Τετάρτη, Δεκεμβρίου 26, 2007

a.k.

Ανοχύρωτη έμεινε η πολιτεία.
Η όμορφη πολιτεία, που ποιητές την αγάπησαν
κι οργανοπαίχτες του βιολιού μαστόροι
Η όμορφη πολιτεία, που ερωτευόταν στον εσπερινό τα φεγγάρια πάνωθέ της,
και μέτραγε τα πρωινά, με τις σιωπές των όρθρων
Η όμορφη πολιτεία, που μέσα της κήποι ανθίζαν, χαμομήλια, μυρτιές
κι άγρια της άνοιξης μυριστικά τριαντάφυλλα
Η πολιτεία, που την διαβήκαν άνθρωποι
Κρατώντας στα χέρια παντιέρες τιμής και λάβαρα
Η όμορφη πολιτεία με τα ντροπαλά μάγουλα
Και τα μάτια της θλίψης,
Της θλίψης
Που ερχόταν από πέρα, μακριά,
Απ’ το απέραντο του σύμπαντος
Κι ακόμα πιο πέρα,
Απ’ το κενό, απ’ την άβυσσο,
Την ερμιά
εντελώς αδούλευτη σκέψη,
έτσι όπως βγήκε, μονοκοπανιά...

Τρίτη, Δεκεμβρίου 25, 2007

Και
η Λατινική
Παράδοση ...
.
.
.
Gloria
in excelsis Deo !




.
Adeste, fideles, laeti, triumphantes:
Venite, venite in Bethleem
Natum videte Regem Angelorum,

Venite, adoremus; Venite, adoremus;
Venite, adoremus Dominum.

En, grege relicto, humiles ad cunas
Vocati pastores approperant.
Et nos ovanti gradu festinemus.

Venite, adoremus; Venite, adoremus;
Venite, adoremus Dominum.

Aeterni Parentis splendorem aeternum
Velatum sub carne videbimus:
Deum infantem pannis involutum.

Venite, adoremus; Venite, adoremus;
Venite, adoremus Dominum.

Pro nobis egenum et foeno cubantem
Piis foveamus amplexibus;
Sic nos amantem quis non redamaret ?

Venite, adoremus; Venite, adoremus;
Venite, adoremus Dominum.



Gloria in excelsis Deo,
Et in terra pax hominibus bonae voluntatis.
Laudamus te.
Benedicimus te.
Adoramus te.
Glorificamus te.

τη σκέψη μου
σας στέλνω






“Έγνω βούς
τον κτησάμενον
και όνος
την φάτνην του κυρίου
αυτού·
Ισραήλ δε με
ουκ έγνω
και ο λαός μου ου συνήκεν”.
.
.
προφητεία Ησαΐα
.
.
.
.
.
.Βυζαντινή Αγιογράφιση

«Και έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον, και εσπαργάνωσεν αυτόν και ανέκλινεν αυτόν εν τη φάτνη διότι ουκ ην αυτοίς τόπος εν τω καταλύματι.
Και ποιμένες ήσαν εν τη χώρα τη αυτή αγραυλούντες και φυλάσσοντες φύλακας της νυκτός επί την ποίμνην αυτών
και ιδού άγγελος Κυρίου επέστη αυτοίς και δόξα Κυρίου περιέλαμψεν αυτούς,
και εφοβήθησαν φόβον μέγαν•
και είπεν αυτοίς ο άγγελος, μη φοβείσθε ιδού γαρ ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην,
ήτις έσται παντί τω λαώ, ότι ετέχθη υμίν σήμερον σωτήρ,
ος εστί Χριστός Κύριος, εν πόλει Δαυίδ
και τούτο υμίν το σημείον ευρήσετε βρέφος εσπαργανωμένον, κείμενον εν φάτνη
και εξαίφνης εγένετο συν τω αγγέλω πλήθος στρατιάς ουρανίου αινούντων τον Θεόν
και λεγόντων δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία
και εγένετο ως απήλθαν απ' αυτών εις τον ουρανόν οι άγγελοι,
και οι άνθρωποι οι ποιμένες είπον προς αλλήλους διέλθωμεν δη έως Βηθλεέμ
και ίδωμεν το ρήμα τούτο το γεγονός, ο Κύριος εγνώρισεν ημίν.
Και ήλθον σπεύσαντες, και ανεύρον την τε Μαριάμ και τον Ιωσήφ και το βρέφος κείμενον εν τη φάτνη».

κατά Λουκάν (κεφ. Β. 7 - 16)


«και ιδού ο αστήρ ον είδον εν τη ανατολή προήγεν αυτούς,
έως ελθών έστη επάνω ου ην το παιδίον•
ιδόντες δε τον αστέρα εχάρησαν χαράν μεγάλην σφόδρα,
και ελθόντες εις την οικίαν είδον το παιδίον μετά Μαρίας της μητρός αυτού,
και πεσόντες προσεκύνησαν αυτώ
και ανοίξαντες τους θησαυρούς αυτών προσήνεγκαν αυτώ δώρα,
χρυσόν και λίβανον και σμύρναν».

κατά Ματθαίον (κεφ. Β, 9 - 11)

.
«Ανέτειλας Χριστέ εκ Παρθένου, νοητέ Ήλιε της Δικαιοσύνης
και Αστήρ σε υπέδειξεν, εν Σπηλαίω χωρούμενον τον αχώρητον»


Η Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει


Κοντάκιον. Αυτόμελον.
Ποίημα Ρωμανού τού Μελωδού.
.
Η Παρθένος σήμερον, τόν υπερούσιον τίκτει,
καί η γή τό Σπήλαιον, τώ απροσίτω προσάγει.
Άγγελοι μετά Ποιμένων δοξολογούσι.
Μάγοι δέ μετά αστέρος οδοιπορούσι.
δι ημάς γάρ εγεννήθη, Παιδίον νέον,
ο πρό αιώνων Θεός.
.
Κοντάκιον.
H παρθέvος σήμερον, τόν προαιώvιοv Λόγοv,
εν σπηλαίω έρχεται, αποτεκείν απορρήτως.
Χόρευε η οικουμένη ακουτισθείσα.
δόξασοv μετά Αγγέλων καί τώv Ποιμένωv,
βουληθέντα εποφθήναι,
παιδίον νέον, τόν πρό αιώνωv Θεόν.



Ωδή
Χριστός γεννάται, δοξάσατε,
Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε,
Χριστός επί γής, υψώθητε,
Άσατε τώ Κυρίω πάσα η γή,
καί εν ευφροσύνη, ανυμνήσατε λαοί,
ότι δεδόξασται.




Δευτέρα, Δεκεμβρίου 24, 2007

στην Julie,
που μου το έμαθε
.
Minuit Chretiens
.
..

Minuit Chretiens, c’ est l’ heure solenelle,
Où l’ Homme-Dieu descendit jusq’ à nous,
Pour effacer la tache originelle,
Et de son Père arreter le courroux.

.
.
Le monde entier tressaille d’ esperance,
En cette nuit, qui lui donne un Sauveur.
Peuple, à genoux ! attends ta delivrance,
Noel, Noel, voici le Redempteur.

De notre foi que la lumière ardente
Nous guide tous au berceau de l’ Enfant,
Comme autrefois une etoile brillante
Y conduisit des chefs de l’ Orient,
Le Roi des rois nait dans une humble crèche
Puissants du jour, fiers de votre grandeur,
À votre orgueil, c’ est de là qu’ un Dieu preche,
Courbez vos fronts devant le Redempteur.

Le Redempteur a brisé toute entrave,
La terre est libre et le ciel est ouvert.
Il voit un frère où n’ etait qu’ un esclave
L’ amour unit ceux qu’ enchainait le fer.
Qui lui dira notre reconnaissance?
C’ est pour nous tous qu’ il nait, qu’ Il souffre et meurt.
Peuple, debout ! Chante ta delivrance!
Noel, Noel, chantons le Redempteur


Placide Cappeau

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 20, 2007


φίλοι μου,
εύχομαι σε όλους σας


ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ !

να έχετε υγεία

και αγάπη .


Ευτυχισμένοι να είστε !







Δευτέρα, Δεκεμβρίου 10, 2007

κι οι γλάροι
τα γοργόφτερα πουλιά
λευκό μπαλέτο στα σκοτάδια…
.
Μικρό ημερολόγιο ταξιδιού
- συνέχεια

στη θάλασσα
Πρωϊνοί σήμερα.
Είναι, που σχεδόν δεν κοιμηθήκαμε αποβραδύς.
Κακός θαλασσινός καιρός. Γερές αναταράξεις, και προς το ξημέρωμα οι αστραπές σκίζαν το στερέωμα, και κάναν τη νύχτα μέρα.
Το πλήρωμα επί ποδός.
Ο καπετάνιος όρθιος στο τιμόνι. Όλοι στα πόστα τους.
Αυτοί, όλοι εδώ μέσα οι ναυτικοί, είναι γερά σκαριά, ψημένοι στα ταξίδια, συνηθισμένοι σε φουρτούνες, κύματα και κακούς καιρούς. Δεν δείχνουν να σκιάζονται εύκολα.
Η μόνη άμαθη είμ’ εγώ.
Ήταν επιλογή μου όμως το ταξίδι, και γι αυτό στέκομαι τώρα, ήσυχα στη θέση μου, δίχως να γκρινιάζω.
Όταν κάτι το διαλέγεις, και μάλιστα έπειτα από δική σου ανάγκη, ή σκέψη ώριμη (απ’ όποια πλευρά θέλεις δες το), πάει και τελείωσε, μπαίνεις σε δρόμο και τον ακολουθείς. Γίνεται δρόμος δικός σου. Οδός σου.
Τον αγκαλιάζεις και πηγαίνετε αντάμα. Ο δρόμος κι εσύ.
Ετούτος εδώ ο δρόμος που εγώ επέλεξα, είν’ ένας δρόμος θαλασσινός. Διόλου εύκολος. Μα ποιος είπε, πως οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι για να τους αρέσουν τα εύκολα;

Κοντά στο ξημέρωμα, τα μπωφόρια έπεσαν –μπωφόρια, τα λέει ο λοστρόμος, μπωφόρια τα λέω κι εγώ-, έπεσε η θάλασσα, μαζεύτηκε ο καιρός, ο ουρανός είναι μολυβής, τα σύννεφα βαριά, ταξιδιάρικα.
Ο καπετάνιος άφισε το τιμόνι στον δεύτερο, και κατέβηκε να ξεκουραστεί.
Ξυλιασμένος ήτανε. Τον βόηθησα να βγάλει την εξάρτηση της βάρδιας, άναψα φωτιά, έβρασα στην μπουγιότα νερό με μοσχοκάρφια και ξύλο κανέλλας μέσα, έφτιαξα δυό γερά μαύρα τσάγια. Πήρα απ’ το ντουλάπι δυό κούπες, εγγλέζικη πορσελάνη. Τον σέρβιρα, στο δικό του τσάϊ έσταξα και λίγο γαλλικό cognac, κι έπειτα κάθισα σιμά του.
«Κρυώνουν τα πόδια μου», είπε. Βγάλαμε τις κάλτσες, είχαν υγρασία. Πήρα απ’ το ραφάκι το οινόπνευμα, «άσε με να σε φροντίσω», του λέω, κι εκείνος υπάκουσε, σαν ένα μέταλλο που μαλακώνει έγινε το σώμα του, το ένιωσα σαν άρχισα να του τρίβω με το σπίρτο τα πόδια.
Ο παππούς μου ο σφουγγαράς -εκ Σύμης- , ήταν κι αυτός ένας γερός, σκληροτράχηλος ναυτικός, μου έλεγε, πως στο κρύο, έκαναν τα χρόνια εκείνα εντριβές με πετρέλαιο.
Έτσι, ζέστανα τα ταξιδιάρικα πόδια του καπετάνιου μου, τον έχωσα στην κουκέτα, τον κουκούλωσα με το πάπλωμα της χήνας, τον σταύρωσα, ακούμπησα ένα φιλί στα γκρίζα του μαλλιά, έσβησα το φως, άναψα την μικρή λάμπα στο παλιό μου γραφειάκι και κάθισα να βάλω μιαν τάξη στις σκέψεις μου, και στην αταξία γύρω μου.

Έψαχνα από καιρό στις λατινικές μου σημειώσεις, κάτι να βρω για την έκφραση alma mater.
Αντιγράφω έτσι, μια παράγραφο, που βρήκα.

Alma Mater
ή
Alma Parents

L'Alma Mater est un terme d'origine latine, traduisible par « mère nourricière ». Le terme était employé dans la Rome antique, pour désigner la déesse mère

Η τροφός μήτηρ
"Ποτνία μήτηρ"

Selon la légende, Rome est fondée par Romulus et Rémus, qui, dans leur enfance, auraient été nourris par une louve.

http://fr.wikipedia.org/wiki/Catégorie:Locution_latine
« expressions latines »

(Aux Etats-Unis, la plupart des vieilles universités, possèdent leur Alma Mater, terme qui désigne dans ce cas l'intégralité de l'hymne d'une université)

Από τον πίνακα με τους λατινικούς όρους, ξαναβρίσκω εδώ, μιάν έκφραση, που πάντα με συγκινούσε και μ’ ενδιέφερε :


non ministrari sed ministrare


"You are not here to be served but to serve"

ουκ ήλθε διακονηθήναι αλλά διακονήσαι"

δεν θυμάμαι, και πρέπει να το ψάξω, μα ίσως είναι από το ευαγγέλιο το κατά Λουκάν.
εξάλλου, το alma mater, με οδηγεί στην

Γαλακτοτροφούσα

Κυριακή, Δεκεμβρίου 09, 2007

χειμώνας που είναι,
κρύα και βροχές κι αέρηδες,
άστε με να σας στείλω χειμωνιάτικα, βουνίσια, ακριβά,
λευκά λουλούδια.
και κορφούλες με χιόνια και σύννεφα.
και ταιριαστή μουσική

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 06, 2007


τα μενεξεδάκια μου

ταπεινά, χαμηλά,
μωβ σαν τη θλίψη,
γλυκόπιοτα σαν το φιλί,
ζωηρά κι ατίθασα,
δυσεύρετα, σπάνια,
μονα δικά μου




δύο εσύ και τρεις εγώ
πράσινο πεντόβολο
μπαίνω μέσα στον μπαξέ
γειά σου κύριε μενεξέ
από τον
Ήλιο τον Ηλιάτορα

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 05, 2007

Εξήνθησεν η έρημος, ωσεί κρίνον, Κύριε

Χαίρε, κρίνον το ηδύπνοον παραδείσου μυστικού

χαιρετισμοί
.
Χαίρε που καταρτίζεις τα Μηναία ...
Το Κρίνο, το Τριαντάφυλλο, το Γιασεμί, ο Μενεξές,
η Πασχαλιά, ο Υάκινθος
Ελύτης
.
.
που 'χε ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο. ...
Σολωμός
.
μόνο γι' αυτό είμαι ωραία, σαν κρίνο ολάνοιχτο
Μαρία Πολυδούρη
.
Εγώ άνθος του πεδίου, κρίνον των κοιλάδων
ως κρίνον εν μέσω ακανθών,
ούτως η πλησίον μου ανά μέσον των θυγατέρων.
άσμα ασμάτων
.
Αγαλλιάσθω έρημος και ανθείτω ως κρίνον
Ησαΐας, Κεφ. λε'
.
.
.
.
*roses

Τρίτη, Δεκεμβρίου 04, 2007

κι οι γλάροι
τα γοργόφτερα πουλιά
λευκό μπαλέτο στα σκοτάδια…
.
.
Μικρό ημερολόγιο ταξιδιού
- συνέχεια
.
.
στη θάλασσα
.
.
Δευτέρα, 3 του Δεκέμβρη 2007

Χτες το απομεσήμερο, είχα ανάγκη να πάρω λίγον καθαρόν αέρα.
Φόρεσα ένα πουλόβερ μάλλινο, παντελόνι φανελένιο, ζεστά σοσόνια, τα μποτάκια με τη γούνα μέσα, κι ανέβηκα στη γέφυρα.
Είχε ήλιο κι η θάλασσα ήταν κάλμα. Λάδι. Μπονάτσα. Χάρμα να την βλέπεις, να την μυρίζεις, γλυκό αλάτι στα ρουθούνια σου…

Είμαστε κοντά σε ακτές. Έτσι, πήρα μια πολυθρόνα ξαπλωτούρα -αυτές που οι Γάλλοι ονομάζουν chaise longue-, κι αντί να την στρέψω στον θαλασσινόν ορίζοντα, την γύρισα δυτικά, να κοιτάζει στεριά.
Ο ήλιος, ίσα που είχε ξεπεράσει τη μέση του ουρανού, έλαμπε ακόμα ζεστός χειμωνιάτικος και φωτεινός.
Έβαλα άντικρυ του την πολυθρόνα μου και ξαπλώθηκα. Γύρισα το πρόσωπο, να με λούζει το φως ολόκληρη, κι έκλεισα τα μάτια. Δεν κοιμήθηκα. Απολάμβανα την ζεστασιά και την ησυχία.
Τι ωραία στιγμή χαλάρωσης ! Πόσο μου χαν λείψει τα τελευταία χρόνια, στο ρυθμό της πόλης, οι στιγμές της χαλάρωσης… Σκληρές πολύ έχουν γίνει οι μεγαλουπόλεις. Πόλεις για γερά νεύρα , γερά στομάχια κι ανθρώπους με αντοχές.
Τι καλή απόφαση πήρα να φύγω, να ταξιδέψω, σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι…και τεντώνω τα πόδια με ευχαρίστηση στην πάνινη, κάτω απ’ τον ήλιο !
Που και που ανοίγω τα μάτια. Αντίκρυ, χαμηλοί αμμόλοφοι και ακόμα πιο πίσω, πρασινάδες.
Ένας γλάρος στέκεται στο μεσαίο κατάρτι, μπροστά μου, ξάφνου βουτάει στο νερό που αστράφτει, αρπάζει με το ράμφος κάτι στο φτερό και ξανασηκώνεται προς την ακτή.
Μαζεύω στο στήθος τα πόδια, λυγίζω τα γόνατα, κι ακουμπάω πάνω το βιβλίο που ανέβασα.
Ψυχή δεν υπάρχει τέτοιαν ώρα στη γέφυρα. Έτσι, πήρα απόφαση να διαβάζω μεγαλόφωνα.
.
«Διά τον αρχιμουσικόν. Επί κρίνων..

Όλα τα ενδύματά σου ευωδιάζουν από σμύρναν και αλόην και κασίαν,
Από ελεφάντινα ανάκτορα σε ευφραίνουν έγχορδα όργανα»

Μετάφρασις των εβδομήκοντα
Σελ. 113, ψαλμός ΜΔ΄, των υιών Κορέ.
.
.

«…Συ, Κύριε,
ο οποίος θέτεις τας δοκούς των υπερώων σου εις τα ύδατα,
ο οποίος περιπατείς επί πτερύγων ανέμων,
ο οποίος κάμνεις τους ανέμους αγγελιοφόρους σου…»
.

«… εκεί είναι η θάλασσα η μεγάλη και ευρύχωρος,
όπου υπάρχουν αναρίθμητα ερπετά,
ζώα μικρά μετά μεγάλων.
Εκεί διατρέχουν τα θαλάσσια κήτη,
Ο Λευϊάθαν, τον οποίον έπλασες δια να παίζη εντός αυτής…».

Τω Δαυίδ, ψαλμός ΡΓ΄, σελ. 171

Ξάφνου έπεσε πούσι. Χαμηλώνει ο ήλιος.
Ένα θαλασσινό σύννεφο κατέβασε υγρασία, και μ’ έπιασε ρίγος.
Στ’ αμπάρι, πίσω. Στη θερμάστρα, και στα ζεστά μου σκεπάσματα.