Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Charles Péguy. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Charles Péguy. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Μαρτίου 21, 2007



Jeanne d’ Arc
.
.

vitrail
.
.
eglise cervieres
.
.
Loire
.
.
.
.
.
Ο Charles Péguy

γεννήθηκε στην Ορλεάνη το 1873 και σκοτώθηκε στο μέτωπο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου τον Σεπτέμβριο του 1914.
Ήδη κατά τη διάρκεια των σπουδών φιλοσοφίας που πραγματοποίησε στο Παρίσι ξεκίνησε να αρθρογραφεί, συνδυάζοντας έναν ιδιότυπο ουτοπιστικό σοσιαλισμό με τις πνευματικές και θρησκευτικές αναζητήσεις ενός πατριώτη.
Έχοντας σταθεί από την πρώτη στιγμή στο πλευρό του Dreyfus, υποστηρίζοντας δυναμικά την αναθεώρηση της περίφημης δίκης, ο Péguy αρνήθηκε να αποδεχτεί την αποδέσμευση του κράτους από την εκκλησία.

…………………………………………………..
Το πρώτο του δράμα, που αφιερώνει στην Ιωάννα της Λωραίνης, το 1897, πηγάζει από την ενδελεχή ιστορική έρευνα των αρχείων, χωρίζει σε τρία μέρη ολόκληρη την ιστορία της Ιωάννας και εμφανίζει μια πολυπρόσωπη ανάπτυξη σε μία πρόζα που κατά καιρούς ενσωματώνει τη λυρική ποίηση.
Το 1910 ο Péguy έχει ήδη περάσει μια δεκαετία ως εκδότης και βασικός συντάκτης των Cahiers de la Quinzaine (Τετράδια του δεκαπενθημέρου): σ’ αυτά δημοσιεύει το «Μυστήριο της καλοσύνης της Ιωάννας της Λωραίνης» αφαιρετικό ποιητικό δράμα όπου φέρνει την ηρωίδα αντιμέτωπη με το λυτρωτικό άκουσμα μιας μυστικιστικής, γεμάτης λατρεία περιγραφής του Θείου Πάθους και του πόνου της μητέρας του Ιησού.

Τρίτη, Μαρτίου 20, 2007

.

.

.

.

.

.

.

D’ après Charles Péguy

“Mon enfance”

Tous les matins, je me levais de bonne heure.
J’ avais dès ce temps là, bonne envie de dormir, mais je disais tous les soirs à maman de me réveiller de bonne heure le lendemain, à six heures justes, parce que j’ avais à travailler. Maman n’ y manquait pas. Elle même, se levait tous les matins à quatre heures, hiver comme été, pour travailler à rempailler les chaises…

A cette heure là, ma grand-mère n’ était pas encore levée, mais déjà le poêle rouge ronflait dans la maison chauffée, je me mettais à l’ ouvrage et je travaillais sérieusement .

L’ heure marchait, ma grand- mère se levait et faisait chauffer le café dans la marmite. A sept heures et demie sonnant, je me débarbouillais, je cirais mes sabots, je me lavais les mains, je m’ habillais, tous les matins à la même heure et à la même vitesse. Je déjeunais en trempant un bon morceau de pain dans une bonne tasse de café noir bien chaud. Maman m’ embrassait sur le pas de la porte, je partais pour la classe du matin.