζια
τ’ άστρ’ από κει πάνω, τ’ άνθη από δω χάμου,
γέρνεις κι αγναντεύεις με καημούς και νάζια
τ’ αγκαλιάσματά μου.

 
Κι όταν οργισμένος χύνομαι στο δρόμο
Και χαλάω, συντρίβω κόσμο σαν το Χάρο,
Καρτερείς αθώα, στέκεις δίχως τρόμο
να σε συνεπάρω.

Αλλά κι αν σε τρώει τ’ αγριομανητό μου,
Πάντα στο πλευρό μου ζεις αναστημένη·
Από με τι ελπίζεις; Πάντα στο πλευρό μου
Μνήμα σε προσμένει!»


Κι αποκρίθη εκείνη γέρνοντας επάνω
Στα πρασινισμένα πόδια του θλιμμένα:
«Δεν μπορώ να ζήσω, μήτε να πεθάνω
μακριά από σένα!»




Ίαμβοι και Ανάπαιστοι
 
 Μοναξιά, σκέπη ολόβαθη
των θείων και των θηρίων,
κάτι σαλεύει μέσα σου
σα λαός μυστηρίων.

Κάμε κάτου απ’ τον ίσκιο σου
και μες στην αγκαλιά σου
να βλέπω με τα μάτια σου
να γρικώ με τ’ αυτιά σου,

να μιλώ με τα λόγια σου·
κράτα μ’ έξω απ’ τα πλήθη,
δώσ’ μου του θείου τον έρωτα
και του θηρίου τη λήθη!
.....................................
Αντιόπη, σα να μ' έδεσεν
αλυσίδα κατέργων.
λύτρωσέ με και σπείρε μου
τη δύναμη των έργων.
.
Ν' ανοίξουν κάμε αγνάντια μου
άλλοι δρόμοι, άλλοι νόμοι,
κι ανάστησέ με ελεύθερο
με βουλή και με γνώμη.

Γίνε γιά με σαν άνοιγμα
πρωινό παραθύρου,
δρόσισέ με και διώξε μου
το μεθύσι του ονείρου !







































































































































































































































































Σάββατο, Μαρτίου 03, 2012

.

ΙΙΙ.



Βιβλιοθήκη Ελλήνων και ξένων συγγραφέων


ΛΙΝΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

Ποιητική Ανθολογία

Βιβλίο έκτο


Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ


Εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑ
Σελίδες 216
ΔΡΧ.20

Γεώργιος Δροσίνης
Από τη συλλογή ΦΩΤΕΡΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ
.
8
.
Όταν σφιχτά σφαλώ τα μάτια μου,
Κι όταν σε νύχτας σκότη μένω,
Νιώθω και πάλι μες στα βλέφαρα
Φως, λίγο φως, βαθιά κλεισμένο
.
Είναι της μέρας το αντιφέγγισμα
Που τρεμοσβήνει ακόμα εμπρός μου ;
Ή κάποιο ουράνιο γλυκοχάραγμα
Κάποιας αυγής αγνώστου κόσμου ;
.
.
.
.
.

Ιωάννης Πολέμης
.
9
.
ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΒΙΟΛΙ

Ray Man 1924
Le Violin d' Ingres
.

Άκουσε τ΄ απόκοσμο, το παλιό βιολί
μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη
στο παλιό κουφάρι του μια ψυχή λαλεί
με τ΄ αχνά κι' απάρθενα της αγάπης χείλη.

Και τ' αηδόνι τ' άγρυπνο και το ζηλευτό
ζήλεψε κι εσώπασε κι έσκυψε κι εστάθη
για να δη περήφανο τι πουλί ειν' αυτό
που τα λέει γλυκύτερα της καρδιάς τα πάθη.

Ως κι ο γκιόνης τ' άχαρο, το δειλό πουλί,
με λαχτάρ' απόκρυφη τα φτερά τινάζει
και σωπαίνει ακούγοντας το παλιό βιολί,
για να μάθη ο δύστυχος πως ν` αναστενάζη.

Τι κι αν τρώη το ξύλο του το σαράκι ; τι
κι αν περνούν αγύριστοι χρόνοι κι άλλοι χρόνοι;
Πιο γλυκιά και πιο όμορφη και πιο δυνατή
η φωνή του γίνεται, όσο αυτό παλιώνει.

Ειμ` εγώ τ' απόκοσμο, το παλιό βιολί
μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη
στο παλιό κουφάρι μου μια ψυχή λαλεί
με της πρώτης νιότης μου τα δροσάτα χείλη.

Τι κι αν τρώη τα σπλάχνα μου το σαράκι ; τι
κι αν βαδίζω αγύριστα χρόνο με τον χρόνο;
Πιο γλυκιά και πιο όμορφη και πιο δυνατή
γίνεται η αγάπη μου, όσο εγώ παλιώνω.
.
.
.
.
.
Κώστας Κρυστάλλης
.
10
.
Στο σταυραητό !
.
Από μικρό κι απ' άφαντο πουλάκι, σταυραητέ μου,
παίρνεις κορμί με τον καιρό και δύναμη κι αγέρα
κι απλώνεις πήχες τα φτερά και πιθαμές τα νύχια
και μεσ' στα σύγνεφα πετάς, μεσ' στα βουνά ανεμίζεις
φωλιάζεις μεσ' στα κράκουρα, συχνομιλάς με τάστρα,
με την βροντή ερωτεύεσαι, κι απιδρομάς και παίζεις
με τάγρια αστροπέλεκα και βασιλιάν σε κράζουν
του κάμπου τα πετούμενα και του βουνού οι πετρίτες.
Έτσι εγεννήθηκε μικρός κι ο πόθος μου στα στήθη,
κι απ' άφαντο κι απ' άπλερο πουλάκι σταυραητέ μου,
μεγάλωσε, πήρε φτερά, πήρε κορμί και νύχια
και μου ματώνει την καρδιά, τα σωθικά μου σκίζει
κι έγινε τώρα ο πόθος μου αητός, στοιχειό και δράκος
κι εφώλιασε βαθιά - βαθιά μεσ' στ' άσαρκο κορμί μου
και τρώει κρυφά τα σπλάχνα μου, κουφοβοσκάει την νιότη.

Μπεζέρισα να περπατώ στου κάμπου τα λιοβόρια.
Θέλω τ' αψήλου ν' ανεβώ ν' αράξω θέλω, αητέ μου,
μέσ' στην παλιά μου κατοικιά, στην πρώτη τη φωλιά μου,
Θέλω ν' αράξω στα βουνά, θέλω να ζάω μ' εσένα.
Θέλω τ' ανήμερο καπρί, τ' αρκούδι, το πλατόνι,
καθημερνή μου κι ακριβή να τάχω συντροφιά μου.
Κάθε βραδούλα, καθε αυγή, θέλω το κρύο τ' αγέρι
νάρχεται από την λαγκαδιά, σαν μάνα, σαν αδέρφι
να μου χαϊδεύει τα μαλλιά και τ' ανοιχτά μου στήθη.
Θέλω η βρυσούλα, η ρεματιά, παλιές γλυκές μου αγάπες
να μου προσφέρνουν γιατρικό τ' αθάνατα νερά τους.
Θέλω του λόγγου τα πουλιά με τον κελαϊδισμό τους
να με κοιμίζουν το βραδύ, να με ξυπνούν το τάχυ.
Και θέλω νάχω στρώμα μου νάχω και σκέπασμά μου
το καλοκαίρι τα κλαδιά και τον χειμώ τα χιόνια.
Κλωνάρια απ' αγριοπρίναρα, φουρκάλες από ελάτια
θέλω να στρώνω στοιβανιές κι απάνου να πλαγιάζω,
ν' ακούω τον ήχο της βροχής και να γλυκοκοιμιέμαι.
Από ημερόδεντρον αητέ, θέλω να τρώω βαλάνια,
θέλω να τρώω τυρί αλαφιού και γάλα απ' άγριο γίδι.
Θέλω ν' ακούω τριγύρω μου πεύκα κι οξιές να σκούζουν,
θέλω να περπατώ γκρεμούς, ραϊδιά, ψηλά στεφάνια,
θέλω κρεμάμενα νερά δεξιά ζερβιά να βλέπω.
Θέλω ν' ακούω τα νύχια σου να τα τροχάς στα βράχια,
ν' ακούω την άγρια σου κραυγή, τον ίσκιο σου να βλέπω.

Θέλω, μα δεν έχω φτερά, δεν έχω κλαπατάρια,
και τυραννιέμαι, και πονώ, και σβυιέμαι νύχτα μέρα.
Παρακαλώ σε, σταυραητέ, για χαμηλώσου ολίγο
και δως μου τες φτερούγες σου και πάρε με μαζί σου,
πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάη ο κάμπος!
.
.
.
.
.
.