αντιγράφω από το βιβλίο
"Πολλοί τοποθετούν τον γεωγραφικό χώρο της Οδύσσειας στη Δυτική και Νότια Μεσόγειο.
Γνωρίζουμε όμως ότι την εποχή που διαμορφώθηκε το ομηρικό έπος είχαν ήδη ξεκινήσει οι θαρραλέες προσπάθειες των Ελλήνων γιά την προσπέλαση του βορειοανατολικού θαλασσινού δρόμου που οδηγεί στη Μαύρη Θάλασσα. Γνωρίζουμε ακόμα ότι οι αναγνωριστικές αυτές αποστολές προηγήθηκαν των ταξιδιών που έφεραν τους Έλληνες στη Δύση.
Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι η Οδύσσεια απηχεί πολλές από τις εμπειρίες των πρώτων Ιώνων ναυτικών και των εμπόρων που τόλμησαν να ακολουθήσουν τον πλου της Αργώς και να εξερευνήσουν τα μακρινά και πλούσια μέρη πέρα από το Αιγαίο.
Έτσι, η πρώτη μορφή της Οδύσσειας αντανακλά το εξερευνητικό κύμα στο δρόμο του Ιάσονα. Όταν όμως ξεκίνησε το επόμενο ρεύμα γιά την αποίκηση της Δύσης, οι νέες γεωγραφικές πληροφορίες και οι καινούργιες περιπέτειες μπλέχτηκαν με τις παλιές και το έπος προσαρμόστηκε στις σύγχρονες ανάγκες έκφρασης των ναυτικών και των αποίκων.
Διαβάζοντας λοιπόν "μέσα από τις γραμμές" και συχνά παίρνοντας ατόφια κομμάτια, μπορεί κανείς να παρακολουθήσει το θαυμάσιο ταξίδι του Οδυσσέα, τοποθετώντας το στον κόσμο που ανοίγεται πέρα από την Λήμνο, την Ίμβρο και τη Σαμοθράκη.
Θα περάσει τον Ελλήσποντο, θα διασχίσει την Προποντίδα ξεγλιστρώντας από τις Σειρήνες, που συμβολίζουν τις ομορφιές της Θάλασσας του Μαρμαρά, θα ξεφύγει από την Καλυψώ, που κατοικεί στα Πριγκηπόνησα, και θα φτάσει στον Θρακικό Βόσπορο. Αν καταφέρει να γλυτώσει από τις ρουφήχτρες Σκύλλα και Χάρυβδη, τα ρεύματα και τις Συμπληγάδες, θα αντικρίσει τον Άξενο Πόντο, που οι αρχαίοι τον είπαν "Εύξεινο" και "Ευσεβή" οι Βυζαντινοί , όταν άρχισαν να εκχριστιανίζουν τους νομάδες της στέπας γύρω από την Αζοφική.



















































