Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα seferis. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα seferis. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Αυγούστου 28, 2012




1846

το έργο αυτό πρόσφερε στην ποίηση
μιά ανάλαφρη, παιχνιδιάρικη διάσταση 
και μιά πρωτόγνωρη ελευθερία



Limerick - Λίμερικ  :

Σύμφωνα με τον Gianni Rodari - 1994, "Γραμματική της φαντασίας", 
είναι ένα είδος του "παραλόγου", συστηματοποιημένο και κωδικοποιημένο - Εγγλέζικο.

* Η ιστορία των λίμερικς ξεκινάει στην Αγγλία του 1820, 
αν και σύμφωνα με τον Θωμά Ακινάτη  ήταν διαδεδομένα από τον μεσαίωνα.


ο Γ. Σεφέρης,
γιά το limerick πρότεινε την ονομασία "ΛΗΡΟΛΟΓΗΜΑ",
βασισμένο πάνω στο όνομα του Edward Lear - Άγγλου λογοτέχνη, γνωστού γιά τα  limericks που έγραψε.




Limerick του  Edward Lear - μετάφραση Γιάννη Ευθυμιάδη

Ένας άντρας απ' τη Χάγη
με το νου τρέλες παράγει
κι έφτιαξε ένα μπαλόνι
στο φεγγάρι είχε τιμόνι
ο πλανεμένος άντρας απ' τη Χάγη



Limerick του Γιώργου Σεφέρη

Είτανε μιά κοπέλα στο Πεκίνο
που λεγε πάντα "Δος μου κι απ' εκείνο"
και σαν της τα δώσαν όλα
έσκασε σαν πάσα βιόλα
και την κλάψανε πολύ στο Πεκίνο





Limerick του  Edward Lear -  The Owl and the Pussy-Cat



The Owl and the Pussy-Cat went to sea
In a beautiful pea-green boat;
They took some honey,
and plenty of money,
Wrapped up in a five-pound note.
The Owl looked up to the stars above,
And sang to a small guitar,
"O lovely Pussy ! O Pussy, my love,
What a beautiful Pussy you are,
You are,
You are !
What a beautiful Pussy you are !"

Pussy said to the Owl, "You elegant fowl !
How charmingly sweet you sing !
O let us be married ! Too long we have tarried :
But what shall we do for a ring?"
They sailed away for a year and a day,
To the land where the Bong-tree grows,
And there in a wood a Piggy-wig stood,
With a ring at the end of his nose,
His nose,
His nose,
With a ring at the end of his nose.

"Dear Pig, are you willing to sell for one shilling
Your ring?" Said the Piggy, "I will."
So they took it away, and were married next day
By the turkey who lives on the hill.
They dined on mince, and slices of quince,
Which they ate with a runcible spoon;
And hand in hand, on the edge of the sand,
They danced in the light of the moon,
The moon,
The moon,
They danced by the light of the moon. 







 




πήρα πληροφορίες από  :

- http://www.pi.ac.cy/pi/files/epimorfosi/ekpaid_yliko/logot_dimotiki/limerick_haikou.pdf

- http://www.hiboumania.com/poemesedlear.html

- http://www.pi.ac.cy/pi/files/epimorfosi/ekpaid_yliko/logot_dimotiki/didaktiki_poiisis.pdf













Παρασκευή, Ιουλίου 15, 2011

.
video
της quartier libre
.
.
Ερείκουσα
.
.
ο ήλιος ανατέλει σε "έρημο" νησί

.

.

.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.

Παρασκευή, Ιουνίου 10, 2011

.

Το σπίτι κοντά στη θάλασσα

.

Γιώργος Σεφέρης
.

Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν.

Έτυχε να ’ ναι τα χρόνια δίσεκτα πόλεμοι, χαλασμοί, ξενιτεμοί

Κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά

Κάποτε δεν τα βρίσκει

Tο κυνήγι

Ήταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια

Οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνουνται στα καταφύγια.

Μη μου μιλάς για τ΄ αηδόνι μήτε για τον κορυδαλλό

Μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα

Που γράφει νούμερα στο φως με την ουρά της

Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια

Ξέρω πως έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο.

Καινούργια στην αρχή, σαν τα μωρά

Που παίζουν στα περιβόλια με τα κρόσσια του ήλιου,

Κεντούν παραθυρόφυλλα χρωματιστά και πόρτες

Γυαλιστερές πάνω στη μέρα

Όταν τελειώσει ο αρχιτέκτονας αλλάζουν,

Ζαρώνουν ή χαμογελούν ή ακόμη πεισματώνουν

Μ΄ εκείνους που έμειναν μ΄ εκείνους που έφυγαν

Μ΄ άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν

ή που χαθήκαν, τώρα που έγινε

ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο.

Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια,

Θυμάμαι τη χαρά τους και τη λύπη τους

Καμιά φορά, σα σταματήσω

Ακόμη

Καμιά φορά, κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές

Μ΄ ένα κρεβάτι σιδερένιο χωρίς τίποτε δικό μου

Κοιτάζοντας τη βραδυνήν αράχνη συλλογιέμαι

Πως κάποιος ετοιμάζεται να ΄ρθεί, πως τον στολίζουν

Μ΄ άσπρα και μαύρα ρούχα με πολύχρωμα κοσμήματα

Και γύρω του μιλούν σιγά σεβάσμιες δέσποινες

Γκρίζα μαλλιά και σκοτεινές δαντέλες,

Πως ετοιμάζεται να ΄ρθεί να μ΄ αποχαιρετήσει

Ή, μια γυναίκα ελικοβλέφαρη βαθύζωνη

Γυρίζοντας από λιμάνια μεσημβρινά,

Σμύρνη Ρόδο, Συρακούσες, Αλεξάνδρεια,

Από κλειστές πολιτείες σαν τα ζεστά παραθυρόφυλλα,

Με αρώματα χρυσών καρπών και βότανα,

Πως ανεβαίνει τα σκαλιά χωρίς να βλέπει

Εκείνους που κοιμήθηκαν κάτω απ΄ τη σκάλα.

Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα,

σαν τα γυμνώνεις.

.

.

.

.


Παρασκευή, Ιουνίου 03, 2011

.

Γ. Σεφέρης

.

Επί Ασπαλάθων
.
Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού.
πάλι με την άνοιξη.
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα και οι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια
και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμερα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας που αντηχούν
ακόμη…

Γαλήνη
-Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού
τ’ αυλάκια.
τ’ όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από κείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
“τον έδεσαν χειροπόδαρα” μας λέει
“τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο κουρέλι”.

Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
Ο Παμφύλιος ο Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος
.
31 του Μάρτη 1971

.

.

.

.

.

Τρίτη, Μαρτίου 01, 2011

.

Γιώργος Σεφέρης

Ένας γέροντας στην ακροποταμιά


- Στὸν Νάνη Παναγιωτόπουλο -

:

Ἀπὸ τὴ Συλλογὴ «Ποιήματα» 20η ἔκδοση,

ΙΚΑΡΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ

Ἀθῆναι 2000.


Κι
ὅμως πρέπει νὰ λογαριάσουμε πῶς προχωροῦμε.
Ν
ὰ αἰσθάνεσαι δὲ φτάνει μήτε νὰ σκέπτεσαι μήτε νὰ κινεῖσαι
μήτε ν
ὰ κινδυνεύει τὸ σῶμα σου στὴν παλιὰ πολεμίστρα,
ὅταν τὸ λάδι ζεματιστὸ καὶ τὸ λιωμένο μολύβι
α
ὐλακώνουνε τὰ τειχιά.

Κι
ὅμως πρέπει νὰ λογαριάσουμε κατὰ ποῦ προχωροῦμε,
ὄχι καθὼς ὁ πόνος μας τὸ θέλει καὶ τὰ πεινασμένα παιδιά μας
κα
ὶ τὸ χάσμα τῆς πρόσκλησης τῶν συντρόφων ἀπὸ τὸν ἀντίπερα γιαλό•
μήτε καθ
ὼς τὸ ψιθυρίζει τὸ μελανιασμένο φῶς στὸ πρόχειρο νοσοκομεῖο,
τ
ὸ φαρμακευτικὸ λαμπύρισμα στὸ προσκέφαλο τοῦ παλικαριοῦ
πο
ὺ χειρουργήθηκε τὸ μεσημέρι•
ἀλλὰ μὲ κάποιον ἄλλο τρόπο, μπορεῖ νὰ θέλω νὰ πῶ καθὼς
τ
ὸ μακρὺ ποτάμι ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὶς μεγάλες λίμνες τὶς κλειστὲς
βαθι
ὰ στὴν Ἀφρικὴ


.
καὶ ἤτανε κάποτε θεὸς κι ἔπειτα γένηκε δρόμος καὶ δωρητὴς
κα
ὶ δικαστὴς καὶ δέλτα•
πο
ὺ δὲν εἶναι ποτὲς του τὸ ἴδιο, κατὰ ποὺ δίδασκαν οἱ παλαιοὶ γραμματισμένοι,
κι
ὡστόσο μένει πάντα τὸ ἴδιο σῶμα, τὸ ἴδιο στρῶμα, καὶ
τ
ὸ ἴδιο Σημεῖο,
ὁ ἴδιος προσανατολισμός.


:

Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ μιλήσω ἁπλά, νὰ μοῦ δοθεῖ
ἐτούτη ἡ χάρη.
Γιατί καὶ τὸ τραγοῦδι τὸ φορτώσαμε μὲ τόσες μουσικὲς
ποὺ σιγά-σιγὰ βουλιάζει
καὶ τὴν τέχνη μας τὴ στολίσαμε τόσο πολὺ ποὺ φαγώθηκε
ἀπὸ τὰ μαλάματα τὸ πρόσωπό της
κι εἶναι καιρὸς νὰ ποῦμε τὰ λιγοστά μας λόγια γιατί ἡ
ψυχή μας αὔριο κάνει πανιά.

Ἂν εἶναι ἀνθρώπινος ὁ πόνος δὲν εἴμαστε ἄνθρωποι μόνο γιὰ νὰ πονοῦμε γι’αὐτὸ συλλογίζομαι τόσο πολύ, τοῦτες τὶς μέρες, τὸ μεγάλο ποτάμι
αὐτὸ τὸ νόημα ποὺ προχωρεῖ ἀνάμεσα σὲ βότανα καὶ σὲ χόρτα
καὶ ζωντανὰ ποὺ βόσκουν καὶ ξεδιψοῦν κι ἀνθρώπους ποὺ σπέρνουν
καὶ ποὺ θερίζουν
καὶ σὲ μεγάλους τάφους ἀκόμη καὶ μικρὲς κατοικίες τῶν νεκρῶν.
Αὐτὸ τὸ ρέμα ποὺ τραβάει τὸ δρόμο του καὶ ποὺ δὲν εἶναι τόσο διαφορετικὸ
ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν ἀνθρώπων
κι ἀπὸ τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων ὅταν κοιτάζουν ἴσια-πέρα χωρὶς
τὸ φόβο μὲς στὴν καρδιά τους,
χωρὶς τὴν καθημερινὴ τρεμούλα γιὰ τὰ μικροπράματα ἢ ἔστω
καὶ γιὰ τὰ μεγάλα•
ὅταν κοιτάζουν ἴσια-πέρα καθὼς ὁ στρατοκόπος ποὺ συνήθισε
ν' ἀναμετρᾶ τὸ δρόμο του μὲ τ' ἄστρα,
ὄχι ὅπως ἐμεῖς, τὴν ἄλλη μέρα, κοιτάζοντας τὸ κλειστὸ περιβόλι στὸ
κοιμισμένο ἀράπικο σπίτι,
πίσω ἀπὸ τὰ καφασωτά, τὸ δροσερὸ περιβολάκι ν' ἀλλάζει σχῆμα,
νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ μικραίνει•
ἀλλάζοντας καθὼς κοιτάζαμε, κι ἐμεῖς, τὸ σχῆμα τοῦ πόθου μας
καὶ τῆς καρδιᾶς μας,
στὴ στάλα τοῦ μεσημεριοῦ, ἐμεῖς τὸ ὑπομονετικὸ ζυμάρι ἑνὸς κόσμου
ποὺ μᾶς διώχνει καὶ ποὺ μᾶς πλάθει,
πιασμένοι στὰ πλουμισμένα δίχτυα μιᾶς ζωῆς ποὺ ἤτανε σωστὴ
κι ἔγινε σκόνη καὶ βούλιαξε μέσα στὴν ἄμμο
ἀφήνοντας πίσω της μονάχα ἐκεῖνο τὸ ἀπροσδιόριστο
λίκνισμα πού μας ζάλισε μιᾶς ἀψηλῆς φοινικιᾶς.

Κάϊρο, 20 Ἰουνίου '42

.

.

.

.

.

.


Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 10, 2010

.
Γιώργος Σεφέρης
.
ΑΓΙΑΝΑΠΑ, Β´



.

Θυμάρι μου καὶ δεντρολιβανιά,
δέσε γερὰ τὸ στῆθος σου
καὶ βρὲς σπηλιὰ καὶ βρὲς μονιὰ
κρύψε τὸ λύχνο σου
.
.
.

.
.
.
.
.

Σάββατο, Μαΐου 08, 2010

.
Γιώργος Σεφέρης
.
όνομα δ' Ορέστης
.

Στη σφενδόνη, πάλι στη σφενδόνη, στη σφενδόνη,

πόσοι γύροι, πόσοι αιμάτινοι κύκλοι, πόσες μαύρες
σειρές. Οι άνθρωποι που με κοιτάζουν,
που με κοιτάζαν όταν πάνω στο άρμα
σήκωσα το χέρι λαμπρός, κι αλάλαξαν
.
Οι αφροί των αλόγων με χτυπούν, τ' άλογα πότε θ'

αποστάσουν;
Τρίζει ο άξονας, πυρώνει ο άξονας, πότε ο άξονας θ'
ανάψει;
Πότε θα σπάσουν τα λουριά, πότε τα πέταλα
θα πατήσουν μ' όλο το πλάτος πάνω στο χώμα
πάνω στο μαλακό χορτάρι, μέσα στις παπαρούνες
όπου
την άνοιξη μάζεψες μια μαργαρίτα.
Ήταν ωραία τα μάτια σου μα δεν ήξερες πού να
κοιτάξεις
δεν ήξερα πού να κοιτάξω μήτε κι εγώ, χωρίς πατρίδα
.
εγώ που μάχομαι εδώ-πέρα, πόσοι γύροι;
και νιώθω τα γόνατα να λυγίζουν πάνω στον άξονα
πάνω στις ρόδες πάνω στον άγριο στίβο,
τα γόνατα λυγίζουν εύκολα σαν το θέλουν οι θεοί,
κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει, τι να την κάνεις τη
δύναμη, δεν μπορείς
να ξεφύγεις τη θάλασσα που σε λίκνισε και που
γυρεύεις
τούτη την ώρα της αμάχης, μέσα στην αλογίσια
ανάσα,
με τα καλάμια που τραγουδούσαν το φθινόπωρο σε
τρόπο λυδικό,
τη θάλασσα που δεν μπορείς να βρεις όσο κι αν
τρέχεις
όσο κι αν γυρίζεις μπροστά στις μαύρες Ευμενίδες
που βαριούνται,
χωρίς συχώρεση
.
.
.
.

Πέμπτη, Μαΐου 06, 2010

.
Γιώργος Σεφέρης
..
Ο τόπος μας είναι κλειστός
όλο βουνά που έχουνε σκεπή
τον χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.
Δεν έχουμε ποτάμια,
δεν έχουμε πηγάδια,
δεν έχουμε πηγές.
Μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές.
Που ηχούν και που τις προσκυνούμε.
Ήχος στεκάμενος, κούφιος,
ίδιος με τη μοναξιά μας,
ίδιος με την αγάπη μας,
ίδιος με τα σώματά μας.
Μας φαίνεται παράξενο
που κάποτε μπορέσαμε
να χτίσουμε τα σπίτια,
τα καλύβια και τις στάνες μας.
Και οι γάμοι μας,
τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα,
γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας.
Πώς γεννήθηκαν, πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;
Δεν έχουμε ποτάμια,
δεν έχουμε πηγάδια,
δεν έχουμε πηγές.
Μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές.
Που ηχούν και που τις προσκυνούμε.
Ο τόπος μας είναι κλειστός.
Τον κλείνουν οι δυο μαύρες Συμπληγάδες.
Στα λιμάνια την Κυριακή σαν κατεβούμε ν’ ανασάνουμε,
βλέπουμε να φωτίζουνται στο ηλιόγερμα σπασμένα ξύλα,
απο ταξείδια που δεν τέλειωσαν
σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν.
.
.
.
.

Παρασκευή, Μαρτίου 26, 2010

.
Γιώργος Σεφέρης
.
Γυμνοπαιδία A΄. Σαντορίνη
.
Σκύψε αν μπορείς στη θάλασσα τη σκοτεινή ξεχνώντας
τον ήχο μιας φλογέρας πάνω σε πόδια γυμνά
που πάτησαν τον ύπνο σου στην άλλη ζωή τη βυθισμένη
.
Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο
τη μέρα
τ' όνομα
τον τόπο
και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει.
.
.........
.
άφησε τα χέρια σου αν μπορείς να ταξιδέψουν
ξεκόλλησε απ' τον άπιστο καιρό
και βούλιαξε,
βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες
.
.
.
.

Δευτέρα, Μαρτίου 02, 2009




Πάψε πια να γυρεύεις τη θάλασσα
και των κυμάτων τις προβιές
σπρώχνοντας τα καΐκια κάτω απ' τον ουρανό
είμαστε εμείς τα ψάρια και τα δέντρα είναι τα φύκια.
.
.
Γ. Σεφέρης
.

:)

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 12, 2008

"Κύριε,
.
βόηθα να θυμόμαστε
πως έγινε τούτο το φονικό
~την αρπαγή,
το δόλο,
την ιδιοτέλεια,
το στέγνωμα της αγάπης~
.
.
Κύριε,
.
βόηθα να τα ξεριζώσουμε..."
.
.
.
.
Γ. Σεφέρης

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 04, 2008

Γ. Σεφέρης
.
ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ
.
.
Ήτανε καλά παιδιά οι σύντροφοι, δε φωνάζαν
ούτε από τον κάματο ούτε από τη δίψα ούτε από την παγωνιά,
είχανε το φέρσιμο των δέντρων και των κυμάτων
που δέχουνται τον άνεμο και τη βροχή
δέχουνται τη νύχτα και τον ήλιο
χωρίς ν' αλλάζουν μέσα στην αλλαγή.
.
Ήτανε καλά παιδιά, μέρες ολόκληρες
ίδρωναν στο κουπί με χαμηλωμένα μάτια
ανασαίνοντας με ρυθμό
και το αίμα τους κοκκίνιζε ένα δέρμα υποταγμένο.
Κάποτε τραγούδησαν, με χαμηλωμένα μάτια
όταν περάσαμε το ερημόνησο με τις αραποσυκιές
κατά τη δύση, πέρα από τον κάβο των σκύλων
που γαβγίζουν.
.
Ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν, έλεγαν
εις ψυχήν βλεπτέον, έλεγαν
και τα κουπιά χτυπούσαν το χρυσάφι του πελάγου
μέσα στο ηλιόγερμα.
.
Περάσαμε κάβους πολλούς πολλά νησιά τη θάλασσα
που φέρνει την άλλη θάλασσα, γλάρους και φώκιες.
Δυστυχισμένες γυναίκες κάποτε με ολολυγμούς
κλαίγανε τα χαμένα τους παιδιά
κι άλλες αγριεμένες γύρευαν το Μεγαλέξαντρο
και δόξες βυθισμένες στα βάθη της Ασίας.
.
Αράξαμε σ' ακρογιαλιές γεμάτες αρώματα νυχτερινά
με καλαηδίσματα πουλιών, νερά που αφήνανε στα χέρια
τη μνήμη μιας μεγάλης ευτυχίας.
Μα δεν τελειώναν τα ταξίδια.
Οι ψυχές τους έγιναν ένα με τα κουπιά και τους σκαρμούς
με το σοβαρό πρόσωπο της πλώρης
με τ' αυλάκι του τιμονιού
με το νερό που έσπαζε τη μορφή τους.
.
.
.
.
.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 17, 2008

Κράτησα τη ζωή μου

I.
.
.




.
.

.

Τα φθινοπωρινά
Μετέωρα βουνά, των Αγράφων...


















Κότινος
Κουτσουπιές
Υδρόβια μέντα
Νεροχελώνες
Μικροί βάτραχοι
Αγριογούρουνα
Μικρές αρκουδίτσες
Λαχανίδες
Πλάτανοι
Έλατα
Πλατύφυλλη βελανιδιά
Καστανιά


Αρκουδοπούρναρο – Γκύ – Ilex λατινιστί ! –
Κερασιές
Καρυδιές
Τσουκνίδα
Ζωχοί
Δενδρολίβανο - rosmarinus
Πατουλιές – μουρτζές –
Δρυς
Σφεντάμια
Ραδίκια
Βερβερίδες
Μυρτιά
Βάτα
Σπάρτα
Αγιόκλημα
Πυράκανθα
Άγρια κρανιά (απ’ εδώ βγαίνουν οι βίτσες, που τρώγαμε μικροί ξύλο στα χέρια… και στα πόδια …)




















Αγριμόνιο
Αγριοτριανταφυλλιές
Βαλεριάνα
Βάλσαμο
Δυόσμος
Μελισσόχορτο
Θυμάρι
Λουίζα
Φραγκοστάφυλο
Μέντα
Ίταμος
Ιεροβοτάνι
Χιλιόφυλλα
Αμάραντος
Φασκομηλιά
Αρτεμισία – αψέντι – αψιθιά
Ματζουράνα
Χελιδόνιον το μέγα (!)



Ασφάκα
Λεβαντίνη
Βερβερίδα , με τις άκριες των φύλλων κρυσταλλάκια Swarovski στην πρωινή πάχνη


















φθινοπωριάτικες,
καφέ φτέρες
και κόκκινες




τ' αγκάθια
που αγαπώ














κι ο αμάραντος







δάκρυα στις χαράδρες




































Λυπούμαι
γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι μέσα από τα δάχτυλά μου χωρίς να πιω ούτε μια στάλα.
Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.
Ένα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα, δεν έχω άλλη συντροφιά.
Ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια που ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι
και γκρέμισαν με τον αγέρα του φθινοπώρου.

















ο Ληθαίος ποταμός
.
















όλες οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν
το φθινόπωρο 2008
στα Άγραφα
από α.κ.
.
.
.
Υ.Γ.
.
ένας φίλος με ρώτησε
αν τα φυτά τα πήρα από βιβλίο...
όχι ! τα κατέγραψα επιτόπου



Κράτησα τη ζωή μου


II.


.


.


Τα φθινοπωρινά

Μετέωρα βουνά, των Αγράφων...

.






































όχι, όχι,
εμείς λωτούς μη φάμε !
.
οι σύντροφοι του Οδυσσέα έφαγαν λωτό
κι όλα τα ξέχασαν !...




.

Γ. Σεφέρης

.

Ἐπιφάνια, 1937

Τ᾿ ἀνθισμένο πέλαγο καὶ τὰ βουνὰ στὴ χάση τοῦ φεγγαριοῦ
ἡ μεγάλη πέτρα κοντὰ στὶς ἀραποσυκιὲς καὶ τ᾿ ἀσφοδίλια
τὸ σταμνὶ ποὺ δὲν ἤθελε νὰ στερέψει στὸ τέλος τῆς μέρας
καὶ τὸ κλειστὸ κρεβάτι κοντὰ στὰ κυπαρίσσια καὶ τὰ μαλλιά σου
χρυσά· τ᾿ ἄστρα τοῦ Κύκνου κι ἐκεῖνο τ᾿ ἄστρο ὁ Ἀλδεβαράν.

Κράτησα τὴ ζωή μου
κράτησα τὴ ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα στὰ κίτρινα δέντρα κατὰ τὸ πλάγιασμα τῆς βροχῆς
σὲ σιωπηλὲς πλαγιὲς φορτωμένες μὲ τὰ φύλλα τῆς ὀξιᾶς,
καμιὰ φωτιὰ στὴν κορυφή τους· βραδιάζει.


















Κράτησα τὴ ζωή μου
στ᾿ ἀριστερό σου χέρι μία γραμμὴ
μιὰ χαρακιὰ στὸ γόνατό σου, τάχα νὰ ὑπάρχουν
στὴν ἄμμο τοῦ περασμένου καλοκαιριοῦ τάχα
νὰ μένουν ἐκεῖ ποὺ φύσηξε ὁ βοριὰς καθὼς ἀκούω
γύρω στὴν παγωμένη λίμνη τὴν ξένη φωνή.

Τὰ πρόσωπα ποὺ βλέπω δὲ ρωτοῦν μήτε ἡ γυναίκα
περπατώντας σκυφτὴ βυζαίνοντας τὸ παιδί της.
Ἀνεβαίνω τὰ βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές·
ὁ χιονισμένος κάμπος, ὡς πέρα ὁ χιονισμένος κάμπος,
τίποτε δὲ ρωτοῦν
μήτε ὁ καιρὸς κλειστός σε βουβὰ ἐρμοκλήσια
μήτε τὰ χέρια ποὺ ἀπλώνουνται γιὰ νὰ γυρέψουν, κι οἱ δρόμοι.
.

















Κράτησα τὴ ζωή μου ψιθυριστὰ μέσα στὴν ἀπέραντη σιωπὴ
δὲν ξέρω πιὰ νὰ μιλήσω μήτε νὰ συλλογισθῶ·
ψίθυροι σὰν τὴν ἀνάσα τοῦ κυπαρισσιοῦ τὴ νύχτα ἐκείνη
σὰν τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ τῆς νυχτερινῆς θάλασσας στὰ χαλίκια
σὰν τὴν ἀνάμνηση τῆς φωνῆς σου λέγοντας «εὐτυχία».

Κλείνω τὰ μάτια γυρεύοντας τὸ μυστικὸ συναπάντημα τῶν νερῶν
κάτω ἀπ᾿ τὸν πάγο τὸ χαμογέλιο τῆς θάλασσας τὰ κλειστὰ πηγάδια
ψηλαφώντας μὲ τὶς δικές μου φλέβες τὶς φλέβες ἐκεῖνες ποὺ μοῦ ξεφεύγουν
ἐκεῖ ποὺ τελειώνουν τὰ νερολούλουδα κι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος
ποὺ βηματίζει τυφλὸς πάνω στὸ χιόνι τῆς σιωπῆς.

















Κράτησα τὴ ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας τὸ νερὸ ποὺ σ᾿ ἀγγίζει
στάλες βαρειὲς πάνω στὰ πράσινα φύλλα, στὸ πρόσωπό σου
μέσα στὸν ἄδειο κῆπο, στάλες στὴν ἀκίνητη δεξαμενὴ
βρίσκοντας ἕναν κύκνο νεκρὸ μέσα στὰ κάτασπρα φτερά του,δέντρα ζωντανὰ καὶ τὰ μάτια σου προσηλωμένα.
.
Ὁ δρόμος αὐτὸς δὲν τελειώνει δὲν ἔχει ἀλλαγή, ὅσο γυρεύεις
νὰ θυμηθεῖς τὰ παιδικά σου χρόνια, ἐκείνους ποὺ ἔφυγαν
ἐκείνους ποὺ χάθηκαν μέσα στὸν ὕπνο τοὺς πελαγίσιους τάφους,
ὅσο ζητᾶς τὰ σώματα ποὺ ἀγάπησες νὰ σκύψουν
κάτω ἀπὸ τὰ σκληρὰ κλωνάρια τῶν πλατάνων ἐκεῖ
ποὺ στάθηκε μία ἀχτίδα τοῦ ἥλιου γυμνωμένη
καὶ σκίρτησε ἕνας σκύλος καὶ φτεροκόπησε ἡ καρδιά σου,ὁ δρόμος δὲν ἔχει ἀλλαγή· κράτησα τὴ ζωή μου.
Τὸ χιόνι καὶ τὸ νερὸ παγωμένο στὰ πατήματα τῶν ἀλόγων.



















ΙΘ'

Κι αν ο αγέρας φυσά δε μας δροσίζει
κι ο ίσκιος μένει στενός κάτω απ' το κυπαρίσσια
κι όλο τριγύρω ανήφοροι στα βουνά ...












































.

όλες οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν
το φθινόπωρο 2008
στα Άγραφα
από α.κ.