Τετάρτη, Αυγούστου 01, 2018
Τρίτη, Απριλίου 15, 2014
Κωστή Παλαμά
Ἡ Κασσιανή
Κύριε, γυναίκα ἁμαρτωλή, πολλά,
πολλά, θολά, βαριὰ τὰ κρίματά μου.
Μά, ὦ Κύριε, πῶς ἡ θεότης Σου μιλᾶ
μέσ᾿ στὴν καρδιά μου!
Κύριε, προτοῦ Σὲ κρύψ᾿ ἡ ἐντάφια γῆ
ἀπὸ τὴ δροσαυγὴ λουλούδια πῆρα
κι ἀπ᾿ τῆς λατρείας τὴν τρίσβαθη πηγὴ
Σοῦ φέρνω μύρα.
Οἶστρος μὲ σέρνει ἀκολασίας... Νυχτιά,
σκοτάδι ἀφέγγαρο, ἄναστρο μὲ ζώνει,
τὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας φωτιὰ
μὲ καίει, μὲ λιώνει.
Ἐσὺ ποὺ ἀπὸ τὰ πέλαα τὰ νερὰ
τὰ ὑψώνεις νέφη, πάρε τα, Ἔρωτά μου,
κυλᾶνε, εἶναι ποτάμια φλογερὰ
τὰ δάκρυά μου.
Γύρε σ᾿ ἐμέ. Ἡ ψυχὴ πῶς πονεῖ!
Δέξου με Ἐσὺ ποὺ δέχτηκες καὶ γείραν
ἄφραστα ὡς ἐδῶ κάτου οἱ οὐρανοί.
καὶ σάρκα ἐπῆραν.
Στ᾿ ἄχραντά Σου τὰ πόδια, βασιλιᾶ
μου Ἐσὺ θὰ πέσω καὶ θὰ στὰ φιλήσω,
καὶ μὲ τῆς κεφαλῆς μου τὰ μαλλιὰ
θὰ στὰ σφουγγίσω.
Τ᾿ ἄκουσεν ἡ Εὔα μέσ᾿ στὸ ἀποσπερνὸ
τῆς παράδεισος φῶς ν᾿ ἀντιχτυπᾶνε,
κι ἀλαφιασμένη κρύφτηκε... Πονῶ,
σῶσε, ἔλεος κάνε.
Ψυχοσῶστ᾿, οἱ ἁμαρτίες μου λαός,
Τὰ ἀξεδιάλυτα ποιὸς θὰ ξεδιαλύσῃ;
Ἀμέτρητό Σου τὸ ἔλεος, ὁ Θεός!
Ἄβυσσο ἡ κρίση.
Κυριακή, Απριλίου 13, 2014
«Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός,
και μακάριος ο δούλος, ον ευρήσει γρηγορούντα.
Ανάξιος δε πάλιν ον ευρήσει ραθυμούντα.
Βλέπε ουν, ψυχή μου, μη τω ύπνω κατενεχθείς,
ίνα μη τω θανάτω παραδοθείς και της βασιλείας έξω κλεισθείς.
Αλλά ανάνηψον κράζουσα·
Άγιος, Άγιος, Άγιος ει ο Θεός ημών,
διά της Θεοτόκου ελέησον ημάς».
«Τον νυμφώνα Σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον,
και ένδυμα ουκ έχω, ίνα εισέλθω εν αυτώ.
Λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής,
Φωτοδότα, και σώσον με».
Κυριακή, Μαρτίου 16, 2014
χαιρετισμοί
ΤΗΣ Α´ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
ΤΗΣ Β´ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
ΤΗΣ Δ´ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
Δευτέρα, Ιουλίου 25, 2011
… ἐὰν ἐπιλάθωµαί σου, ῾Ιερουσαλήµ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά µου …
..
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
Ψαλµός 136
Επί τῶν ποταµῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαµεν καὶ ἐκλαύσαµεν ἐν τῷ µνησθῆναι ἡµᾶς τῆς Σιών.
2 ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν µέσῳ αὐτῆς ἐκρεµάσαµεν τὰ ὄργανα ἡµῶν·
3 ὅτι ἐκεῖ ἐπηρώτησαν ἡµᾶς οἱ αἰχµαλωτεύσαντες ἡµᾶς λόγους ᾠδῶν καὶ οἱ ἀπαγαγόντες ἡµᾶς ὕµνον· ᾄσατε ἡµῖν ἐκ τῶν ᾠδῶν Σιών.
4 πῶς ᾄσωµεν τὴν ᾠδὴν Κυρίου ἐπὶ γῆς ἀλλοτρίας;
5 ἐὰν ἐπιλάθωµαί σου, ῾Ιερουσαλήµ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά µου·
6 κολληθείη ἡ γλῶσσά µου τῷ λάρυγγί µου, ἐὰν µή σου µνησθῶ, ἐὰν µὴ προανατάξωµαι τὴν ῾Ιερουσαλὴµ ὡς ἐν ἀρχῇ τῆς εὐφροσύνης µου.
7 µνήσθητι, Κύριε, τῶν υἱῶν ᾿Εδὼµ τὴν ἡµέραν ῾Ιερουσαλὴµ τῶν λεγόντων· ἐκκενοῦτε, ἐκκενοῦτε, ἕως τῶν θεµελίων αὐτῆς.
8 θυγάτηρ Βαβυλῶνος ἡ ταλαίπωρος, µακάριος ὃς ἀνταποδώσει σοι τὸ ἀνταπόδοµά σου, ὃ ἀνταπέδωκας ἡµῖν·
9 µακάριος ὃς κρατήσει καὶ ἐδαφιεῖ τὰ νήπιά σου πρὸς τὴν πέτραν.
.
.
.
.
Nabucco
Va, pensiero, sull'ali dorate;
va, ti posa sui clivi, sui colli,
ove olezzano tepide e molli
l'aure dolci del suolo natal!
Del Giordano le rive saluta,
di Sionne le torri atterrate...
Oh mia patria sì bella e perduta!
Oh membranza sì cara e fatal!
Arpa d'or dei fatidici vati,
perché muta dal salice pendi?
Le memorie nel petto raccendi,
ci favella del tempo che fu!
O simile di Sòlima ai fati
traggi un suono di crudo lamento,
o t'ispiri il Signore un concento
che ne infonda al patire virtù.
.
.
.
.
Ελληνική (ελεύθερη) απόδοση
Τράβα μυαλό μου πάνω στα χρυσωμένα φτερά
Πέτα πάνω απ τις πλαγιές και τους λόφους
Εκεί που η γλυκιά , απαλή αύρα
χαϊδεύει την πατρική μας γή.
Χαιρέτα τις όχθες του Ιορδάνη,
Τους γκρεμισμένους πύργους της Σιών…
Ω πατρίδα όμορφη και χαμένη,
Ω μνήμη αγαπημένη και πικρή.
Λύρα χρυσή των προφητών,
Γιατί σιωπηλή κρέμεσαι στο δέντρο;
Φέρε τις μνήμες τις παλιές
να ζεστάνουν τις καρδιές και τα στήθη.
Θύμισε μας της Ιερουσαλήμ τα πάθη
Παίξε μαζί μας θρήνο πικρό.
Ή, μέσα από του Θεού τη βούληση,
Δώσε μας δύναμη να υπομείνουμε τα δεινά.
.
.
.
.
.
.\
.
