Τετάρτη, Ιανουαρίου 16, 2008



Τι τυχερή είμαι!
μέσα στην τόση μου αταξία
βρήκα το παλιό βιβλίο, που έψαχνα !
σας αντιγράφω το κείμενο .

pour Vous
comme tout, d’ ailleurs !
.
.
.
.
.
.
.
.
.
ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ


Αθήναι, 2 Φεβρουαρίου 1929
Αγαπητοί μου,


Να μια λέξη από κείνες που δείχνουν όλο το μεγαλείο, όλη την ομορφιά της Δημοτικής μας ! Δεν την έχει η Καθαρεύουσα, δεν την έχει η Αρχαία, δεν την έχει ίσως ούτε άλλη γλώσσα στον κόσμο : Βαρυχειμωνιά ! Τι εκφραστική, τι παραστατική λέξη ! Σας δείχνει το βαρύ, το δριμύ χειμώνα σα… να τον βλέπετε.
Αντί να τουρτουρίζετε, όμως, αισθάνεσθε απεναντίας σα μια ζέστα, μια γλύκα, μια ευχαρίστηση.
Είναι η ίδια η ομορφιά της λέξης που σας τη δίνει.
Είναι η ίδια η μεγάλη της παραστατικότητα, αυτή που σας δείχνει γυμνόφυλλα δέντρα να λυγίζουν στο φύσημα του ανέμου, βουνά σκεπασμένα από χιόνι, σταχτιά τοπία μελαγχολικά, και συγχρόνως κάμαρες με κλειστά παράθυρα, προφυλαγμένες, στρωμένες και γελαστές στη λάμψη του αναμμένου τζακιού…
Βαρυχειμωνιά ! Αυτή η λέξη τα λέει όλα : βροχή κι ομπρέλλα, βροντή και κουκούλωμα, χιόνι και γούνα, κρύο και φωτιά, - και μαγγάλι, και ψημένα κάστανα, και παραμύθι της γιαγιάς…

Έλεγαν από καιρό τώρα, πως φέτος θάχωμε βαρυχειμωνιά, μα δεν το πολυπίστευα, γιατί ποτέ δεν πολυπιστεύω μετεωρολογικές προφητείες…
Τελευταία είπαν πως θαρχόταν κι εδώ από την Ευρώπη το «κύμα ψύχους», μα, όσο έβλεπα τα πρώτα χιόνια να λυώνουν κάτω από ένα λαμπρό ήλιο, έλπιζα πως το κύμα θάλλαζε δρόμο. Άκουσα μάλιστα μια μέρα πως στράφηκε κατά τα Βαλκάνια, αφίνοντας την Ελλάδα πίσω του.
Δυστυχώς αυτό μόνο ήταν ψέμα. Το κύμα έφτασε. Τα σημερινά τουλάχιστο σημάδια δεν μαφίνουν αμφιβολία : Πρωί- πρωί μου έφεραν να ιδώ – και να χαρώ – ένα κομμάτι πάγο απ’ την ταράτσα : τη νύχτα είχε παγώσει το νερό που είχε μείνει κει-έξω σε μια λεκάνη… Έπειτα η μικρή Χιονία, η άσπρη μου γατίτσα, μου παρουσιάσθηκε αγνώριστη, μαύρη, μουντζούρα, με τη γούνα της εδώ κι εκεί τσουρουφλισμένη, ελεεινή ! Κρύωνε, φαίνεται, το κακόμοιρο το ζώο, κρύωνε πολύ, και πριν ανάψουμε τις σόμπες, κατέβηκε στην κουζίνα και χώθηκε ολάκερο στην τρύπα εκείνη του τζακιού όπου πέφτουν οι στάχτες και τα καρβουνάκια, καμμιά φορά αναμμένα…
Συγχρόνως έφτασαν στ’ αυτιά μου κλάματα : έκλαιγε ο Αναστασάκης, ένα παιδάκι απ’ τη γειτονιά, τεσσάρω χρονών, και γύρευε της μάννας του να του αγοράση ένα μάλλινο τζιπουνάκι, «σαν κι εκείνο που είχε χαρίσει του Γεωργάκη ο μπάρμπας του».
Θα κρύωνε, φαίνεται, πολύ κι ο καϊμένος ο Αναστασάκης. Πολλές φορές τον είχ’ ακούσει να κλαίη για ψωμί, για γλυκό, για παιχνίδι, μα για ρούχο ποτέ. Απεναντίας όσο πιο λίγα του φορούσαν, τόσο πιο ευχαριστημένος ήταν. Και δεν του άρεσε τίποτα περισσότερο παρά να τρέχη μισόγυμνος στην αυλή ή στην ταράτσα…

Βαρυχειμωνιά, τελείωσε ! Έπρεπε να πάρουμε τα μέτρα μας. Φόρεσα ένα μάλλινο τζιπούνι – εμένα η μαμά μου μου είχε πάρει, - κι είπα νανάψουν όλες τις σόμπες του σπιτιού.
Σε λίγο, καθισμένος μπροστά στο γραφείο μου και γράφοντας χωρίς να νοιώθω καθόλου το κρύο, γύριζα κάθε τόσο κι έβλεπα τη Χιονία ξαπλωμένη μέσα… στο δίσκο της σόμπας, με τη μουρίτσα της κολλημένη σχεδόν στο ζεστό μαντέμι. Δεν κρύωνε πιά ούτε αυτή.
Είχαμε βολευθεί κι οι δυό μας.
Μόνο το φασουλάκι εκείνο, ο Αναστασάκης, εξακολουθούσε να γκρινιάζη και να γυρεύη της μάννας του ένα μάλλινο τζιπουνάκι σαν του Γεωργάκη.
Κάποτε, η φτωχή γυναίκα, που μ’ όλο εκείνο το κρύο έπλενε στην αυλή του πλαϊνού, για να βγάλη το ψωμί της ημέρας της, έχασε την υπομονή. Και σα να ήταν μεγάλος ο Αναστασάκης ή σα να μιλούσε στον εαυτό της, του φώναξε :
-Κακομοίρη μου, θάπρεπε να μη φας εσύ ένα μήνα, για να σου πάρω εγώ τέτοιο τζιπουνάκι !…
Τάκουσε ο Αναστασάκης και, από τη στιγμή εκείνη έπαψε να κλαίη και να γκρινιάζη. Καθόταν όμως συλλογισμένος, αμίλητος, σκοτεινός…
Είχε περάσει έτσι καμμιά ώρα. Η μάννα του είχε ξεχάσει κιόλα τι του είχε πει. Κι άξαφνα, η βαθειά φωνή του παιδιού, της έδωσε ήσυχα-ήσυχα, σοβαρά, την απάντηση:
-Καλά. Εγώ δε θα φάω μία μήνα, για να μου αγοράσης εσύ το τζιπουνάκι.
Τα παιδιά αλλάζουν συχνά τα γένη των ονομάτων.Έτσι κι ο Αναστασάκης έκανε τώρα το μήνα θηλυκό…
Της μάννας του της ήρθε να γελάση, της ήρθε να κλάψη, μα δεν έκανε κανένα από τα δυό, ούτε του είπε λόγο. Εξακολούθησε την πλύση της ως το μεσημέρι. Τη φώναξαν τότε για να φάη στην κουζίνα. Από το φαϊ της, έβαλε λίγο σ’ ένα πιάτο για τον Αναστασάκη. Και τον φώναξε :
-Ε, συ !… κόπιασε να φας !
Ο μικρός ανέβηκε, μπήκε στην κουζίνα, έρριξε μια ματιά στο φαγάκι που τον περίμενε, μα δεν εζύγωσε στο τραπέζι.
-Έλα να φας, σου λέω !
Κι ο Αναστασάκης, με τη βαθειά του φωνή, ήσυχα - ήσυχα και σοβαρά :
-Όχι ! Δε θα φάω μία μήνα, για να μου πάρης τζιπουνάκι.
-Έλα τώρα, κουτεντέ !…
-Όχι ! μία μήνα ! Από σήμερα !
Πόσα τούκαναν, στάθηκε αδύνατο να τον πείσουν. Επιτέλους βαρέθηκαν και τον άφησαν.
-Να χαθής, πεισματάρικο ! μουρμούρισε η φτωχή μάννα.
Αλλά το φαί μύριζε ωραία κι ο Αναστασάκης κατάλαβε πως πεινούσε πολύ. Δεν μπόρεσε πιά να βαστάξη. Στην κουζίνα οι άλλοι είχαν σχεδόν αποφάει, όταν ο μικρός, μονάχος, χωρίς να του ξαναπή κανένας τίποτα, ζύγωσε το τραπέζι, κάθησε κι άρχισε να τρώη.
-Μπα; Έκαμε τότε η μάννα του, με την ψεύτικη εκείνη ειρωνία της στοργής και του πόνου. Δεν είπες πως δε θα φας μία μήνα;…
Κι ο Αναστασάκης, μπουκωμένος τώρα, μα πάντα με βαθειά φωνή, ήσυχα – ήσυχα και σοβαρά :
-Θ’ αρχίσω από αύριο. Σήμερα πεινάω…

Σας ασπάζομαι
Φαίδων

Τρίτη, Ιανουαρίου 15, 2008

genna είπε :

μήτε βουνό μητέ λαγκάδι
θα μας αφήσουν να υμνούμε
και να χαιρόμαστε...

δες...

Όπως ανέφεραν προχθές οι ειδήσεις,
η ΕΕ εξέδωσε ένα ψήφισμα για όλες τις μεσογειακές χώρες που επλήγησαν από φωτιές,
να δεσμευτούν ότι τα δάση που κάηκαν θα ξαναγίνουν δάση, διότι αυτό αφορά
ΟΛΗ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΚΑΘΕ ΧΩΡΑ ΞΕΧΩΡΙΣΤΑ.

Το ψήφισμα υπεγράφη από τις αντιπροσωπείες όλων των Μεσογειακών χωρών
( Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία, Πορτογαλία) και όλων των παρατάξεων... εκτός μίας.
Guess who?...
Ο κ. Ρουσόπουλος είπε ότι αυτό είναι παρέμβαση στο Σύνταγμα της Χώρας
(βλέπε Αρθρο 24, περί 'δασικών εκτάσεων και δασών' !!... )

Εκτός αυτού, προχτές οι ειδήσεις, ακόμα και των κρατικών καναλιών ανέφεραν οτι 2.000 και πλέον στρέμματα στη Ζαχάρω
'παραχωρήθηκαν για ήπια τουριστική ανάπτυξη'
σε μεγάλα ξενοδοχειακά συγκροτήματα.
Οφείλουμε να δείξουμε σε όλα τα κόμματα οτι δεν είμαστε σύμφωνοι και οτι δεν αδιαφορούμε :
υπογράψτε το petition για την προστασία των δασών.
Οι τωρινές 117.000 υπογραφές είναι πάρα πολύ λίγες - οφείλουμε να τις κάνουμε 2.000.000, αφού η αίτηση αυτή θα σταλεί στη Βουλή, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αλλά και στον ΟΗΕ.

www.petitiononline.com/forestgr/



σημείωση quartier :
.
εμ, βέβαια,
αφού οι άνθρωποι παίζουνε μπάλα μόνοι τους στο γήπεδο,
δίχως αντίπαλο...
αφού η αντιπολίτευση ουσιαστικά είναι ανύπαρκτη,
αφού όσοι θα έπρεπε να χτυπήσουν τις γροθιές στα τραπέζια, κωφεύουν ή σιωπούν,
γιατί μας κάνει εντύπωση το συμβάν ; !





Σάββατο, Ιανουαρίου 12, 2008

Ζαχαρίας Παπαντωνίου
.
Έτσι αρχίζει τούτο το σπουδαίο, παιδικό βιβλίο :
.
Βραδιάζει.
Τι λαμπρή φωτιά είναι αυτή, που φάνηκε στο βουνό !
Πρώτος ο Φάνης την είδε. Πρώτος αυτός βλέπει τις ομορφιές της γης και τ’ ουρανού και τις δείχνει στ’ άλλα παιδιά : τον ήλιο που βασιλεύει, τα σύννεφα που τρέχουν στον ουρανό, το άστρο που καθρεφτίζεται στο ρυάκι.
.
.
σελ. 164

Το όνειρο του χωριάτη


-«Και ποιο είναι το όνειρο του χωριάτη;» ρωτούν τα παιδιά.

«Ήταν ένας χωριάτης, άρχισε να λέη ο δασάρχης, κι είχε μια γίδα.
Την πήγαινε στο δάσος κι έβοσκε. Μια μέρα, που την άρμεγε, τι να δη; Αντί γάλα, έβγαζε νερό. Το νερό γέμισε την καρδάρα, πλημμύρισε τον τόπο και κατέβηκε με ορμή στους κάμπους.
«Έλα, για όνομα του Κυρίου», είπε ο χωριάτης την ώρα που πνιγόταν.
Γιατί αυτά όλα στ’ όνειρό του τα είδε !

Όταν ξύπνησε, πήγε σε δυό χωριάτες εκατό χρονών να του εξηγήσουν τ’ όνειρο.
Ο ένας γέρος του είπε, πως το νερό θα είναι γάλα. Ο άλλος του είπε, πως θα έχη να κάμη με δικαστήρια.
«Οι γέροι παραγέρασαν», είπε «ας πάω να δω τον ψάλτη, που διάβασε περισσότερα».
Πήγε στον αριστερό ψάλτη και του είπε τ’ όνειρο. Εκείνος έβαλε τα γυαλιά του, πήρε από το ράφι ένα μεγάλο βιβλίο, κι αφού του τίναξε τη σκόνη, το άνοιξε και διάβασε δυνατά :

«Γ ί δ α . Εάν ιδής εις τον ύπνο σου γίδα, εάν μεν συμβαίνη και είναι μαύρη η γίδα και έχη τα κέρατα γυριστά, τούτο σημαίνει , ότι θέλεις λάβει ογρήγορα γράμμα συστημένον από τους συγγενείς σου από την Αμερική».
Η γίδα ήταν τέτοια, ο χωριάτης όμως δεν είχε κανένα συγγενή στην Αμερική.
Ο ψάλτης έβαλε τα γυαλιά του στην άκρη της μύτης και διάβασε άλλη σελίδα :

«Ν ε ρ ό ν . Εάν ίδης νερόν και τρέχη από βρύσιν και το νερόν κάμνη βροντήν πολλήν εις το σταμνίον, τότε εις καβγάν θέλει εμπλέξεις. Εάν το νερόν τούτο τρέχη από αυλάκι…»
«Από γίδα !» φώναξε ο χωριάτης. «τι λέει το βιβλίο, άμα τρέχει νερό από γίδα;»

- «Το βιβλίο, είπε ο ψάλτης, δε λέει τίποτα σε τούτο το ζήτημα, αν και είναι χίλιων χρονών ονειροκρίτης, γραμμένος από τους σοφούς του κόσμου».

Ο χωριάτης, όταν είδε, πως και το βιβλίο δυσκολεύεται να εξηγήση τ’ όνειρό του, του φάνηκε, πως μεγάλο κακό θα του γίνη.

«Συμπέθερε ! του είπε τότε κάποιος χωριάτης, τι κάθεσαι και σκοτίζεσαι; Το πράμα είναι φανερό.
- Η γίδα τρώει το κλαρί. Το κλαρί κρατεί τα χώματα και τα χαλίκια στις ράχες. Άμα φαγωθή το κλαρί, παίρνουν οι βροχές το χώμα και το χαλίκι και το πηγαίνουν στο χείμαρρο.
Ο χείμαρρος φουσκώνει, κατεβαίνει στους κάμπους και καταστρέφει. Αν το κλαρί είναι στη θέση του, δε γίνεται τίποτα απ’ αυτά. Να λοιπόν, γιατί η γίδα βγάζει νεροποντή. Σωστά τα είδες στον ύπνο σου».
.
.
.


Κι έτσι τελειώνει τούτο το σπουδαίο, παιδικό βιβλίο :


Έπειτα από χρόνια


Όσοι από τους παλιούς θυμούνται αυτή την ιστορία, μας είπαν, πως εκεί στη χώρα, φάνηκε έπειτα από χρόνια ένας δάσκαλος, που άφησε όνομα.
Έπαιρνε τα παιδιά και τα δίδασκε κάτω από τα δέντρα.
Όταν δεν ήταν *βαρυχειμωνιά, είχαν για σχολείο πότε ένα πεύκο, πότε έναν πλάτανο.
Έπαιρναν το βιβλίο τους και διάβαζαν μαζί του απάνω στους λόφους, στον ήλιο και στον αέρα.
Από κει τους έδειχνε τους γύρω τόπους, τη γη, τον ουρανό, τα πλάσματα όλα.
Τους πήγαινε κοντά στις αγελάδες, στα πρόβατα, στα γίδια, στις κότες, για να μάθουν πώς ζούνε.
Τους μάθαινε τη ζωή των δέντρων, των πουλιών και των εντόμων.
Όταν ήταν καθαρή αστροφεγγιά, τους έδειχνε από ένα ύψωμα και τους ωνόμαζε τ’ άστρα.
Τους μάθαινε να γράφουν, όσα έβλεπαν στον κόσμο κι όσα είχαν στο νου και στην ψυχή τους.
Το δάσκαλο αυτό, τον έλεγαν Λάμπρο.
Όσο για τον Γκέκα, δεν ξέρομε τι απόγινε.
Σπάνια μαθαίνουν οι άνθρωποι την ιστορία των σκύλων.




Υ.Γ.
1. σας αντέγραψα λίγο απ’ το βιβλίο,
που μπορούσε να διαμορφώνει παιδικές ψυχές

2. τώρα που συνάντησα τη λέξη
 

* βαρυχειμωνιά

μου ήρθε συνειρμικά ένα άλλο κείμενο,
ενός άλλου σπουδαίου,
με τίτλο – αν θυμάμαι καλά –

* βαρυχειμωνιά
.
Έχω χρόνια να το πιάσω, μα θα ψάξω να σας το βρω






Ο ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ

Σαν έμαθε τη λέξη καλησπέρα
ο παπαγάλος είπε ξαφνικά:
«Είμαι σοφός, γνωρίζω ελληνικά.
Τι κάθομαι δω πέρα;»

Την πράσινή ζακέτα του φορεί
και στο συνέδριο των πουλιών πηγαίνει,
για να τους πει μια γνώμη φωτισμένη.
Παίρνει μια στάση λίγο σοβαρή,
ξεροβήχει, κοιτάζει λίγο πέρα,
και τους λέει : Καλησπέρα !

Ο λόγος του θαυμάστηκε πολύ.
Τι διαβασμένος, λένε, ο παπαγάλος!
Θα ‘ναι σοφός πολύ μεγάλος
αφού μπορεί και ανθρώπινα μιλεί.

Απ’ τις Ινδίες φερμένος, ποιος το ξέρει
πόσα βιβλία μαζί του να ‘χει φέρει,
με τι σοφούς εμίλησε, και πόσα
να ξέρει στων γραμματικών τη γλώσσα…

«Κυρ - παπαγάλε, θα ‘χουμε την τύχη
ν’ ακούσουμε τι λες και παρά πέρα;»
Ο παπαγάλος βήχει, ξεροβήχει
μα τι να πει ; Ξανάπε :
«Καλησπέρα.»


Η Προσευχή Του Ταπεινού
.
.


Κύριε,
σαν ήρθεν η βραδιά, σου λέω τη προσευχή μου :
'Αλλη ψυχή δεν έβλαψα στο κόσμο απ' τη δική μου.
Εκείνοι που με πλήγωσαν ήσαν αγαπημένοι.
Τη πίκρα μου τη βάσταξα, μου δίνεις και τη ξένη.
Μ' απαρνηθήκαν οι χαρές. Δε τις γυρεύω πίσω.
Προσμένω τα χειρότερα. Ειν' αμαρτία να ελπίσω.
Σαν ευτυχία αγαπώ της νύχτας τη φοβέρα.
Στη πόρτα μου, άλλος δε χτυπά κανείς, απ' τον αγέρα.
Δεν έχω δόξα. Ειν' ήσυχα τα έργα που 'χω πράξει.
'Ακουσα τη γλυκειά βροχή, τη δύση 'χω κοιτάξει,
έδωκα στα παιδιά χαρές, σε σκύλους λίγο χάδι,
ζευγάδες καλησπέρισα που γύριζαν το βράδι.
Τώρα δεν έχω τίποτε να διώξω ή να κρατήσω.
Δε περιμένω ανταμοιβή, πολλή 'ναι τέτοια ελπίδα!
Ευδόκησε ν' αφανιστώ, χωρίς να ξαναζήσω.
Σ' ευχαριστώ
για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.


a.k.

Τις νύχτες

Τις νύχτες,
σαν προσμένω να γυρίσεις
γίνομαι φίλη με το χρόνο,
τον καλοπιάνω.

Τις νύχτες,
σαν προσμένω να γυρίσεις
μαθαίνω
να μετράω αποστάσεις
λογαριάζοντας σπιθαμές
από δέντρο σε δέντρο

Τις νύχτες,
σαν προσμένω να γυρίσεις
καλομιλάω στο χειμώνα.
Ακούω βήματα εφηβικά
απάνω στη βρεγμένη άσφαλτο.

Τις νύχτες,
σαν προσμένω να γυρίσεις
χρωματίζω τις άχαρες λεωφόρους
με κραγιόνια θαλασσιά
μέσα σε άσπρα παιδικά τετράδια

Τις νύχτες,
σαν προσμένω να γυρίσεις
αγαπάω
τον ποταμό από φώτα
που οδηγούν στην πόλη.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 10, 2008

Τετάρτη
9/1/08


Τι κέρασε την Αλίκη
ο τρελός κάπελας στη Χώρα των Θαυμάτων;
Tchae !
.

α.κ.

Μικρό ημερολόγιο ταξιδιού

- συνέχεια
στη θάλασσα

Θαλασσοδερνόμαστε μέρες τώρα...
Πλέουμε μεσοπέλαγα.
Νυχτώνει, ξημερώνει ξανά, φορές δεν ξεχωρίζεις το πρωί απ’ τη νύχτα.

Φυσομανά, το κήτος σκαμπανεβάζει, τρίζει ως τα έγκατά του, ακολουθεί τη φορά απ’ τα κύματα, μουντάρει στ’ αστραπόβροντα, μουγκρίζει, παλεύει, ατρόμητο θεριό.
Ο καπετάνιος, που του αρέσει να μας μαθαίνει καινούργια πράγματα, την ώρα της ξεκούρασής του ανοίγει τους ναυτικούς του χάρτες πάνω στον ξύλινο πάγκο της καμπίνας.
Εγώ κι ο λοστρόμος σκύβουμε πάνω στο χάρτη και κοιτάζουμε με περιέργεια.
Εδώ, έξω απ’ τη Μάλτα, μας δείχνει με το δάχτυλό του, τούτον τον άνεμο που συναντήσαμε και μας τραμπάλιαζε δυό μέρες, τον λένε Γκρεκάλε . Απ' το Ιόνιο έρχεται, κι απ' τα δυτικά παράλια. Βορειοανατολικά φυσάει .

Πίσω μας ωστόσο, φύσαγε και μας τράνταζε εκεί δα, κι ο Μαϊστρος. Κι έσουρε το δάχτυλό του πάνω στο χάρτη ανάποδα, απ’ τον πορθμό της Σικελίας, ίσαμε κάτω απ’ τη Σαρδηνία. Όσο όμως κατεβαίνουμε Νοτιοανατολικά, ναυτόπουλα, λέει ο καπετάνιος γελώντας, χμμμ... εκειδά, θα γνωρίσετε ποιος είναι κι ο Σιρόκος . Θα κατεβάσει ομίχλες ο Σιρόκος. Στα τυφλά θα πηγαίνουμε, μέρα μεσημέρι. Μόνο με τα όργανα πλεύσης.
Γελάει ο καπετάνιος σαν βλέπει τα τρομαγμένα μουτράκια μας, μας κοροϊδεύει και μας λέει «ναυτόπουλα».
Ανάθεμά με, αν εγώ είμαι ναυτόπουλο.
Ένα άμαθο, αναγουλιασμένο πλάσμα στις φουρτούνες είμαι. Μα κι ο λοστρόμος θαρρώ, δεν πάει πολύ πίσω. Το τρίτο ή τέταρτο μπάρκο του είναι τούτο.
Καμιά φορά, μου φαίνεται πως μπορεί να είναι, και πιο τρομαγμένος από μένα.
Αίκος αγράνεμος ! Αίκος αγράνεμος ! φώναζε χτες, την ώρα που ο άνεμος δυνάμωνε.
Τι πάει να πει αυτό; Ρώτησα έκπληκτη τον καπετάνιο. Τι λέει αυτός;
Πόντιος είναι, λέει ο καπετάνιος, κι άμα τα βρίσκει σκούρα θυμάται τη γλώσσα του ! Αγράνεμον, λένε τον άγριο άνεμο. Κι ο καπετάνιος βάζει τα γέλια κι ανεβαίνει στην πλώρη.

Εγώ πάλι, ώρες ατέλειωτες μένω μονάχη, στην κοιλιά του κήτους.
Πού να τολμήσεις με τούτον τον καιρό να ξεμυτίσεις…
Εφευρίσκω όμως, και κάνω πράγματα για να μη βαριέμαι.

Γράφω γράμματα στους φίλους που άφισα πίσω, διαβάζω, ακούω μουσική, βλέπω παλιές καλές ταινίες, φτιάχνω και πίνω tchae, ρίχνω πασιέντζες, τις προάλλες κατέβηκε κάτω ο λοστρόμος μετά τη βάρδια, και μ’ έμαθε πόκερ. Το πιο πολύ όμως, διαβάζω.
Θυμάμαι κάτι που μου είχε αρέσει πριν χρόνια στον Καζαντζάκη, σε ένα από τα ταξιδιάρικά του βιβλία, μου φαίνεται πως είναι το «Ιαπωνία – Κίνα». Εκεί λοιπόν, έγραφε :
«όταν ταξιδεύεις για καιρό στη θάλασσα, για να μπορέσεις να επιβιώσεις, ή, πρέπει να έχεις ένα πολύ ισχυρό πάθος, ή , πρέπει να είσαι απαλλαγμένος από όλα τα πάθη». Κάπως έτσι τέλος πάντων το έγραφε...
Κι εγώ, συχνά από όταν ξεκίνησα τούτο το ταξίδι, θυμήθηκα πολλές φορές τούτον το λόγο.
Είναι σκληρό πράμα η θάλασσα. Δοκιμασία ατέλειωτη για τους ανθρώπους, που την κάναν επάγγελμα και την ταξιδεύουν.
Η θάλασσα, δεν φτάνει να σ’ αρέσει. Είναι πολύ λίγο, το να σ’ αρέσει. Θαρρώ πρέπει να την αγαπάς πολύ, για να πάρεις τη μεγάλη απόφαση.
Κι είναι η θάλασσα, από κείνα τα πλάσματα, που στα ζητάει να της τα δώσεις όλα. Σα γυναίκα ερωτευμένη.


Τετάρτη, Ιανουαρίου 09, 2008


μπουκέτο σαν
την αφρισμένη πέτρα

















































































Δευτέρα, Ιανουαρίου 07, 2008

Τα πικρά και τραχιά κορφοβούνια
Το βήμα μου ξέρουν





Πάμπλο Νερούδα





Εκατό Ερωτικά Σονέτα


3.

Πικρή αγάπη, βιολέτα με στεφάνι απ’ αγκάθια,
Χέρσα γη πετρωμένη μεσ’ απ’ τα τόσα πάθη,
Κοντάρι της οδύνης, σέπαλο της οργής,
Πώς κι από δρόμους ποιους έφτασες στην ψυχή μου;

4.

Την αλλόκοτη εκείνη θα θυμηθείς χαράδρα
Όπου τα παλμικά σκαρφαλώναν αρώματα,
Πότε πότε κάποιο πουλί ντυμένο
Με άργητα και νερό : ρούχο χειμώνα.

Θα θυμηθείς της γης τις τόσες χάρες :
Ευωδιά οργίλη, λάσπη από χρυσάφι,
Χόρτα της λόχμης, ρίζες τρελαμένες,
Αγκάθια μαγικά με σπάθες ίδια.

Θα θυμηθείς το που φερες μπουκέτο,
Μπουκέτο σκιάς και σιωπηλού νερού,
Μπουκέτο σαν την αφρισμένη πέτρα.

66.

Το σκληρόψυχο του Γενάρη φέγγος
Την καρδιά μου θα σιγολιώσει εφέτος,
Ανοίγοντάς μου στα κρυφά το στέρνο.

69.

Δεν είμαι
Είναι σαν να μαι, δίχως να ’σαι,
Δίχως το μεσημέρι να μαδίζεις
Σαν άνθος γαλανό, χωρίς αργότερα
Να περπατάς μεσ’ από τούβλα κι άχνες,

Χωρίς αυτό το φως που ’ χεις στο χέρι
Που για χρυσό ίσως άλλοι δεν το δούνε.

78.

Δεν έχω πιο πολύ, δεν έχω πάντα. Μες στην άμμο
Τα χαμένα της πόδια άφησε η νίκη.
Είμ’ ένας άνθρωπος φτωχός δοσμένος στο ν’ αγαπά
Τους ομοίους του.
Σ’ αγαπώ, ας μη σε ξέρω. Δε χαρίζω, μηδέ πουλάω αγκάθια.

Ίσως το ξέρουν πως δεν πλέκω ματωμένα
Στεφάνια, πως πολέμησα τη χλεύη,
Την πλημμυρίδα της ψυχής μου γέμισα μ’ αλήθεια,
Πλήρωσα το αχρείο με περιστέρια.

Δεν έχω εγώ ποτέ, γιατί ήμουν, είμαι
Και θα μαι αλλιώτικος. Και στ’ όνομα
Του έρωτά μου που αλλάζει, διαλαλώ την αγνότητα.







90.

Σκέφτηκα να πεθάνω, σιμά ένιωσα το κρύο,
Κι απ’ όσα έζησα άφηνα μόνο εσένα :
Το στόμα σου ήτανε τα γήινα μερονύχτια μου,
Το δέρμα η πολιτεία που ιδρύσαν τα φιλιά μου.

89.

Όταν πεθάνω θέλω τα χέρια σου στα μάτια μου :
Θέλω το φως, το στάρι των λατρευτών χεριών σου
Ν’ αφήσουν γι άλλη μια φορά πάνω μου τη δροσιά τους:
Να νιώσω τη λαφράδα που μ’ άλλαξε τη μοίρα.

94.

Αν πεθάνω, εσύ ζήσε με δύναμη αγνή τόσο
Που το θυμό ας ξυπνήσει του χλωμού και του κρύου,
Σήκωσε απ’ άκρη σ’ άκρη τ’ ανεξίτηλα μάτια,
Κάνε να ηχήσει ολούθε το κιθαρίσιο στόμα.


Σάββατο, Ιανουαρίου 05, 2008

ΚΑΛΟ ΝΑ ΕΙΝΑΙ
ΓΙΑ ΟΛΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
ΤΟ 2008 !
.
.
.
.
.
.
signature
a.k.
.
.
.
Το Μουσείο, η Θάλασσα,
Η Φιλαρμονική της Βιέννης
Και η Ζήλεια.



Εδώ και κάποια χρόνια , έχω την αίσθηση ότι, ως πολίτη αυτής της χώρας, τα τεκταινόμενα στην ελληνική τηλεόραση, στο σύνολό τους τουλάχιστον, δεν με αφορούν.
Μία ή δύο ή τρεις εκπομπές, στέκομαι να κοιτάξω στην τηλεόραση.
Σίγουρα, όχι περισσότερο , όχι περισσότερες.
Παραξενιά, πέστε το, ιδιορρυθμία, πέστε το, απολυτότητα, πέστε το, έστω !
j’ accepte ... Παράξενη, ιδιόρρυθμη κι απόλυτη.
Η «υπόθεση» πάντως της τηλεόρασης, όπως σήμερα έχει εξελιχθεί, σεμνά, μα σταθερά επιμένω, δεν με αφορά.
Από τις φωτεινές εξαιρέσεις, που μας προσφέρει το «μέσον» (media), και εκτός συναγωνισμού βέβαια, κάθε Πρώτη του Χρόνου, η συναυλία που δίνει για το Νέο Έτος, η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης.
Όπου, από παιδιά, κάθε πρώτη του χρόνου, μας έβαζε ο πατέρας μας και την παρακολουθούσαμε με θρησκευτική προσοχή κι ευλάβεια. Και δεν ξέρω αν έχει σχέση με το ότι μεγαλώνω, μα κάθε χρόνο που έρχεται, την παρακολουθώ με όλο και μεγαλύτερη προσοχή κι ευλάβεια.
Εξαιρετική ήταν κι εφέτος !
Όργανα σε πλήρη φόρμα , ετοιμότητα και απόδοση. Να σε «φτιάχνουν» μουσικά, πάλι για τη διάρκεια ενός χρόνου !
Βιολιά, βιόλες, βιολοντσέλα, κοντραμπάσα, κόρνα, φλάουτα, όμποε, κλαρινέτα, μπάσα, φαγκότα1*, κόντρα φαγκότα, τρομπέτες, τρομπόνια, τούμπες, ξυλόφωνα, τύμπανα, η άρπα 2* - αχ, η άρπα, το αγαπημένο πιάνο, και ασφαλώς κι άλλα όργανα, που δεν τα γνωρίζω, μιάς και δεν τα περιείχε να μας τα διδάξει όλα, η γνωστή ιστορία με τον Πέτρο και το λύκο…
.
Και μαέστροι εφέτος, κινούμενες μουσικές εγκυκλοπαίδειες, που διευθύνουν την ορχήστρα τους par coeur, διευθύνοντας ταυτοχρόνως και τα προς υπόκρουσιν χειροκροτήματα του κοινού !
.
Και τι ήχο να βγάζει άραγε εκείνο το ξύλινο μουσικό κουτάκι που για δευτερόλεπτα είδαμε, εκείνο που μοιάζει με πρωτόγονο παιδικό παιχνίδι ή με κάτι αυτοσχέδια μουσικά κουτιά, που τα τριγυρνάνε οι πλανόδιοι γύρω γύρω στο Beaubourg, και που οι μουσικοί τα χειρίζονται σα να τα κουρδίζουν ; Μην είναι εκείνο το γερμανικό… – δεν έχω συγκρατήσει και δεν θυμάμαι καθόλου το πώς μπορεί να το λένε…

Κάπου εδώ λοιπόν, έρχεται και μπαίνει στη μέση μιά ζήλεια…
Που ποτέ στη ζωή, δεν έχω ζηλέψει ένα υλικό πράγμα, κάτι τις που δεν το έχω εγώ και το έχει ο άλλος… Ποτέ ! Ό, τι και να ταν αυτό…
Συναίσθημα απαξιωτικό και προς περιφρόνηση, ταπεινό και ταπεινωτικό είναι η ζήλεια και όταν υπάρχει, δηλώνει μιζέρια πνευματική και κακομοιριά, κι έλλειψη προσωπικότητας και αυτάρκειας.
-Από τα παραπάνω, εξαιρείται φυσικά, η περί τα αισθηματικά ζήλεια, που, επιτρέψτε να τη θεωρώ συναίσθημα όλως διόλου φυσικό, σκληρό , δυνατό και αρμόζον, και που όταν δεν υπάρχει, θαρρώ δηλώνει την έλλειψη αληθινού έρωτα ή, τουλάχιστον, την έλλειψη του ερωτικού πάθους. Αλλά, τώρα δεν είναι αυτό το θέμα μας…

Τα έργα των ανθρώπων ζήλεψα, βλέποντας κι ακούγοντας, την Πρωτοχρονιά ανήμερα, τη συναυλία της Βιέννης.
Και τα έργα της αυτοκρατορίας ζήλεψα.
Τις αυτοκρατορικές μουσικές ζήλεψα, τις αυτοκρατορικές ζωγραφιστές και χρυσοποίκιλτες αίθουσες, τα αυτοκρατορικά μεγαλοπρεπή ανάκτορα, τους αυτοκρατορικούς σταύλους , τα αυτοκρατορικά χαριτωμένα άλογα-χορευτές, τους αυτοκρατορικούς υπέροχους κήπους και τον αυτοκρατορικό πολιτισμό.
Και το πώς οι οργανωμένοι άνθρωποι, τα αξιοποιούν όλ’ αυτά, και τα εντάσσουν στο πολιτιστικό τους γίγνεσθαι, και πώς εντάσσουν την πολιτιστική τους δραστηριότητα σήμερα, στο πρότερο πολιτιστικό τους γίγνεσθαι, και ταιριάζουν άριστα, με μια κίνηση το παλιό τους με το καινούργιο ! Αυτά ζήλεψα.
Και μην πείτε ότι πρόκειται για αυτοκρατορική ματαιοδοξία…
Κι ούτε να πείτε, πως όταν μας αρέσει η ομορφιά, πρόκειται για ματαιοδοξία…
Μήτε σκιάζομαι δα, μη με πουν και ματαιόδοξη...

Έτσι, είχα μια ζήλεια βλέποντας αυτά τα θαυμαστά, και μια θλίψη μέσα μου, που ομολογώ, κατέστρεφαν λίγο την ηδονή του ακούσματος του μεγάλου, γαλάζιου Δούναβη.

Τότε, ανεπαίσθητα, γύρισα λίγο δεξιά το κεφάλι μου.
Απέναντι, στα 10 μέτρα, είδα το μουσείο.
Το μουσείο !
Λιτό, δωρικό, φωτεινό, κεραμοσκεπές, με την πλατειά του σκάλα, με τα κιονόκρανα και με το μαίανδρο να του στολίζει το κούτελο.
Κι αυτόματα, γύρισα το κεφάλι λίγο ακόμα δεξιά, κι είδα πλάϊ τη γαλάζια θάλασσα.
Αναθάρρησα λίγο μα και πείσμωσα συγχρόνως.
Γιατί εμείς, πάντα τα μουσεία μας, τα αφίνουμε σαν τις εκκλησιές μας, να λειτουργούν στο απειρόβλητο, ξεκομμένα από τη σύγχρονη ζωή.
Αν η Κεντρική Ευρώπη, σκέφτομαι, έχει εδώ και 400 ή 500 χρόνια αυτούς τους χώρους - θησαυρούς, και τους αξιοποιεί δίνοντας μέσα συναυλίες, μπαλέτα, εκθέσεις, ή άλλες σοβαρές εκδηλώσεις πολιτισμού, ώστε να θαυμάζει όλος ο κόσμος, εμείς έχουμε υστέρημα σ’ αυτό. Στο να αξιοποιούμε δηλαδή τους θησαυρούς που έχουμε εδώ και 2000 χρόνια, με τρόπο ώστε να τους αναδεικνύουμε, παράλληλα με την σύγχρονή μας, πολιτιστική παραγωγή. Και το αντίστροφο.
Τις εκδηλώσεις στις περισσότερες περιπτώσεις, τις κάνουμε ( όταν τις κάνουμε… ), στον περίβολο των μουσείων και των αρχαιολογικών χώρων. Σχεδόν ποτέ μέσα στον ίδιο τον κλειστό χώρο.
Γιατί, αλήθεια;
Και καλύτερα, το καθ’ όλα σεβαστό αρχαιολογικό συμβούλιο, καθώς και οι διοικούσες τα ιδρύματα επιτροπές, να μην έχουν ως επιχείρημα, ότι κινδυνεύουν εσωτερικά οι χώροι (μουσεία κ.τ.λ.) από τον κόσμο που θα παρακολουθεί τις εκδηλώσεις πολιτισμού, διότι, διαθέτουμε ένα αντεπιχείρημα, που λέει, «εδώ κινδύνεψε από εγκληματική αμέλεια να καεί και να καταστραφεί το μουσείο της αρχαίας Ολυμπίας, με όλους τους θησαυρούς μέσα. Ο κόσμος που θα παρακολουθεί καθιστός και ελεγχόμενος τις συναυλίες, μας πείραξε»;

Δεν νομίζετε, ότι είναι κι αυτός ένας τρόπος, πρόσφορος, ώστε να συνδέσουμε το παρελθόν με το σήμερα; Αυτή η σύνδεση – συνέχεια των εποχών, δεν θα πρεπε να είναι ένας στόχος για την υπόθεση του πολιτισμού, εκτός απ’ όλους τους άλλους στόχους που θέτουμε; Και δεν θα έπρεπε αυτόν τον στόχο (ταίριασμα παρελθόν-παρόν), να τον εντάξουμε στην πολιτική μας για τον πολιτισμό;
Ν΄ ανοίξουμε τα μουσεία και τους αρχαιολογικούς χώρους και σε άλλες σοβαρές, πολιτιστικές δραστηριότητες, όχι μονάχα γιατί έξω από το κέντρο της Αθήνας, έχουμε έλλειψη αιθουσών για τον πολιτισμό, μα και γιατί, ακόμα πιο σπουδαίο, μέσα σ’ αυτούς τους χώρους μπορείς να προσφέρεις ένα σύγχρονο, αξιόλογο πολιτιστικό προϊόν, (αν διαθέτεις) , με ένδυμα αξιόπιστο και πνευματικά ιδιαίτερα θελκτικό.
Διότι, πώς να το κάνουμε… άλλη πνευματικότητα κι ομορφιά αποπνέει ένα οποιοδήποτε μουσείο μας ή αρχαιολογικός χώρος, εσωτερικά, με τους απαράμιλλους θησαυρούς τριγύρω, από οποιαδήποτε καλοκαμωμένη και ειδικά για συναυλίες φτιαγμένη, πολυτελή σύγχρονη αίθουσα (δίχως βέβαια, να υποτιμούμε την αναγκαιότητα και χρησιμότητα για τον πολιτισμό, των ειδικά κατασκευασμένων σύγχρονων χώρων …)

Ολίγες σκέψεις, που δεν προέκυψαν τώρα ασφαλώς, αλλά επανέκυψαν, όσο παρακολουθούσαμε την Πρωτοχρονιάτικη, Βιεννέζικη συναυλία.

Έπειτα απ’ αυτά,
ξαναγύρισα και κοίταξα δίπλα,
την υπέροχη μεγάλη, γαλάζια μας θάλασσα !
Και τον ήλιο, που καθρεφτιζόταν γελαστός στο νερό της…
Καμάρι μας, παρηγόρια κι ενθάρρυνση είναι…





Σημείωση :
Πρώτη του χρόνου, μεσημέρι έως απόγευμα.
Θέα
Ένα αρχαιολογικό μουσείο
Και η μεγάλη, γαλάζια μας θάλασσα





1*apporte au feu ton fagot de ramilles
le chaud soleil a fuit
apporte au feu ton fagot de ramilles
petite fille
j’ aime au bord de la nuit
tes yeux qui brillent
(AN, θυμάμαι σωστά το παιδικό μου άκουσμα, κι αν το γράφω και σωστά…)
.
.


2*η «άρπα» και το «όργανο», ως μουσικά όργανα , που τα ερωτεύθηκε άλλοτε και τα ενστερνίστηκε, μια παιδική ηλικία, σε χώρους άσκησης δυτικής κουλτούρας…
.
.
.
.
.


Σας στέλνω μικρές
Αληθινές ιστορίες


Τετάρτη 2 Γενάρη 08.


Έλλη, να ένας γλάρος !


Μεσημέρι.
Στην άκρια στη θάλασσα, πάνω σ’ ένα μικρό βραχάκι, κάθεται η μάνα του γλαρόπουλου και του στέλνει τσιριχτά οδηγίες (στη γλώσσα τους, που δεν την κατανοώ…)
Εκείνο, που δεν ξέρω αν την υπακούει, κάνει το σπουδαίο και τον καμπόσο !
Πετάει πάνω απ’ το κεφάλι της, πάει πάρα πέρα, χαμηλά, ξεθαρρεύει, πάει λίγο πιο ψηλά, γυρνάει γύρω γύρω, είναι συγκινητικό να βλέπεις την προσπάθεια του μωρού. Ανοιγοκλείνει άτακτα τα φτεράκια του, μαθαίνει να φτερουγίζει.
Η μάνα, ακίνητη πάνω στο βραχάκι, το μάτι της δε φεύγει από πάνω του, στέλνει οδηγίες κρώζοντας συνέχεια, κοφτά κρωξίματα της ενθάρρυνσης , ενίοτε και του μαλώματος και της αγωνίας της.
Στέκομαι και κοιτάζω το συγκινητικό !
Δεν το είχα ξαναδεί…
.
.


Παρασκευή 4 Γενάρη 08.


Πρωί

Βλέπω ένα γεράκι !


Στην αρχή, το νόμισα για μεγάλο γλάρο, που έκοβε βόλτες ανάμεσα ουρανό και θάλασσα…
Ήταν όμως πάρα πολύ ψηλά. Τα φτερά ήταν ορθάνοιχτα, γερά, δεν έτρεμαν, πολύ αποφασισμένα, σταθερά και δυνατά.
Μου θύμισε κάτι τύπους, που σηκώνονται να χορέψουν ζεϊμπέκικο, απλώνουν τα φτερά και σαρώνουν την πίστα …
Το πουλί, έκανε στην αρχή μικρούς κύκλους, που έπειτα τους άνοιγε. Πιο μεγάλος κύκλος, πιο μεγάλος, πιο μεγάλος, ακόμα μεγαλύτερος.
Έπειτα vol plane, και ξάφνου, κάθετη εφόρμηση !
Άννα, να ένα γεράκι !



Απομεσήμερο


Βλέπω τα κλαδιά γυμνά από τα φύλλα συκής
Κι οι συκές έρμες, πλάϊ σε έρμα πλατάνια.
Σωριάζω στις τσέπες μου μικρά, ξερά, παγωμένα ξύλα,
Κούμαρα κόκκινα, ξερά βελανίδια, κυπαρισσόμηλα,
Πέτρες που μοιάζουν βώλοι παιδιών,
Κι άλλες πέτρες, που μοιάζουν περιστέρια κι ελλειπτικές καρδιές.
Πιο ελλειπτικές, δεν γίνεται.
Ερμιά παντού.
Πιάνει να βρέχει.
.
.
Σάββατο 5 Γενάρη 2008


Ανιχνεύω
Τα μύρια πρόσωπα του φωτός
Μέσα στα πεύκα και τις ελιές
Ανιχνεύω
Τα μύρια πρόσωπα του φωτός
Ανάμεσα στις ξερές καλαμιές
Και τα γυμνά φυλλοβόλα
Ανιχνεύω
Τα μύρια πρόσωπα του φωτός
Που παίζει
Στο γαλάζιο και στο λευκό.
Δίχως λουλούδια νούφαρα
Δίχως γλυκό καρπό βατομουριές
Κρίνα παντού, που περιμένουν την άνοιξη
Φωλιές πελαργών άδειες
Μικρά φτερωτά κοπάδια
Πετάγονται ξάφνου μες στα σιταροχώραφα
Τα βάραθρα των βουνών
Και τα μικρά, σκοτεινά τους φαράγγια
Χειμώνας



Κυριακή, Δεκεμβρίου 30, 2007

Παραμονή Πρωτοχρονιάς, 2008.

Παραμύθι 2ο
Για μεγάλα παιδιά.
signature
a.k.


αρχή του παραμυθιού,

καλησπέρα σας !


Ο μικρός μολυβένιος στρατιώτης ,


ήταν στρατιώτης σ’ όλη του τη μικρή, μολυβένια ζωή. Ήταν ένας άξιος, γενναίος στρατιωτάκος, που πήγε πολλές φορές στον πόλεμο. Χρόνια πριν, μόλις βγήκε από το χυτήριο, όπου ο κατασκευαστής μέσα στο φούρνο έχυνε σε φόρμες το μολύβι, κι έφτιαχνε μ’ αυτό φυσίγγια, σφαίρες , κάθε λογιώ βλήματα, ακόμα και μικρούς, μολυβένιους στρατιώτες, από τότε ακόμα, ο στρατιωτάκος μας, ήξερε, πως ο προορισμός του ήταν, κάποτε να μπει μπροστάρης σ’ έναν πόλεμο, για να ελευθερώσει τους φτωχούς ανθρώπους και να φέρει πίσω στις χώρες την ελευθερία και την ειρήνη.

Εγώ, είμαι φτιαγμένος για να μαι στρατιώτης της ειρήνης, έλεγε πάντα με καμάρι ο μικρός στρατιώτης, και χρόνια ολόκληρα, καθάριζε με επιμέλεια το όπλο και την παλάσκα του. Έπρεπε πάντοτε να είναι έτοιμος, με το τουφέκι πλάϊ στα ποδάρια του, και τη νύχτα κοιμόταν πάντοτε με τα άρβυλά του καλογυαλισμένα και τακτικά τοποθετημένα κάτω από το κρεβάτι του.

Κάθε πρωί, στη μολυβένια ζωή του, είχε ένα καθήκον στρατιωτικό να επιτελέσει.
Στις αρχές της στρατιωτικής του καριέρας, τα πολλά παραγγέλματα : «ηηημιανάπαυση ! αααανάπαυση ! προοοσχή ! παααρουσιάστε ! εεπ ώμου! κλίση επί δεεεξιά ! κλίση επ’ αριιιιστερά ! Μάααρρς ! Θέση βολής : άρρξατε πυυυρ ! Ανακατάληψη του λόφου !», όλ’ αυτά τον κούραζαν και τον τρόμαζαν λίγο. Με τα χρόνια όμως συνήθισε τη ζωή του στρατού, κι όλοι έλεγαν γι αυτόν «να, ένας μικρός, άτρωτος, μολυβένιος στρατιώτης» !

Ο λοχίας, ο λοχαγός, ο ταγματάρχης, ο συνταγματάρχης, ο ταξίαρχος, ο στρατηγός, πάντα είχαν μιά δουλειά για κείνον, στα πεδία της μάχης.

Μικρέ, μολυβένιε στρατιώτη, πάρε την σάλπιγγα και σάλπισε επίθεση ! Μικρέ, μολυβένιε στρατιώτη, παίξε μας κάτι με τη μαγική σου τρομπέτα, να ξεκουραστεί λίγο ο λόχος ! Μικρέ, μολυβένιε στρατιώτη, προπορεύσου για να κάνεις κατόπτευση εδάφους ! Μικρέ, μολυβένιε στρατιώτη, σκάψε αμπρί ! Μικρέ, μολυβένιε στρατιώτη, κάνε τούτο, και κάνε εκείνο… Έτσι κύλησε ως τα σήμερα, στα πεδία των μαχών η μισή του ζωή. Ώσπου, κάποια μέρα, ο πόλεμος τελείωσε ! Οι γειτονικές χώρες, που χρόνια τρώγονταν μεταξύ τους, αποφάσισαν να συνάψουν εκεχειρία. Οι γραμματείς συνέταξαν κείμενα δίκαια για όλους, οι αρχηγοί έδωσαν σοβαροί τα χέρια, κάθισαν στις μπορντώ, βελούδινες πολυθρόνες του κυβερνείου, έβγαλαν τα στυλό με την πένα κι υπέγραψαν συμφωνίες.

Μετά απ’ αυτό, ο στρατηγός, ο ταξίαρχος, ο συνταγματάρχης, ο ταγματάρχης, ο λοχαγός, ο λοχίας, όλο το στράτευμα, πήρε το δρόμο της επιστροφής.

Ο μικρός μας στρατιώτης ξεκίνησε κι αυτός πεζός να γυρίσει στο σπίτι του. Είχε όμως να κάνει πολλά χιλιόμετρα, ως να φτάσει. Μερόνυχτα περπάτησε, χωρίς να σταματήσει πουθενά. Ήταν το τέλος του φθινόπωρου, λίγο πριν μπει για τα καλά ο χειμώνας, όταν το κρύο τις νύχτες αρχίζει και τσούζει λίγο. Η στρατιωτική, μολυβένια στολή του είχε σχεδόν κουρελιαστεί και τ’ άρβυλά του είχαν τρυπήσει. Μ’ όλ’ αυτά, ο στρατιωτάκος, τυλιγμένος στη χακί του χλαίνη βάδιζε, βάδιζε ασταμάτητα. Στα μάτια του είχε πάντα μπροστά του την εικόνα της αγαπημένης του μικρής χορεύτριας, που ήξερε, πως τον περιμένει να επιστρέψει. Την μικρή του χορεύτρια σκεφτόταν κι έπαιρνε κουράγιο, και βάδιζε, ολοένα βάδιζε, περνώντας άλλοτε μέσα απ' τα χωράφια, άλλοτε απ' τα μονοπάτια των βουνών, κι άλλοτε διασχίζοντας τα χωριά των ανθρώπων.




Η μικρή χορεύτρια,
.
κι ο μικρός μολυβένιος στρατιώτης, έκαναν χρόνια να συναντηθούν... Πολύς καιρός…
Εδώ που τα λέμε, η χορεύτρια δεν ήταν πιά πολύ μικρή –τα χρόνια του στρατιώτη είχε κι εκείνη-, και μήτε χόρευε πιά.
Μπαλαρίνα, ήταν άλλοτε.
Λεπτό κορμί, σφιχτό, γεροδεμένοι μυς, μπράτσα σκληρά, γάμπες δυνατές. Στροβιλιζόταν στη μουσική, σαν κύκνος ανάλαφρη και σα χιονονιφάδα.
Πουλί ταξιδιάρικο πάνω σε pointes. Είχε γυρίσει τον κόσμο, χορεύοντας.
Της άρεσε ο σύμπας κόσμος.
Της άρεσε η γης, οι θάλασσες, τα βουνά, τα πουλιά, τα ζώα, τα λουλούδια.
Η ζωή της άρεσε, τα γέλια και τα τραγούδια.
Αγαπούσε τους ανθρώπους, και άνθρωποι την αγάπησαν.
Η μικρή χορεύτρια, ήταν ένα γερό, ντόμπρο, αληθινό κορίτσι, που κοίταζε τους ανθρώπους κατευθείαν, ίσα στα μάτια.
Ίσως είναι γι αυτό, που την πρόσεξε ο μικρός μολυβένιος στρατιώτης.
Μπορεί, για τούτο το αληθινό, το ίσο, το ντροπαλό της κοίταγμα . Μπορεί και για το διστακτικό βάδισμά της.

.Όταν συναντήθηκαν την πρώτη φορά, ήταν φθινόπωρο.
Οι κουμαριές, στην άκρια του χωριού είχαν γεμίσει κόκκινο καρπό, και τα βήματα του μικρού μολυβένιου στρατιώτη, που ζύγωναν, πνίγονταν πάνω σ’ ένα στρώμα φθινοπωρινά φύλλα, βαθύ κόκκινο, κίτρινο , ξερό καφετί
Απαντήθηκαν. Kοιτάχτηκαν λίγο σιωπηλοί. Αναμετρήθηκαν με τα μάτια. Έπειτα ξαφνικά, σαν κάτι να έγινε, ήταν πιά δύσκολο να σηκώσει ο καθείς τα μάτια του απ’ τον άλλο.
Έμειναν εκεί, σιωπηλά να κοιτάζονται.
Εκείνος, ένας στρατιώτης μολυβένιος, σκληροτράχηλος, αποσταμένος απ τους πολέμους, τυλιγμένος σφιχτά στην κάπα του, να μην τον διαπερνάει ο αγέρας.
Εκείνη, γυναίκα πιά, χωρίς λεπτό, γυμνασμένο κορμί, μονάχα γελαστά μάτια, που κοίταζαν κατ ευθείαν, όλο ίσια, τ’ άλλα μάτια.
Αργότερα, τους χειμώνες που ο μολυβένιος στρατιώτης έλειπε ξανά στον πόλεμο κι η μπαλαρίνα καθόταν μονάχη της τα βράδια πλάϊ στη φωτιά, έφερνε ξανά στο νου της εκείνη την πρώτη συνάντηση.
Σκεφτόταν καμιά φορά, ποιος έδωσε πρώτος στον άλλον το χέρι του και ποιος είπε την πρώτη κουβέντα, μα δεν θυμάται ξεκάθαρα. Τι σημασία έχει εξ άλλου;
Σημασία έχουν αυτά που ειπώθηκαν.
.
«H ζωή για τη σύντροφο ενός μολυβένιου στρατιώτη, της είπε εκείνος, δεν είναι διόλου εύκολη»
«Δεν φοβάμαι» είπε απλά η μπαλαρίνα
.
«Θα λείπω διαρκώς στον πόλεμο, είπε εκείνος. Θα πρέπει να μένεις μονάχη σου πολύν καιρό»
«Αν πρέπει να πας στον πόλεμο, θα πας, απάντησε η μπαλαρίνα. Θα μένω μονάχη μου πολύν καιρό»

. «Σπάνια θα μπορούμε να ιδούμε μαζί να χαράζει το ξημέρωμα, σπάνια θα μπορούμε ολονυκτίς ο ένας πλάϊ στον άλλο, να κουβεντιάζουμε ήσυχα, για τα μικρά, απλά πράγματα», είπε ξανά, ο μολυβένιος στρατιώτης.
«Θα κουβεντιάζουμε όταν επιστρέφεις, απάντησε η μπαλαρίνα, κι αυτό, είναι ικανό, να τα αναπληρώνει όλα.
Κι όσο για το ξημέρωμα, θα βάλουμε οι δυό μας ένα σημάδι.
Όταν εσύ λείπεις στον πόλεμο, τα πρωινά, θα κοιτάζουμε την ίδια στιγμή την ανατολή. Έτσι, εκεί πέρα, στον ορίζοντα, θα συναντιέται η ματιά μας, και θα ναι σα να με κοιτάζεις και σα να σε κοιτάζω κι εγώ. Το ίδιο θα κάνουμε και τις νυχτιές, που έχει πανσέληνο»

. «Οι μικροί μολυβένιοι στρατιώτες , είπε πάλι ο στρατιώτης, έχουν μερικές φορές ανάγκη, να λεν στις μπαλαρίνες τι κάνουν στον πόλεμο, αν φοβήθηκαν στη μάχη, αν κουράστηκαν απ’ το βάδισμα, αν κινδύνεψαν να τους αιχμαλωτίσει ο εχθρός, ή, για ποιόν καινούργιο πόλεμο ετοιμάζονται.
Κι ακόμα, οι μπαλαρίνες, έχουν μερικές φορές ανάγκη, να λεν στους μολυβένιους στρατιώτες, αν χόρεψαν καλά, αν τις αγάπησε ο κόσμος, αν μπόρεσαν πραγματικά όπως ο κύκνος να γείρουν το κεφάλι μέσα στις φτερούγες, αν ευχαρίστησαν τους ανθρώπους, που πήγαν να τις δουν να χορεύουν.
Θα είναι σκληρό, που δεν θα μπορούμε κάθε στιγμή να μιλάμε γι αυτά»
«Καταλαβαίνω, απάντησε η μπαλαρίνα. Eίναι σκληρό ένας θαρραλέος, μικρός μολυβένιος στρατιώτης να μη μπορεί κάθε στιγμή να μοιραστεί τους φόβους του και να εμπιστευθεί τα σχέδια του πολέμου του.
Κι είναι σκληρό, μια μπαλαρίνα να μη μπορεί κάθε στιγμή να μοιραστεί κοντά του την αγωνία, τη χαρά και τη θλίψη της.
Ως να γυρίσεις απ’ τον πόλεμο, είπε πάλι η μπαλαρίνα, να, τι θα κάνουμε :
Εσύ,
τα βράδια, μόλις ακουμπάς πλάϊ το όπλο σου, μόλις γυαλίζεις τα στρατιωτικά σου άρβυλα και τα ακουμπάς κάτω απ’ το ράντζο, ή, όταν είσαι στη μάχη, πριν πλαγιάσεις στο αμπρί πάνω στη χλαίνη σου, θα βγάζεις απ’ το τσεπάκι σου το μολύβι, και κάθε βράδυ, θα μου γράφεις δυό λέξεις.
Έπειτα, θα τις λες μεγαλόφωνα. Εγώ θα τις ακούω. Θα μου τις φέρνει ο άνεμος. Θα μου τις φέρνουν τα μικρά κοτσύφια. Θα καταλαβαίνω.
.
Εγώ πάλι,
θα πάψω να είμαι μια χορεύτρια. Θα πάψω πιά, να τριγυρίζω μοναχή τον κόσμο.
Θα μείνω εδώ, σ’ αυτόν τον τόπο, να περιμένω εσένα.
Θα μείνω εδώ, στην άκρη του χωριού, να σου φτιάξω έναν κήπο.
Θα σκάβω τον κήπο σου, θα τον ξεχορταριάζω, θα φυτεύω κάθε εποχή τα νέα φυτά, θα κλαδεύω, θα σκαλίζω, θα ποτίζω, και κάθε φορά που επιστρέφεις, θα βρίσκεις δοχεία γεμάτα με φρέσκα λουλούδια.
Θα κάνω και κάτι άλλο. Κάθε Χριστούγεννα ή κάθε Πρώτη του Χρόνου, θα σου γράφω ένα παραμύθι. Θα είναι ένα παραμύθι, που θα χει αλήθειες μέσα. Τις μέρες μου θα χει μέσα, και τις νύχτες που σε περίμενα να ρθείς.»
.
Αυτά είναι όσα ειπώθηκαν.
Κι έπειτα, ο μικρός μολυβένιος στρατιώτης έφυγε ξανά για τον πόλεμο.
.
Χρόνια πέρασαν…
Ο μικρός μολυβένιος στρατιώτης, στις μάχες.
Κι η μπαλαρίνα, κηπουρός.
Δεν ήταν εύκολο γι αυτήν. Ο καιρός ήταν σκληρός.
Κάποτε, είχε πολύ κακές μέρες. Τρομαχτικές. Καταστροφές έγιναν.
Εκείνη φύτευε αγόγγυστα, κλάδευε και ξεχορτάριαζε σκυφτή ολημερίς, μες την παγωνιά και την υγρασία. Τα χέρια της ξύλιαζαν, τρυπιόντανε στ’ αγκάθια, πλήγιαζαν, άμαθη ήταν απ’ αυτά. Τα δάκρυά της έτρεξαν ποτάμι. Αγόγγυστα δάκρυα, δάκρυα πικρά, δάκρυα ώρες, δάκρυα μερόνυχτα, δάκρυα μήνες, δάκρυα χρόνους.
Ξεφύτρωναν κάποτε τα νεαρά φυτά. Κι ερχόταν πίσω τότε μια νεροποντή και τα πνιγε.
Κι έπειτα ένας δυνατός άνεμος και τα ξερίζωνε. Παγωνιές τα καίγαν. Δύσκολοι οι καιροί.
.
Εκείνος , στην τρομαχτική μοναξιά του πολέμου.
Να αναμετριέται με τη ζωή και το κουράγιο του, κάθε μέρα. Και κάθε νύχτα αποσταμένος, πριν κοιμηθεί, να της χαράζει στο χαρτί δυό λέξεις.

.
Την τελευταία χρονιά, το τελευταίο του γράμμα έλεγε :
«Ο πόλεμος τελείωσε. Επιστρέφω»
.
Την πήραν τη γραφή τα μικρά μαύρα κοτσύφια με τα κίτρινα ράμφη τους και την τιτίβιζαν ολούθε.
.
Την πήρε τη γραφή ο άνεμος και της την έφερε, την ώρα που εκείνη φρόντιζε την κόκκινη τριανταφυλλιά.
Αχ ! έκανε εκείνη, γιατί ξαφνιάστηκε και τσιμπήθηκε απ’ τ’ αγκάθια. Κόκκινο το αίμα έτρεξε στα χέρια της. Το κόκκινο της μεγάλης χαράς. Αυτής, που ακολουθεί μετά απ’ την μεγάλη απελπισία.
...............................................

Τα βελανίδια στο δάσος, είχαν πάρει το καφέ, ώριμο χρώμα τους, κι οι αγριόχοιροι σκάλιζαν με το μακρύ τους ρύγχος τις ρίζες της βελανιδιάς και τα ξέθαβαν. Συχνά, ξέθαβαν και μαύρα μανιτάρια και μουσούνιζαν από ευχαρίστηση τρώγοντάς τα.





Τα κάστανα είχαν σκάσει απ’ το αγκαθωτό κουκούλι τους, κι οι χωρικοί ήσαν έτοιμοι να τα μαζέψουν, να τα χουν τροφή για το χειμώνα.
Και τα καρύδια ήσαν έτοιμα. Ξεστύφεψαν. Γλύκυναν. Ώριμα για συγκομιδή.













Τα πλατάνια στο ρέμα, οι φλαμουριές, τα σφεντάμια, οι φτελιές κι οι μικρές κουτσουπιές, είχαν ρίξει κατάχαμα το πιο πολύ από το φύλλωμά τους.











Κι οι οξιές, είχαν πάλι στολίσει τη φύση με το βαθύ κόκκινο, κίτρινο, καφετί χαλί.

. Ήταν τότε, που ακούστηκε ξανά πάνω στα φύλλα, το σταθερό περπάτημα του μικρού μολυβένιου στρατιώτη.


Τα δοχεία μέσα στο σπίτι, ήσαν γεμάτα φρεσκοκομμένα λουλούδια.
Ο κήπος άνθιζε.
Η φύση μες στο χειμώνα γελούσε.
Ευλογία υπήρχε στον τόπο.

Το ίδιο βράδυ, η μπαλαρίνα, πήρε ένα μικρό, ξύλινο, γαλάζιο κασελάκι, έστρωσε μέσα προσεχτικά διπλωμένο το λευκό κορμάκι του χορού με τα τούλια, τύλιξε προσεχτικά τις pointes γύρω-γύρω με τις ροζ κορδέλες τους , έπειτα, έκλεισε το κασελάκι και το απόθεσε κάτω από το κρεβάτι του μικρού, μολυβένιου στρατιώτη, ακριβώς πλάϊ στα σκονισμένα του στρατιωτικά άρβυλα.
.
.
Τέλος του παραμυθιού
.
Κι αρχή Καλός μας Χρόνος !
.








Πέμπτη, Δεκεμβρίου 27, 2007


a.k.
Ο μικρός μολυβένιος στρατιώτης ,
ήταν στρατιώτης σ’ όλη του τη μικρή, μολυβένια ζωή.
Ήταν ένας άξιος, γενναίος στρατιωτάκος, που πήγε πολλές φορές στον πόλεμο.
Χρόνια πριν, μόλις βγήκε από το χυτήριο, όπου ο κατασκευαστής μέσα στο φούρνο έχυνε σε φόρμες το μολύβι, κι έφτιαχνε μ’ αυτό φυσίγγια, σφαίρες , κάθε λογιώ βλήματα, ακόμα και μικρούς, μολυβένιους στρατιώτες, από τότε ακόμα, ο στρατιωτάκος μας, ήξερε, πως ο προορισμός του ήταν, κάποτε να μπει μπροστάρης σ’ έναν πόλεμο, για να ελευθερώσει τους φτωχούς ανθρώπους και να φέρει πίσω στις χώρες την ελευθερία και την ειρήνη.
Εγώ, είμαι φτιαγμένος για να μαι στρατιώτης της ειρήνης, έλεγε πάντα με καμάρι ο μικρός στρατιώτης, και χρόνια ολόκληρα, γυάλιζε με επιμέλεια το όπλο και την παλάσκα του.
Έπρεπε πάντοτε να είναι έτοιμος, με το τουφέκι πλάϊ στα ποδάρια του, και τη νύχτα κοιμόταν πάντοτε με τα άρβυλά του τακτικά τοποθετημένα κάτω από το κρεβάτι του.
Κάθε πρωί, στη μολυβένια ζωή του, είχε ένα καθήκον στρατιωτικό να επιτελέσει.
Στις αρχές της στρατιωτικής του καρριέρας, τα πολλά παραγγέλματα « ηημιανάπαυση ! ααανάπαυση ! προοοσχή ! παααρουσιάστε ! κλίση επί δεεεξιά ! κλίση επ’ αριιιιστερά ! Θέση βολής: άρρξατε πυυυρ ! Ανακατάληψη του λόφου !», όλ’ αυτά τον κούραζαν και τον τρόμαζαν λίγο. Με τα χρόνια όμως συνήθισε τη ζωή του στρατού, κι όλοι έλεγαν γι αυτόν «να ένας μικρός, άτρωτος, μολυβένιος στρατιώτης»!
Ο λοχίας, ο λοχαγός, ο ταγματάρχης, ο συνταγματάρχης, ο ταξίαρχος, ο στρατηγός, πάντα είχαν μιά δουλειά για κείνον, στα πεδία της μάχης.
Μικρέ, μολυβένιε στρατιώτη, πάρε την σάλπιγγα και σάλπισε επίθεση !
Μικρέ, μολυβένιε στρατιώτη, παίξε μας κάτι με τη μαγική σου τρομπέτα, να ξεκουραστεί λίγο ο λόχος!
Μικρέ, μολυβένιε στρατιώτη, προπορεύσου για να κάνεις κατόπτευση εδάφους!
Μικρέ, μολυβένιε στρατιώτη, σκάψε αμπρί!
Μικρέ, μολυβένιε στρατιώτη, κάνε τούτο, και κάνε εκείνο…
Έτσι κύλησε ως τα σήμερα, στα πεδία των μαχών η μισή του ζωή.

Ώσπου, κάποια μέρα, ο πόλεμος τελείωσε !
Οι γειτονικές χώρες, που χρόνια τρώγονταν μεταξύ τους, αποφάσισαν να συνάψουν εκεχειρία.
Οι γραμματείς συνέταξαν κείμενα δίκαια για όλους, οι αρχηγοί έδωσαν σοβαροί τα χέρια, κάθισαν στις μπορντώ, βελούδινες πολυθρόνες του κυβερνείου, έβγαλαν τα στυλό με την πένα κι υπέγραψαν συμφωνίες.
Μετά απ’ αυτό, ο στρατηγός, ο ταξίαρχος, ο συνταγματάρχης, ο ταγματάρχης, ο λοχαγός, ο λοχίας, όλο το στράτευμα, πήρε το δρόμο της επιστροφής.
Ο μικρός μας στρατιώτης ξεκίνησε κι αυτός πεζός να γυρίσει στο σπίτι του.
Είχε όμως να κάνει πολλά χιλιόμετρα, ως να φτάσει.
Μερόνυχτα περπάτησε, χωρίς να σταματήσει πουθενά.
Ήταν το τέλος του χειμώνα, λίγο πριν την άνοιξη, όταν το κρύο τις νύχτες είναι ακόμα πολύ τσουχτερό. Η στρατιωτική, μολυβένια στολή του είχε σχεδόν κουρελιαστεί και τ’ άρβυλά του είχαν τρυπήσει. Μ’ όλ’ αυτά, ο στρατιωτάκος βάδιζε, βάδιζε ασταμάτητα.
Στα μάτια του είχε πάντα μπροστά του την εικόνα της αγαπημένης του μικρής χορεύτριας, που ήξερε πως τον περιμένει να επιστρέψει.
Την μικρή του χορεύτρια σκεφτόταν κι έπαιρνε κουράγιο, και βάδιζε, ολοένα βάδιζε, περνώντας άλλοτε μέσα απ' τα χωράφια, άλλοτε απ' τα μονοπάτια των βουνών, κι άλλοτε διασχίζοντας τα χωριά των ανθρώπων.
.
(συνέχεια)
.
-έλα...
αφήστε με να παίξω λιγουλάκι-
:)