Σάββατο, Ιανουαρίου 05, 2008

ΚΑΛΟ ΝΑ ΕΙΝΑΙ
ΓΙΑ ΟΛΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
ΤΟ 2008 !
.
.
.
.
.
.
signature
a.k.
.
.
.
Το Μουσείο, η Θάλασσα,
Η Φιλαρμονική της Βιέννης
Και η Ζήλεια.



Εδώ και κάποια χρόνια , έχω την αίσθηση ότι, ως πολίτη αυτής της χώρας, τα τεκταινόμενα στην ελληνική τηλεόραση, στο σύνολό τους τουλάχιστον, δεν με αφορούν.
Μία ή δύο ή τρεις εκπομπές, στέκομαι να κοιτάξω στην τηλεόραση.
Σίγουρα, όχι περισσότερο , όχι περισσότερες.
Παραξενιά, πέστε το, ιδιορρυθμία, πέστε το, απολυτότητα, πέστε το, έστω !
j’ accepte ... Παράξενη, ιδιόρρυθμη κι απόλυτη.
Η «υπόθεση» πάντως της τηλεόρασης, όπως σήμερα έχει εξελιχθεί, σεμνά, μα σταθερά επιμένω, δεν με αφορά.
Από τις φωτεινές εξαιρέσεις, που μας προσφέρει το «μέσον» (media), και εκτός συναγωνισμού βέβαια, κάθε Πρώτη του Χρόνου, η συναυλία που δίνει για το Νέο Έτος, η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης.
Όπου, από παιδιά, κάθε πρώτη του χρόνου, μας έβαζε ο πατέρας μας και την παρακολουθούσαμε με θρησκευτική προσοχή κι ευλάβεια. Και δεν ξέρω αν έχει σχέση με το ότι μεγαλώνω, μα κάθε χρόνο που έρχεται, την παρακολουθώ με όλο και μεγαλύτερη προσοχή κι ευλάβεια.
Εξαιρετική ήταν κι εφέτος !
Όργανα σε πλήρη φόρμα , ετοιμότητα και απόδοση. Να σε «φτιάχνουν» μουσικά, πάλι για τη διάρκεια ενός χρόνου !
Βιολιά, βιόλες, βιολοντσέλα, κοντραμπάσα, κόρνα, φλάουτα, όμποε, κλαρινέτα, μπάσα, φαγκότα1*, κόντρα φαγκότα, τρομπέτες, τρομπόνια, τούμπες, ξυλόφωνα, τύμπανα, η άρπα 2* - αχ, η άρπα, το αγαπημένο πιάνο, και ασφαλώς κι άλλα όργανα, που δεν τα γνωρίζω, μιάς και δεν τα περιείχε να μας τα διδάξει όλα, η γνωστή ιστορία με τον Πέτρο και το λύκο…
.
Και μαέστροι εφέτος, κινούμενες μουσικές εγκυκλοπαίδειες, που διευθύνουν την ορχήστρα τους par coeur, διευθύνοντας ταυτοχρόνως και τα προς υπόκρουσιν χειροκροτήματα του κοινού !
.
Και τι ήχο να βγάζει άραγε εκείνο το ξύλινο μουσικό κουτάκι που για δευτερόλεπτα είδαμε, εκείνο που μοιάζει με πρωτόγονο παιδικό παιχνίδι ή με κάτι αυτοσχέδια μουσικά κουτιά, που τα τριγυρνάνε οι πλανόδιοι γύρω γύρω στο Beaubourg, και που οι μουσικοί τα χειρίζονται σα να τα κουρδίζουν ; Μην είναι εκείνο το γερμανικό… – δεν έχω συγκρατήσει και δεν θυμάμαι καθόλου το πώς μπορεί να το λένε…

Κάπου εδώ λοιπόν, έρχεται και μπαίνει στη μέση μιά ζήλεια…
Που ποτέ στη ζωή, δεν έχω ζηλέψει ένα υλικό πράγμα, κάτι τις που δεν το έχω εγώ και το έχει ο άλλος… Ποτέ ! Ό, τι και να ταν αυτό…
Συναίσθημα απαξιωτικό και προς περιφρόνηση, ταπεινό και ταπεινωτικό είναι η ζήλεια και όταν υπάρχει, δηλώνει μιζέρια πνευματική και κακομοιριά, κι έλλειψη προσωπικότητας και αυτάρκειας.
-Από τα παραπάνω, εξαιρείται φυσικά, η περί τα αισθηματικά ζήλεια, που, επιτρέψτε να τη θεωρώ συναίσθημα όλως διόλου φυσικό, σκληρό , δυνατό και αρμόζον, και που όταν δεν υπάρχει, θαρρώ δηλώνει την έλλειψη αληθινού έρωτα ή, τουλάχιστον, την έλλειψη του ερωτικού πάθους. Αλλά, τώρα δεν είναι αυτό το θέμα μας…

Τα έργα των ανθρώπων ζήλεψα, βλέποντας κι ακούγοντας, την Πρωτοχρονιά ανήμερα, τη συναυλία της Βιέννης.
Και τα έργα της αυτοκρατορίας ζήλεψα.
Τις αυτοκρατορικές μουσικές ζήλεψα, τις αυτοκρατορικές ζωγραφιστές και χρυσοποίκιλτες αίθουσες, τα αυτοκρατορικά μεγαλοπρεπή ανάκτορα, τους αυτοκρατορικούς σταύλους , τα αυτοκρατορικά χαριτωμένα άλογα-χορευτές, τους αυτοκρατορικούς υπέροχους κήπους και τον αυτοκρατορικό πολιτισμό.
Και το πώς οι οργανωμένοι άνθρωποι, τα αξιοποιούν όλ’ αυτά, και τα εντάσσουν στο πολιτιστικό τους γίγνεσθαι, και πώς εντάσσουν την πολιτιστική τους δραστηριότητα σήμερα, στο πρότερο πολιτιστικό τους γίγνεσθαι, και ταιριάζουν άριστα, με μια κίνηση το παλιό τους με το καινούργιο ! Αυτά ζήλεψα.
Και μην πείτε ότι πρόκειται για αυτοκρατορική ματαιοδοξία…
Κι ούτε να πείτε, πως όταν μας αρέσει η ομορφιά, πρόκειται για ματαιοδοξία…
Μήτε σκιάζομαι δα, μη με πουν και ματαιόδοξη...

Έτσι, είχα μια ζήλεια βλέποντας αυτά τα θαυμαστά, και μια θλίψη μέσα μου, που ομολογώ, κατέστρεφαν λίγο την ηδονή του ακούσματος του μεγάλου, γαλάζιου Δούναβη.

Τότε, ανεπαίσθητα, γύρισα λίγο δεξιά το κεφάλι μου.
Απέναντι, στα 10 μέτρα, είδα το μουσείο.
Το μουσείο !
Λιτό, δωρικό, φωτεινό, κεραμοσκεπές, με την πλατειά του σκάλα, με τα κιονόκρανα και με το μαίανδρο να του στολίζει το κούτελο.
Κι αυτόματα, γύρισα το κεφάλι λίγο ακόμα δεξιά, κι είδα πλάϊ τη γαλάζια θάλασσα.
Αναθάρρησα λίγο μα και πείσμωσα συγχρόνως.
Γιατί εμείς, πάντα τα μουσεία μας, τα αφίνουμε σαν τις εκκλησιές μας, να λειτουργούν στο απειρόβλητο, ξεκομμένα από τη σύγχρονη ζωή.
Αν η Κεντρική Ευρώπη, σκέφτομαι, έχει εδώ και 400 ή 500 χρόνια αυτούς τους χώρους - θησαυρούς, και τους αξιοποιεί δίνοντας μέσα συναυλίες, μπαλέτα, εκθέσεις, ή άλλες σοβαρές εκδηλώσεις πολιτισμού, ώστε να θαυμάζει όλος ο κόσμος, εμείς έχουμε υστέρημα σ’ αυτό. Στο να αξιοποιούμε δηλαδή τους θησαυρούς που έχουμε εδώ και 2000 χρόνια, με τρόπο ώστε να τους αναδεικνύουμε, παράλληλα με την σύγχρονή μας, πολιτιστική παραγωγή. Και το αντίστροφο.
Τις εκδηλώσεις στις περισσότερες περιπτώσεις, τις κάνουμε ( όταν τις κάνουμε… ), στον περίβολο των μουσείων και των αρχαιολογικών χώρων. Σχεδόν ποτέ μέσα στον ίδιο τον κλειστό χώρο.
Γιατί, αλήθεια;
Και καλύτερα, το καθ’ όλα σεβαστό αρχαιολογικό συμβούλιο, καθώς και οι διοικούσες τα ιδρύματα επιτροπές, να μην έχουν ως επιχείρημα, ότι κινδυνεύουν εσωτερικά οι χώροι (μουσεία κ.τ.λ.) από τον κόσμο που θα παρακολουθεί τις εκδηλώσεις πολιτισμού, διότι, διαθέτουμε ένα αντεπιχείρημα, που λέει, «εδώ κινδύνεψε από εγκληματική αμέλεια να καεί και να καταστραφεί το μουσείο της αρχαίας Ολυμπίας, με όλους τους θησαυρούς μέσα. Ο κόσμος που θα παρακολουθεί καθιστός και ελεγχόμενος τις συναυλίες, μας πείραξε»;

Δεν νομίζετε, ότι είναι κι αυτός ένας τρόπος, πρόσφορος, ώστε να συνδέσουμε το παρελθόν με το σήμερα; Αυτή η σύνδεση – συνέχεια των εποχών, δεν θα πρεπε να είναι ένας στόχος για την υπόθεση του πολιτισμού, εκτός απ’ όλους τους άλλους στόχους που θέτουμε; Και δεν θα έπρεπε αυτόν τον στόχο (ταίριασμα παρελθόν-παρόν), να τον εντάξουμε στην πολιτική μας για τον πολιτισμό;
Ν΄ ανοίξουμε τα μουσεία και τους αρχαιολογικούς χώρους και σε άλλες σοβαρές, πολιτιστικές δραστηριότητες, όχι μονάχα γιατί έξω από το κέντρο της Αθήνας, έχουμε έλλειψη αιθουσών για τον πολιτισμό, μα και γιατί, ακόμα πιο σπουδαίο, μέσα σ’ αυτούς τους χώρους μπορείς να προσφέρεις ένα σύγχρονο, αξιόλογο πολιτιστικό προϊόν, (αν διαθέτεις) , με ένδυμα αξιόπιστο και πνευματικά ιδιαίτερα θελκτικό.
Διότι, πώς να το κάνουμε… άλλη πνευματικότητα κι ομορφιά αποπνέει ένα οποιοδήποτε μουσείο μας ή αρχαιολογικός χώρος, εσωτερικά, με τους απαράμιλλους θησαυρούς τριγύρω, από οποιαδήποτε καλοκαμωμένη και ειδικά για συναυλίες φτιαγμένη, πολυτελή σύγχρονη αίθουσα (δίχως βέβαια, να υποτιμούμε την αναγκαιότητα και χρησιμότητα για τον πολιτισμό, των ειδικά κατασκευασμένων σύγχρονων χώρων …)

Ολίγες σκέψεις, που δεν προέκυψαν τώρα ασφαλώς, αλλά επανέκυψαν, όσο παρακολουθούσαμε την Πρωτοχρονιάτικη, Βιεννέζικη συναυλία.

Έπειτα απ’ αυτά,
ξαναγύρισα και κοίταξα δίπλα,
την υπέροχη μεγάλη, γαλάζια μας θάλασσα !
Και τον ήλιο, που καθρεφτιζόταν γελαστός στο νερό της…
Καμάρι μας, παρηγόρια κι ενθάρρυνση είναι…





Σημείωση :
Πρώτη του χρόνου, μεσημέρι έως απόγευμα.
Θέα
Ένα αρχαιολογικό μουσείο
Και η μεγάλη, γαλάζια μας θάλασσα





1*apporte au feu ton fagot de ramilles
le chaud soleil a fuit
apporte au feu ton fagot de ramilles
petite fille
j’ aime au bord de la nuit
tes yeux qui brillent
(AN, θυμάμαι σωστά το παιδικό μου άκουσμα, κι αν το γράφω και σωστά…)
.
.


2*η «άρπα» και το «όργανο», ως μουσικά όργανα , που τα ερωτεύθηκε άλλοτε και τα ενστερνίστηκε, μια παιδική ηλικία, σε χώρους άσκησης δυτικής κουλτούρας…
.
.
.
.
.


Σας στέλνω μικρές
Αληθινές ιστορίες


Τετάρτη 2 Γενάρη 08.


Έλλη, να ένας γλάρος !


Μεσημέρι.
Στην άκρια στη θάλασσα, πάνω σ’ ένα μικρό βραχάκι, κάθεται η μάνα του γλαρόπουλου και του στέλνει τσιριχτά οδηγίες (στη γλώσσα τους, που δεν την κατανοώ…)
Εκείνο, που δεν ξέρω αν την υπακούει, κάνει το σπουδαίο και τον καμπόσο !
Πετάει πάνω απ’ το κεφάλι της, πάει πάρα πέρα, χαμηλά, ξεθαρρεύει, πάει λίγο πιο ψηλά, γυρνάει γύρω γύρω, είναι συγκινητικό να βλέπεις την προσπάθεια του μωρού. Ανοιγοκλείνει άτακτα τα φτεράκια του, μαθαίνει να φτερουγίζει.
Η μάνα, ακίνητη πάνω στο βραχάκι, το μάτι της δε φεύγει από πάνω του, στέλνει οδηγίες κρώζοντας συνέχεια, κοφτά κρωξίματα της ενθάρρυνσης , ενίοτε και του μαλώματος και της αγωνίας της.
Στέκομαι και κοιτάζω το συγκινητικό !
Δεν το είχα ξαναδεί…
.
.


Παρασκευή 4 Γενάρη 08.


Πρωί

Βλέπω ένα γεράκι !


Στην αρχή, το νόμισα για μεγάλο γλάρο, που έκοβε βόλτες ανάμεσα ουρανό και θάλασσα…
Ήταν όμως πάρα πολύ ψηλά. Τα φτερά ήταν ορθάνοιχτα, γερά, δεν έτρεμαν, πολύ αποφασισμένα, σταθερά και δυνατά.
Μου θύμισε κάτι τύπους, που σηκώνονται να χορέψουν ζεϊμπέκικο, απλώνουν τα φτερά και σαρώνουν την πίστα …
Το πουλί, έκανε στην αρχή μικρούς κύκλους, που έπειτα τους άνοιγε. Πιο μεγάλος κύκλος, πιο μεγάλος, πιο μεγάλος, ακόμα μεγαλύτερος.
Έπειτα vol plane, και ξάφνου, κάθετη εφόρμηση !
Άννα, να ένα γεράκι !



Απομεσήμερο


Βλέπω τα κλαδιά γυμνά από τα φύλλα συκής
Κι οι συκές έρμες, πλάϊ σε έρμα πλατάνια.
Σωριάζω στις τσέπες μου μικρά, ξερά, παγωμένα ξύλα,
Κούμαρα κόκκινα, ξερά βελανίδια, κυπαρισσόμηλα,
Πέτρες που μοιάζουν βώλοι παιδιών,
Κι άλλες πέτρες, που μοιάζουν περιστέρια κι ελλειπτικές καρδιές.
Πιο ελλειπτικές, δεν γίνεται.
Ερμιά παντού.
Πιάνει να βρέχει.
.
.
Σάββατο 5 Γενάρη 2008


Ανιχνεύω
Τα μύρια πρόσωπα του φωτός
Μέσα στα πεύκα και τις ελιές
Ανιχνεύω
Τα μύρια πρόσωπα του φωτός
Ανάμεσα στις ξερές καλαμιές
Και τα γυμνά φυλλοβόλα
Ανιχνεύω
Τα μύρια πρόσωπα του φωτός
Που παίζει
Στο γαλάζιο και στο λευκό.
Δίχως λουλούδια νούφαρα
Δίχως γλυκό καρπό βατομουριές
Κρίνα παντού, που περιμένουν την άνοιξη
Φωλιές πελαργών άδειες
Μικρά φτερωτά κοπάδια
Πετάγονται ξάφνου μες στα σιταροχώραφα
Τα βάραθρα των βουνών
Και τα μικρά, σκοτεινά τους φαράγγια
Χειμώνας



Κυριακή, Δεκεμβρίου 30, 2007

Παραμονή Πρωτοχρονιάς, 2008.

Παραμύθι 2ο
Για μεγάλα παιδιά.
signature
a.k.


αρχή του παραμυθιού,

καλησπέρα σας !


Ο μικρός μολυβένιος στρατιώτης ,


ήταν στρατιώτης σ’ όλη του τη μικρή, μολυβένια ζωή. Ήταν ένας άξιος, γενναίος στρατιωτάκος, που πήγε πολλές φορές στον πόλεμο. Χρόνια πριν, μόλις βγήκε από το χυτήριο, όπου ο κατασκευαστής μέσα στο φούρνο έχυνε σε φόρμες το μολύβι, κι έφτιαχνε μ’ αυτό φυσίγγια, σφαίρες , κάθε λογιώ βλήματα, ακόμα και μικρούς, μολυβένιους στρατιώτες, από τότε ακόμα, ο στρατιωτάκος μας, ήξερε, πως ο προορισμός του ήταν, κάποτε να μπει μπροστάρης σ’ έναν πόλεμο, για να ελευθερώσει τους φτωχούς ανθρώπους και να φέρει πίσω στις χώρες την ελευθερία και την ειρήνη.

Εγώ, είμαι φτιαγμένος για να μαι στρατιώτης της ειρήνης, έλεγε πάντα με καμάρι ο μικρός στρατιώτης, και χρόνια ολόκληρα, καθάριζε με επιμέλεια το όπλο και την παλάσκα του. Έπρεπε πάντοτε να είναι έτοιμος, με το τουφέκι πλάϊ στα ποδάρια του, και τη νύχτα κοιμόταν πάντοτε με τα άρβυλά του καλογυαλισμένα και τακτικά τοποθετημένα κάτω από το κρεβάτι του.

Κάθε πρωί, στη μολυβένια ζωή του, είχε ένα καθήκον στρατιωτικό να επιτελέσει.
Στις αρχές της στρατιωτικής του καριέρας, τα πολλά παραγγέλματα : «ηηημιανάπαυση ! αααανάπαυση ! προοοσχή ! παααρουσιάστε ! εεπ ώμου! κλίση επί δεεεξιά ! κλίση επ’ αριιιιστερά ! Μάααρρς ! Θέση βολής : άρρξατε πυυυρ ! Ανακατάληψη του λόφου !», όλ’ αυτά τον κούραζαν και τον τρόμαζαν λίγο. Με τα χρόνια όμως συνήθισε τη ζωή του στρατού, κι όλοι έλεγαν γι αυτόν «να, ένας μικρός, άτρωτος, μολυβένιος στρατιώτης» !

Ο λοχίας, ο λοχαγός, ο ταγματάρχης, ο συνταγματάρχης, ο ταξίαρχος, ο στρατηγός, πάντα είχαν μιά δουλειά για κείνον, στα πεδία της μάχης.

Μικρέ, μολυβένιε στρατιώτη, πάρε την σάλπιγγα και σάλπισε επίθεση ! Μικρέ, μολυβένιε στρατιώτη, παίξε μας κάτι με τη μαγική σου τρομπέτα, να ξεκουραστεί λίγο ο λόχος ! Μικρέ, μολυβένιε στρατιώτη, προπορεύσου για να κάνεις κατόπτευση εδάφους ! Μικρέ, μολυβένιε στρατιώτη, σκάψε αμπρί ! Μικρέ, μολυβένιε στρατιώτη, κάνε τούτο, και κάνε εκείνο… Έτσι κύλησε ως τα σήμερα, στα πεδία των μαχών η μισή του ζωή. Ώσπου, κάποια μέρα, ο πόλεμος τελείωσε ! Οι γειτονικές χώρες, που χρόνια τρώγονταν μεταξύ τους, αποφάσισαν να συνάψουν εκεχειρία. Οι γραμματείς συνέταξαν κείμενα δίκαια για όλους, οι αρχηγοί έδωσαν σοβαροί τα χέρια, κάθισαν στις μπορντώ, βελούδινες πολυθρόνες του κυβερνείου, έβγαλαν τα στυλό με την πένα κι υπέγραψαν συμφωνίες.

Μετά απ’ αυτό, ο στρατηγός, ο ταξίαρχος, ο συνταγματάρχης, ο ταγματάρχης, ο λοχαγός, ο λοχίας, όλο το στράτευμα, πήρε το δρόμο της επιστροφής.

Ο μικρός μας στρατιώτης ξεκίνησε κι αυτός πεζός να γυρίσει στο σπίτι του. Είχε όμως να κάνει πολλά χιλιόμετρα, ως να φτάσει. Μερόνυχτα περπάτησε, χωρίς να σταματήσει πουθενά. Ήταν το τέλος του φθινόπωρου, λίγο πριν μπει για τα καλά ο χειμώνας, όταν το κρύο τις νύχτες αρχίζει και τσούζει λίγο. Η στρατιωτική, μολυβένια στολή του είχε σχεδόν κουρελιαστεί και τ’ άρβυλά του είχαν τρυπήσει. Μ’ όλ’ αυτά, ο στρατιωτάκος, τυλιγμένος στη χακί του χλαίνη βάδιζε, βάδιζε ασταμάτητα. Στα μάτια του είχε πάντα μπροστά του την εικόνα της αγαπημένης του μικρής χορεύτριας, που ήξερε, πως τον περιμένει να επιστρέψει. Την μικρή του χορεύτρια σκεφτόταν κι έπαιρνε κουράγιο, και βάδιζε, ολοένα βάδιζε, περνώντας άλλοτε μέσα απ' τα χωράφια, άλλοτε απ' τα μονοπάτια των βουνών, κι άλλοτε διασχίζοντας τα χωριά των ανθρώπων.




Η μικρή χορεύτρια,
.
κι ο μικρός μολυβένιος στρατιώτης, έκαναν χρόνια να συναντηθούν... Πολύς καιρός…
Εδώ που τα λέμε, η χορεύτρια δεν ήταν πιά πολύ μικρή –τα χρόνια του στρατιώτη είχε κι εκείνη-, και μήτε χόρευε πιά.
Μπαλαρίνα, ήταν άλλοτε.
Λεπτό κορμί, σφιχτό, γεροδεμένοι μυς, μπράτσα σκληρά, γάμπες δυνατές. Στροβιλιζόταν στη μουσική, σαν κύκνος ανάλαφρη και σα χιονονιφάδα.
Πουλί ταξιδιάρικο πάνω σε pointes. Είχε γυρίσει τον κόσμο, χορεύοντας.
Της άρεσε ο σύμπας κόσμος.
Της άρεσε η γης, οι θάλασσες, τα βουνά, τα πουλιά, τα ζώα, τα λουλούδια.
Η ζωή της άρεσε, τα γέλια και τα τραγούδια.
Αγαπούσε τους ανθρώπους, και άνθρωποι την αγάπησαν.
Η μικρή χορεύτρια, ήταν ένα γερό, ντόμπρο, αληθινό κορίτσι, που κοίταζε τους ανθρώπους κατευθείαν, ίσα στα μάτια.
Ίσως είναι γι αυτό, που την πρόσεξε ο μικρός μολυβένιος στρατιώτης.
Μπορεί, για τούτο το αληθινό, το ίσο, το ντροπαλό της κοίταγμα . Μπορεί και για το διστακτικό βάδισμά της.

.Όταν συναντήθηκαν την πρώτη φορά, ήταν φθινόπωρο.
Οι κουμαριές, στην άκρια του χωριού είχαν γεμίσει κόκκινο καρπό, και τα βήματα του μικρού μολυβένιου στρατιώτη, που ζύγωναν, πνίγονταν πάνω σ’ ένα στρώμα φθινοπωρινά φύλλα, βαθύ κόκκινο, κίτρινο , ξερό καφετί
Απαντήθηκαν. Kοιτάχτηκαν λίγο σιωπηλοί. Αναμετρήθηκαν με τα μάτια. Έπειτα ξαφνικά, σαν κάτι να έγινε, ήταν πιά δύσκολο να σηκώσει ο καθείς τα μάτια του απ’ τον άλλο.
Έμειναν εκεί, σιωπηλά να κοιτάζονται.
Εκείνος, ένας στρατιώτης μολυβένιος, σκληροτράχηλος, αποσταμένος απ τους πολέμους, τυλιγμένος σφιχτά στην κάπα του, να μην τον διαπερνάει ο αγέρας.
Εκείνη, γυναίκα πιά, χωρίς λεπτό, γυμνασμένο κορμί, μονάχα γελαστά μάτια, που κοίταζαν κατ ευθείαν, όλο ίσια, τ’ άλλα μάτια.
Αργότερα, τους χειμώνες που ο μολυβένιος στρατιώτης έλειπε ξανά στον πόλεμο κι η μπαλαρίνα καθόταν μονάχη της τα βράδια πλάϊ στη φωτιά, έφερνε ξανά στο νου της εκείνη την πρώτη συνάντηση.
Σκεφτόταν καμιά φορά, ποιος έδωσε πρώτος στον άλλον το χέρι του και ποιος είπε την πρώτη κουβέντα, μα δεν θυμάται ξεκάθαρα. Τι σημασία έχει εξ άλλου;
Σημασία έχουν αυτά που ειπώθηκαν.
.
«H ζωή για τη σύντροφο ενός μολυβένιου στρατιώτη, της είπε εκείνος, δεν είναι διόλου εύκολη»
«Δεν φοβάμαι» είπε απλά η μπαλαρίνα
.
«Θα λείπω διαρκώς στον πόλεμο, είπε εκείνος. Θα πρέπει να μένεις μονάχη σου πολύν καιρό»
«Αν πρέπει να πας στον πόλεμο, θα πας, απάντησε η μπαλαρίνα. Θα μένω μονάχη μου πολύν καιρό»

. «Σπάνια θα μπορούμε να ιδούμε μαζί να χαράζει το ξημέρωμα, σπάνια θα μπορούμε ολονυκτίς ο ένας πλάϊ στον άλλο, να κουβεντιάζουμε ήσυχα, για τα μικρά, απλά πράγματα», είπε ξανά, ο μολυβένιος στρατιώτης.
«Θα κουβεντιάζουμε όταν επιστρέφεις, απάντησε η μπαλαρίνα, κι αυτό, είναι ικανό, να τα αναπληρώνει όλα.
Κι όσο για το ξημέρωμα, θα βάλουμε οι δυό μας ένα σημάδι.
Όταν εσύ λείπεις στον πόλεμο, τα πρωινά, θα κοιτάζουμε την ίδια στιγμή την ανατολή. Έτσι, εκεί πέρα, στον ορίζοντα, θα συναντιέται η ματιά μας, και θα ναι σα να με κοιτάζεις και σα να σε κοιτάζω κι εγώ. Το ίδιο θα κάνουμε και τις νυχτιές, που έχει πανσέληνο»

. «Οι μικροί μολυβένιοι στρατιώτες , είπε πάλι ο στρατιώτης, έχουν μερικές φορές ανάγκη, να λεν στις μπαλαρίνες τι κάνουν στον πόλεμο, αν φοβήθηκαν στη μάχη, αν κουράστηκαν απ’ το βάδισμα, αν κινδύνεψαν να τους αιχμαλωτίσει ο εχθρός, ή, για ποιόν καινούργιο πόλεμο ετοιμάζονται.
Κι ακόμα, οι μπαλαρίνες, έχουν μερικές φορές ανάγκη, να λεν στους μολυβένιους στρατιώτες, αν χόρεψαν καλά, αν τις αγάπησε ο κόσμος, αν μπόρεσαν πραγματικά όπως ο κύκνος να γείρουν το κεφάλι μέσα στις φτερούγες, αν ευχαρίστησαν τους ανθρώπους, που πήγαν να τις δουν να χορεύουν.
Θα είναι σκληρό, που δεν θα μπορούμε κάθε στιγμή να μιλάμε γι αυτά»
«Καταλαβαίνω, απάντησε η μπαλαρίνα. Eίναι σκληρό ένας θαρραλέος, μικρός μολυβένιος στρατιώτης να μη μπορεί κάθε στιγμή να μοιραστεί τους φόβους του και να εμπιστευθεί τα σχέδια του πολέμου του.
Κι είναι σκληρό, μια μπαλαρίνα να μη μπορεί κάθε στιγμή να μοιραστεί κοντά του την αγωνία, τη χαρά και τη θλίψη της.
Ως να γυρίσεις απ’ τον πόλεμο, είπε πάλι η μπαλαρίνα, να, τι θα κάνουμε :
Εσύ,
τα βράδια, μόλις ακουμπάς πλάϊ το όπλο σου, μόλις γυαλίζεις τα στρατιωτικά σου άρβυλα και τα ακουμπάς κάτω απ’ το ράντζο, ή, όταν είσαι στη μάχη, πριν πλαγιάσεις στο αμπρί πάνω στη χλαίνη σου, θα βγάζεις απ’ το τσεπάκι σου το μολύβι, και κάθε βράδυ, θα μου γράφεις δυό λέξεις.
Έπειτα, θα τις λες μεγαλόφωνα. Εγώ θα τις ακούω. Θα μου τις φέρνει ο άνεμος. Θα μου τις φέρνουν τα μικρά κοτσύφια. Θα καταλαβαίνω.
.
Εγώ πάλι,
θα πάψω να είμαι μια χορεύτρια. Θα πάψω πιά, να τριγυρίζω μοναχή τον κόσμο.
Θα μείνω εδώ, σ’ αυτόν τον τόπο, να περιμένω εσένα.
Θα μείνω εδώ, στην άκρη του χωριού, να σου φτιάξω έναν κήπο.
Θα σκάβω τον κήπο σου, θα τον ξεχορταριάζω, θα φυτεύω κάθε εποχή τα νέα φυτά, θα κλαδεύω, θα σκαλίζω, θα ποτίζω, και κάθε φορά που επιστρέφεις, θα βρίσκεις δοχεία γεμάτα με φρέσκα λουλούδια.
Θα κάνω και κάτι άλλο. Κάθε Χριστούγεννα ή κάθε Πρώτη του Χρόνου, θα σου γράφω ένα παραμύθι. Θα είναι ένα παραμύθι, που θα χει αλήθειες μέσα. Τις μέρες μου θα χει μέσα, και τις νύχτες που σε περίμενα να ρθείς.»
.
Αυτά είναι όσα ειπώθηκαν.
Κι έπειτα, ο μικρός μολυβένιος στρατιώτης έφυγε ξανά για τον πόλεμο.
.
Χρόνια πέρασαν…
Ο μικρός μολυβένιος στρατιώτης, στις μάχες.
Κι η μπαλαρίνα, κηπουρός.
Δεν ήταν εύκολο γι αυτήν. Ο καιρός ήταν σκληρός.
Κάποτε, είχε πολύ κακές μέρες. Τρομαχτικές. Καταστροφές έγιναν.
Εκείνη φύτευε αγόγγυστα, κλάδευε και ξεχορτάριαζε σκυφτή ολημερίς, μες την παγωνιά και την υγρασία. Τα χέρια της ξύλιαζαν, τρυπιόντανε στ’ αγκάθια, πλήγιαζαν, άμαθη ήταν απ’ αυτά. Τα δάκρυά της έτρεξαν ποτάμι. Αγόγγυστα δάκρυα, δάκρυα πικρά, δάκρυα ώρες, δάκρυα μερόνυχτα, δάκρυα μήνες, δάκρυα χρόνους.
Ξεφύτρωναν κάποτε τα νεαρά φυτά. Κι ερχόταν πίσω τότε μια νεροποντή και τα πνιγε.
Κι έπειτα ένας δυνατός άνεμος και τα ξερίζωνε. Παγωνιές τα καίγαν. Δύσκολοι οι καιροί.
.
Εκείνος , στην τρομαχτική μοναξιά του πολέμου.
Να αναμετριέται με τη ζωή και το κουράγιο του, κάθε μέρα. Και κάθε νύχτα αποσταμένος, πριν κοιμηθεί, να της χαράζει στο χαρτί δυό λέξεις.

.
Την τελευταία χρονιά, το τελευταίο του γράμμα έλεγε :
«Ο πόλεμος τελείωσε. Επιστρέφω»
.
Την πήραν τη γραφή τα μικρά μαύρα κοτσύφια με τα κίτρινα ράμφη τους και την τιτίβιζαν ολούθε.
.
Την πήρε τη γραφή ο άνεμος και της την έφερε, την ώρα που εκείνη φρόντιζε την κόκκινη τριανταφυλλιά.
Αχ ! έκανε εκείνη, γιατί ξαφνιάστηκε και τσιμπήθηκε απ’ τ’ αγκάθια. Κόκκινο το αίμα έτρεξε στα χέρια της. Το κόκκινο της μεγάλης χαράς. Αυτής, που ακολουθεί μετά απ’ την μεγάλη απελπισία.
...............................................

Τα βελανίδια στο δάσος, είχαν πάρει το καφέ, ώριμο χρώμα τους, κι οι αγριόχοιροι σκάλιζαν με το μακρύ τους ρύγχος τις ρίζες της βελανιδιάς και τα ξέθαβαν. Συχνά, ξέθαβαν και μαύρα μανιτάρια και μουσούνιζαν από ευχαρίστηση τρώγοντάς τα.





Τα κάστανα είχαν σκάσει απ’ το αγκαθωτό κουκούλι τους, κι οι χωρικοί ήσαν έτοιμοι να τα μαζέψουν, να τα χουν τροφή για το χειμώνα.
Και τα καρύδια ήσαν έτοιμα. Ξεστύφεψαν. Γλύκυναν. Ώριμα για συγκομιδή.













Τα πλατάνια στο ρέμα, οι φλαμουριές, τα σφεντάμια, οι φτελιές κι οι μικρές κουτσουπιές, είχαν ρίξει κατάχαμα το πιο πολύ από το φύλλωμά τους.











Κι οι οξιές, είχαν πάλι στολίσει τη φύση με το βαθύ κόκκινο, κίτρινο, καφετί χαλί.

. Ήταν τότε, που ακούστηκε ξανά πάνω στα φύλλα, το σταθερό περπάτημα του μικρού μολυβένιου στρατιώτη.


Τα δοχεία μέσα στο σπίτι, ήσαν γεμάτα φρεσκοκομμένα λουλούδια.
Ο κήπος άνθιζε.
Η φύση μες στο χειμώνα γελούσε.
Ευλογία υπήρχε στον τόπο.

Το ίδιο βράδυ, η μπαλαρίνα, πήρε ένα μικρό, ξύλινο, γαλάζιο κασελάκι, έστρωσε μέσα προσεχτικά διπλωμένο το λευκό κορμάκι του χορού με τα τούλια, τύλιξε προσεχτικά τις pointes γύρω-γύρω με τις ροζ κορδέλες τους , έπειτα, έκλεισε το κασελάκι και το απόθεσε κάτω από το κρεβάτι του μικρού, μολυβένιου στρατιώτη, ακριβώς πλάϊ στα σκονισμένα του στρατιωτικά άρβυλα.
.
.
Τέλος του παραμυθιού
.
Κι αρχή Καλός μας Χρόνος !
.








Πέμπτη, Δεκεμβρίου 27, 2007


a.k.
Ο μικρός μολυβένιος στρατιώτης ,
ήταν στρατιώτης σ’ όλη του τη μικρή, μολυβένια ζωή.
Ήταν ένας άξιος, γενναίος στρατιωτάκος, που πήγε πολλές φορές στον πόλεμο.
Χρόνια πριν, μόλις βγήκε από το χυτήριο, όπου ο κατασκευαστής μέσα στο φούρνο έχυνε σε φόρμες το μολύβι, κι έφτιαχνε μ’ αυτό φυσίγγια, σφαίρες , κάθε λογιώ βλήματα, ακόμα και μικρούς, μολυβένιους στρατιώτες, από τότε ακόμα, ο στρατιωτάκος μας, ήξερε, πως ο προορισμός του ήταν, κάποτε να μπει μπροστάρης σ’ έναν πόλεμο, για να ελευθερώσει τους φτωχούς ανθρώπους και να φέρει πίσω στις χώρες την ελευθερία και την ειρήνη.
Εγώ, είμαι φτιαγμένος για να μαι στρατιώτης της ειρήνης, έλεγε πάντα με καμάρι ο μικρός στρατιώτης, και χρόνια ολόκληρα, γυάλιζε με επιμέλεια το όπλο και την παλάσκα του.
Έπρεπε πάντοτε να είναι έτοιμος, με το τουφέκι πλάϊ στα ποδάρια του, και τη νύχτα κοιμόταν πάντοτε με τα άρβυλά του τακτικά τοποθετημένα κάτω από το κρεβάτι του.
Κάθε πρωί, στη μολυβένια ζωή του, είχε ένα καθήκον στρατιωτικό να επιτελέσει.
Στις αρχές της στρατιωτικής του καρριέρας, τα πολλά παραγγέλματα « ηημιανάπαυση ! ααανάπαυση ! προοοσχή ! παααρουσιάστε ! κλίση επί δεεεξιά ! κλίση επ’ αριιιιστερά ! Θέση βολής: άρρξατε πυυυρ ! Ανακατάληψη του λόφου !», όλ’ αυτά τον κούραζαν και τον τρόμαζαν λίγο. Με τα χρόνια όμως συνήθισε τη ζωή του στρατού, κι όλοι έλεγαν γι αυτόν «να ένας μικρός, άτρωτος, μολυβένιος στρατιώτης»!
Ο λοχίας, ο λοχαγός, ο ταγματάρχης, ο συνταγματάρχης, ο ταξίαρχος, ο στρατηγός, πάντα είχαν μιά δουλειά για κείνον, στα πεδία της μάχης.
Μικρέ, μολυβένιε στρατιώτη, πάρε την σάλπιγγα και σάλπισε επίθεση !
Μικρέ, μολυβένιε στρατιώτη, παίξε μας κάτι με τη μαγική σου τρομπέτα, να ξεκουραστεί λίγο ο λόχος!
Μικρέ, μολυβένιε στρατιώτη, προπορεύσου για να κάνεις κατόπτευση εδάφους!
Μικρέ, μολυβένιε στρατιώτη, σκάψε αμπρί!
Μικρέ, μολυβένιε στρατιώτη, κάνε τούτο, και κάνε εκείνο…
Έτσι κύλησε ως τα σήμερα, στα πεδία των μαχών η μισή του ζωή.

Ώσπου, κάποια μέρα, ο πόλεμος τελείωσε !
Οι γειτονικές χώρες, που χρόνια τρώγονταν μεταξύ τους, αποφάσισαν να συνάψουν εκεχειρία.
Οι γραμματείς συνέταξαν κείμενα δίκαια για όλους, οι αρχηγοί έδωσαν σοβαροί τα χέρια, κάθισαν στις μπορντώ, βελούδινες πολυθρόνες του κυβερνείου, έβγαλαν τα στυλό με την πένα κι υπέγραψαν συμφωνίες.
Μετά απ’ αυτό, ο στρατηγός, ο ταξίαρχος, ο συνταγματάρχης, ο ταγματάρχης, ο λοχαγός, ο λοχίας, όλο το στράτευμα, πήρε το δρόμο της επιστροφής.
Ο μικρός μας στρατιώτης ξεκίνησε κι αυτός πεζός να γυρίσει στο σπίτι του.
Είχε όμως να κάνει πολλά χιλιόμετρα, ως να φτάσει.
Μερόνυχτα περπάτησε, χωρίς να σταματήσει πουθενά.
Ήταν το τέλος του χειμώνα, λίγο πριν την άνοιξη, όταν το κρύο τις νύχτες είναι ακόμα πολύ τσουχτερό. Η στρατιωτική, μολυβένια στολή του είχε σχεδόν κουρελιαστεί και τ’ άρβυλά του είχαν τρυπήσει. Μ’ όλ’ αυτά, ο στρατιωτάκος βάδιζε, βάδιζε ασταμάτητα.
Στα μάτια του είχε πάντα μπροστά του την εικόνα της αγαπημένης του μικρής χορεύτριας, που ήξερε πως τον περιμένει να επιστρέψει.
Την μικρή του χορεύτρια σκεφτόταν κι έπαιρνε κουράγιο, και βάδιζε, ολοένα βάδιζε, περνώντας άλλοτε μέσα απ' τα χωράφια, άλλοτε απ' τα μονοπάτια των βουνών, κι άλλοτε διασχίζοντας τα χωριά των ανθρώπων.
.
(συνέχεια)
.
-έλα...
αφήστε με να παίξω λιγουλάκι-
:)

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 26, 2007

a.k.

Ανοχύρωτη έμεινε η πολιτεία.
Η όμορφη πολιτεία, που ποιητές την αγάπησαν
κι οργανοπαίχτες του βιολιού μαστόροι
Η όμορφη πολιτεία, που ερωτευόταν στον εσπερινό τα φεγγάρια πάνωθέ της,
και μέτραγε τα πρωινά, με τις σιωπές των όρθρων
Η όμορφη πολιτεία, που μέσα της κήποι ανθίζαν, χαμομήλια, μυρτιές
κι άγρια της άνοιξης μυριστικά τριαντάφυλλα
Η πολιτεία, που την διαβήκαν άνθρωποι
Κρατώντας στα χέρια παντιέρες τιμής και λάβαρα
Η όμορφη πολιτεία με τα ντροπαλά μάγουλα
Και τα μάτια της θλίψης,
Της θλίψης
Που ερχόταν από πέρα, μακριά,
Απ’ το απέραντο του σύμπαντος
Κι ακόμα πιο πέρα,
Απ’ το κενό, απ’ την άβυσσο,
Την ερμιά
εντελώς αδούλευτη σκέψη,
έτσι όπως βγήκε, μονοκοπανιά...

Τρίτη, Δεκεμβρίου 25, 2007

Και
η Λατινική
Παράδοση ...
.
.
.
Gloria
in excelsis Deo !




.
Adeste, fideles, laeti, triumphantes:
Venite, venite in Bethleem
Natum videte Regem Angelorum,

Venite, adoremus; Venite, adoremus;
Venite, adoremus Dominum.

En, grege relicto, humiles ad cunas
Vocati pastores approperant.
Et nos ovanti gradu festinemus.

Venite, adoremus; Venite, adoremus;
Venite, adoremus Dominum.

Aeterni Parentis splendorem aeternum
Velatum sub carne videbimus:
Deum infantem pannis involutum.

Venite, adoremus; Venite, adoremus;
Venite, adoremus Dominum.

Pro nobis egenum et foeno cubantem
Piis foveamus amplexibus;
Sic nos amantem quis non redamaret ?

Venite, adoremus; Venite, adoremus;
Venite, adoremus Dominum.



Gloria in excelsis Deo,
Et in terra pax hominibus bonae voluntatis.
Laudamus te.
Benedicimus te.
Adoramus te.
Glorificamus te.

τη σκέψη μου
σας στέλνω






“Έγνω βούς
τον κτησάμενον
και όνος
την φάτνην του κυρίου
αυτού·
Ισραήλ δε με
ουκ έγνω
και ο λαός μου ου συνήκεν”.
.
.
προφητεία Ησαΐα
.
.
.
.
.
.Βυζαντινή Αγιογράφιση

«Και έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον, και εσπαργάνωσεν αυτόν και ανέκλινεν αυτόν εν τη φάτνη διότι ουκ ην αυτοίς τόπος εν τω καταλύματι.
Και ποιμένες ήσαν εν τη χώρα τη αυτή αγραυλούντες και φυλάσσοντες φύλακας της νυκτός επί την ποίμνην αυτών
και ιδού άγγελος Κυρίου επέστη αυτοίς και δόξα Κυρίου περιέλαμψεν αυτούς,
και εφοβήθησαν φόβον μέγαν•
και είπεν αυτοίς ο άγγελος, μη φοβείσθε ιδού γαρ ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην,
ήτις έσται παντί τω λαώ, ότι ετέχθη υμίν σήμερον σωτήρ,
ος εστί Χριστός Κύριος, εν πόλει Δαυίδ
και τούτο υμίν το σημείον ευρήσετε βρέφος εσπαργανωμένον, κείμενον εν φάτνη
και εξαίφνης εγένετο συν τω αγγέλω πλήθος στρατιάς ουρανίου αινούντων τον Θεόν
και λεγόντων δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία
και εγένετο ως απήλθαν απ' αυτών εις τον ουρανόν οι άγγελοι,
και οι άνθρωποι οι ποιμένες είπον προς αλλήλους διέλθωμεν δη έως Βηθλεέμ
και ίδωμεν το ρήμα τούτο το γεγονός, ο Κύριος εγνώρισεν ημίν.
Και ήλθον σπεύσαντες, και ανεύρον την τε Μαριάμ και τον Ιωσήφ και το βρέφος κείμενον εν τη φάτνη».

κατά Λουκάν (κεφ. Β. 7 - 16)


«και ιδού ο αστήρ ον είδον εν τη ανατολή προήγεν αυτούς,
έως ελθών έστη επάνω ου ην το παιδίον•
ιδόντες δε τον αστέρα εχάρησαν χαράν μεγάλην σφόδρα,
και ελθόντες εις την οικίαν είδον το παιδίον μετά Μαρίας της μητρός αυτού,
και πεσόντες προσεκύνησαν αυτώ
και ανοίξαντες τους θησαυρούς αυτών προσήνεγκαν αυτώ δώρα,
χρυσόν και λίβανον και σμύρναν».

κατά Ματθαίον (κεφ. Β, 9 - 11)

.
«Ανέτειλας Χριστέ εκ Παρθένου, νοητέ Ήλιε της Δικαιοσύνης
και Αστήρ σε υπέδειξεν, εν Σπηλαίω χωρούμενον τον αχώρητον»


Η Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει


Κοντάκιον. Αυτόμελον.
Ποίημα Ρωμανού τού Μελωδού.
.
Η Παρθένος σήμερον, τόν υπερούσιον τίκτει,
καί η γή τό Σπήλαιον, τώ απροσίτω προσάγει.
Άγγελοι μετά Ποιμένων δοξολογούσι.
Μάγοι δέ μετά αστέρος οδοιπορούσι.
δι ημάς γάρ εγεννήθη, Παιδίον νέον,
ο πρό αιώνων Θεός.
.
Κοντάκιον.
H παρθέvος σήμερον, τόν προαιώvιοv Λόγοv,
εν σπηλαίω έρχεται, αποτεκείν απορρήτως.
Χόρευε η οικουμένη ακουτισθείσα.
δόξασοv μετά Αγγέλων καί τώv Ποιμένωv,
βουληθέντα εποφθήναι,
παιδίον νέον, τόν πρό αιώνωv Θεόν.



Ωδή
Χριστός γεννάται, δοξάσατε,
Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε,
Χριστός επί γής, υψώθητε,
Άσατε τώ Κυρίω πάσα η γή,
καί εν ευφροσύνη, ανυμνήσατε λαοί,
ότι δεδόξασται.




Δευτέρα, Δεκεμβρίου 24, 2007

στην Julie,
που μου το έμαθε
.
Minuit Chretiens
.
..

Minuit Chretiens, c’ est l’ heure solenelle,
Où l’ Homme-Dieu descendit jusq’ à nous,
Pour effacer la tache originelle,
Et de son Père arreter le courroux.

.
.
Le monde entier tressaille d’ esperance,
En cette nuit, qui lui donne un Sauveur.
Peuple, à genoux ! attends ta delivrance,
Noel, Noel, voici le Redempteur.

De notre foi que la lumière ardente
Nous guide tous au berceau de l’ Enfant,
Comme autrefois une etoile brillante
Y conduisit des chefs de l’ Orient,
Le Roi des rois nait dans une humble crèche
Puissants du jour, fiers de votre grandeur,
À votre orgueil, c’ est de là qu’ un Dieu preche,
Courbez vos fronts devant le Redempteur.

Le Redempteur a brisé toute entrave,
La terre est libre et le ciel est ouvert.
Il voit un frère où n’ etait qu’ un esclave
L’ amour unit ceux qu’ enchainait le fer.
Qui lui dira notre reconnaissance?
C’ est pour nous tous qu’ il nait, qu’ Il souffre et meurt.
Peuple, debout ! Chante ta delivrance!
Noel, Noel, chantons le Redempteur


Placide Cappeau

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 20, 2007


φίλοι μου,
εύχομαι σε όλους σας


ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ !

να έχετε υγεία

και αγάπη .


Ευτυχισμένοι να είστε !







Δευτέρα, Δεκεμβρίου 10, 2007

κι οι γλάροι
τα γοργόφτερα πουλιά
λευκό μπαλέτο στα σκοτάδια…
.
Μικρό ημερολόγιο ταξιδιού
- συνέχεια

στη θάλασσα
Πρωϊνοί σήμερα.
Είναι, που σχεδόν δεν κοιμηθήκαμε αποβραδύς.
Κακός θαλασσινός καιρός. Γερές αναταράξεις, και προς το ξημέρωμα οι αστραπές σκίζαν το στερέωμα, και κάναν τη νύχτα μέρα.
Το πλήρωμα επί ποδός.
Ο καπετάνιος όρθιος στο τιμόνι. Όλοι στα πόστα τους.
Αυτοί, όλοι εδώ μέσα οι ναυτικοί, είναι γερά σκαριά, ψημένοι στα ταξίδια, συνηθισμένοι σε φουρτούνες, κύματα και κακούς καιρούς. Δεν δείχνουν να σκιάζονται εύκολα.
Η μόνη άμαθη είμ’ εγώ.
Ήταν επιλογή μου όμως το ταξίδι, και γι αυτό στέκομαι τώρα, ήσυχα στη θέση μου, δίχως να γκρινιάζω.
Όταν κάτι το διαλέγεις, και μάλιστα έπειτα από δική σου ανάγκη, ή σκέψη ώριμη (απ’ όποια πλευρά θέλεις δες το), πάει και τελείωσε, μπαίνεις σε δρόμο και τον ακολουθείς. Γίνεται δρόμος δικός σου. Οδός σου.
Τον αγκαλιάζεις και πηγαίνετε αντάμα. Ο δρόμος κι εσύ.
Ετούτος εδώ ο δρόμος που εγώ επέλεξα, είν’ ένας δρόμος θαλασσινός. Διόλου εύκολος. Μα ποιος είπε, πως οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι για να τους αρέσουν τα εύκολα;

Κοντά στο ξημέρωμα, τα μπωφόρια έπεσαν –μπωφόρια, τα λέει ο λοστρόμος, μπωφόρια τα λέω κι εγώ-, έπεσε η θάλασσα, μαζεύτηκε ο καιρός, ο ουρανός είναι μολυβής, τα σύννεφα βαριά, ταξιδιάρικα.
Ο καπετάνιος άφισε το τιμόνι στον δεύτερο, και κατέβηκε να ξεκουραστεί.
Ξυλιασμένος ήτανε. Τον βόηθησα να βγάλει την εξάρτηση της βάρδιας, άναψα φωτιά, έβρασα στην μπουγιότα νερό με μοσχοκάρφια και ξύλο κανέλλας μέσα, έφτιαξα δυό γερά μαύρα τσάγια. Πήρα απ’ το ντουλάπι δυό κούπες, εγγλέζικη πορσελάνη. Τον σέρβιρα, στο δικό του τσάϊ έσταξα και λίγο γαλλικό cognac, κι έπειτα κάθισα σιμά του.
«Κρυώνουν τα πόδια μου», είπε. Βγάλαμε τις κάλτσες, είχαν υγρασία. Πήρα απ’ το ραφάκι το οινόπνευμα, «άσε με να σε φροντίσω», του λέω, κι εκείνος υπάκουσε, σαν ένα μέταλλο που μαλακώνει έγινε το σώμα του, το ένιωσα σαν άρχισα να του τρίβω με το σπίρτο τα πόδια.
Ο παππούς μου ο σφουγγαράς -εκ Σύμης- , ήταν κι αυτός ένας γερός, σκληροτράχηλος ναυτικός, μου έλεγε, πως στο κρύο, έκαναν τα χρόνια εκείνα εντριβές με πετρέλαιο.
Έτσι, ζέστανα τα ταξιδιάρικα πόδια του καπετάνιου μου, τον έχωσα στην κουκέτα, τον κουκούλωσα με το πάπλωμα της χήνας, τον σταύρωσα, ακούμπησα ένα φιλί στα γκρίζα του μαλλιά, έσβησα το φως, άναψα την μικρή λάμπα στο παλιό μου γραφειάκι και κάθισα να βάλω μιαν τάξη στις σκέψεις μου, και στην αταξία γύρω μου.

Έψαχνα από καιρό στις λατινικές μου σημειώσεις, κάτι να βρω για την έκφραση alma mater.
Αντιγράφω έτσι, μια παράγραφο, που βρήκα.

Alma Mater
ή
Alma Parents

L'Alma Mater est un terme d'origine latine, traduisible par « mère nourricière ». Le terme était employé dans la Rome antique, pour désigner la déesse mère

Η τροφός μήτηρ
"Ποτνία μήτηρ"

Selon la légende, Rome est fondée par Romulus et Rémus, qui, dans leur enfance, auraient été nourris par une louve.

http://fr.wikipedia.org/wiki/Catégorie:Locution_latine
« expressions latines »

(Aux Etats-Unis, la plupart des vieilles universités, possèdent leur Alma Mater, terme qui désigne dans ce cas l'intégralité de l'hymne d'une université)

Από τον πίνακα με τους λατινικούς όρους, ξαναβρίσκω εδώ, μιάν έκφραση, που πάντα με συγκινούσε και μ’ ενδιέφερε :


non ministrari sed ministrare


"You are not here to be served but to serve"

ουκ ήλθε διακονηθήναι αλλά διακονήσαι"

δεν θυμάμαι, και πρέπει να το ψάξω, μα ίσως είναι από το ευαγγέλιο το κατά Λουκάν.
εξάλλου, το alma mater, με οδηγεί στην

Γαλακτοτροφούσα

Κυριακή, Δεκεμβρίου 09, 2007

χειμώνας που είναι,
κρύα και βροχές κι αέρηδες,
άστε με να σας στείλω χειμωνιάτικα, βουνίσια, ακριβά,
λευκά λουλούδια.
και κορφούλες με χιόνια και σύννεφα.
και ταιριαστή μουσική