Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα iridanos. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα iridanos. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Απριλίου 01, 2013

photos
quartier libre


Ο Ρ Ο Σ Κ Ε Ρ Α Μ Ε Ι Κ Ο Υ





ΒΔ  της αρχαίας Αθήνας, ο Κεραμεικός

* "το κάλλιστον προάστειο των Αθηνών"

Οι 2 σπουδαίες πύλες της πόλης των Αθηνών, η "Ιερά Πύλη" και το "Δίπυλον", βρίσκονται εδώ.

Εδώ ξεκινάν 2 δρόμοι : 
- η Ιερά οδός (μήκος 22 χλμ., από τον Κεραμεικό έως την Ελευσίνα)
- ο δρόμος των τάφων (οδηγεί στον Πειραιά)













Ρέει ακόμα ο αρχαίος ποταμός της πόλης των Αθηνών, ο Ηριδανός


"ήριον" θα πει = νερό που τρέχει
Η κατάληξη "- δανος" είναι  Περσική λέξη. Θα πει = νερό που τρέχει

(οι ονομασίες Δούναβης και Ιορδάνης , εμπεριέχουν τη λέξη)



ο ποταμός Ηριδανός "εγκιβωτίστηκε" επί Αδριανού





όταν οι Πέρσες ισωπέδωσαν την Αθήνα
καταστράφηκε το Θεμιστόκλειον τείχος.
οι Αθηναίοι το επισκεύασαν.


το 393, όταν η Αθήνα καταστράφηκε από την Σπάρτη, ο Κόνων ενίσχυσε ξανά τα τείχη.






 το 307 π.Χ. ο Δ. Φαληρέας εκδίδει διάταγμα κατάργησης "πολυτελών ταφικών μνημείων"







267 μ.Χ., επιδρομή των Ερούλων (από την Γιουτλάνδη - ανάμεσα σε Δανία και Σουηδία)






το 86 π.Χ., ο Ρωμαίος στρατηγός Σύλλας έκαμε μεγάλες καταστροφές και λεηλασία.
( η λέξη σύλληση προήλθε από το όνομά του)


























(πατάμε πάνω στο όνομα) 










Ἐμὲ Δεξίλεο μὲ λέν, παιδὶ εἶμαι τῆς Ἀθήνας,
πολέμησα καὶ νίκησα κ᾿ ἐγὼ γιὰ τὴν πατρίδα.
Σὲ λίγο ὁ θάνατος ὁρμάει κι ἀλύπητα κ᾿ ἐμένα
μὲ παίρνει ἀπὸ τὴν γῆν αὐτή, μὲ φέρνει σ᾿ ἄλλον κόσμο.
Δὲ μ᾿ ἔρριξε στὰ Τάρταρα, δὲ μ᾿ ἄφησε στὸν Ἅδη,
μακαρισμένο, ἀθάνατο, μ᾿ ἀνάστησε γιὰ πάντα
στὰ μαρμαρένια Ἠλύσια, στὰ Ἠλύσια της Τέχνης.
Κ. Παλαμάς























 η στήλη της Ηγησούς

- ένα από τα ωραιότερα έργα Αττικής τέχνης του τέλους του 5ου αι. π.Χ. -




































η περιοχή του Κεραμεικού έσφυζε από ζωή.
λόγω του καλού χώματος του ποταμού, υπήρχαν εδώ τα εργαστήρια των κεραμέων και των αγγειοπλαστών.
εδώ έζησαν και δημιούργησαν, μεγάλα ονόματα κεραμέων και αγγειογράφων.


ΥΠΟΜΗΚΥΝΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1100 - 1000 π.Χ.)





ΠΡΩΤΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1000 - 900 π.Χ.)

ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΕΠΟΧΗ (900 - 700 π.Χ.)






ΥΣΤΕΡΗ ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΕΠΟΧΗ






ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

ΥΣΤΕΡΗ ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (510 - 480 π. Χ.)

ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ (5ος και 4ος αι. π.Χ. )











τα πανέμορφα χρηστικά γυάλινα






ο ωραίος Κούρος του Κεραμεικού







*
 Θουκυδίδης 34: Εν δε τω αυτώ χειμώνι Αθηναίοι τω πατρίω νόμω χρώμενοι δημοσία ταφάς εποιήσαντο των εν τώδε τω πολέμω πρώτων αποθανόντων τρόπω τοιώδε. Τα μεν οστά προτίθενται των απογενομένων πρότριτα σκηνήν ποιήσαντες και επιφέρει τω αυτού έκαστος ην τι βούληται· επειδάν δε η εκφορά ή, λάρνακας κυπαρισσίνας άγουσιν άμαξαι (δέκα), φυλής εκάστης μίαν· ένεστι δε τα οστά ης έκαστος ην φυλής. Μία δε κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών, οι αν μη ευρεθώσιν ες αναίρεσιν. Ξυνεκφέρει δε ο βουλόμενος και αστών και ξένων, και γυναίκες πάρεισιν αι προσήκουσαι επί τον τάφον ολοφυρόμεναι. Τιθέασιν ουν ες το δημόσιον σήμα, ο έστιν επί του καλλίστου προαστίου της πόλεως και αιεί εν αυτώ θάπτουσι τους εκ των πολέμων πλην γε τους εν Μαραθώνι· εκείνων δε διαπρεπή την αρετήν κρίναντες αυτού και τον τάφον εποίησαν. Επειδάν δε κρύψωσι γη, ανήρ ηρημένος υπό της πόλεως ος αν γνώμη τε δοκή μη αξύνετος είναι και αξιώσει προήκη, λέγει επ’ αυτοίς έπαινον τον πρέποντα· μετά δε τούτο απέρχονται. Ώδε μεν θάπτουσιν· και διά παντός του πολέμου, οπότε ξυμβαίη αυτοίς, εχρώντο τω νόμω. Επί δ’ ουν τοις πρώτοις τοίσδε Περικλής ο Ξανθίππου ηρέθη λέγειν. Και επειδή καιρός ελάμβανε, προελθών από του σήματος επί βήμα υψηλόν πεποιημένον, όπως ακούοιτο ως επί πλείστον του ομίλου, έλεγε τοιάδε.


μετάφραση Ελευθέριου Βενιζέλου :
 Κατά τον ίδιον χειμώνα οι Αθηναίοι, εφαρμόζοντες παλαιόν έθιμον της πατρίδος των, έκαμαν δημόσιον ενταφιασμόν των πρώτων φονευθέντων κατ’ αυτόν τον πόλεμον, κατά τον εξής τρόπον. Τα μεν οστά των φονευθέντων τα εκθέτουν προ τριών ημερών εντός παραπήγματος, το οποίον επίτηδες κατασκευάζουν, και προσφέρει έκαστος εις τον ιδικόν του νεκρόν, ο,τιδήποτε θέλει. Όταν δε έλθη η ημέρα της εκφοράς, άμαξαι φέρουν λάρνακας από ξύλον κυπαρίσσου, τόσας όσαι και αι φυλαί· τα οστά εκάστου φονευθέντος ετίθεντο εις την λάρνακα της φυλής του. Εκτός των δέκα λαρνάκων φέρεται και μία κλίνη νεκρική στρωμένη διά τους εξαφανισθέντας, όσων τα πτώματα τυχόν δεν θα ευρίσκοντο διά να ενταφιασθούν. Την εκφοράν την ακολουθεί όποιος θέλει και από τους πολίτας και από τους ξένους· εις τον τάφον πηγαίνουν και γυναίκες συγγενείς των φονευθέντων κλαίουσαι δι’ αυτούς. Τους θάπτουν λοιπόν εις το δημόσιον νεκροταφείον* (*οι νεκροί κατά την αρχαιότητα εθάπτοντο εκατέρωθεν των οδών· εις τας Αθήνας εθάπτοντο εις την οδόν την άγουσαν από του Διπύλου εις την Ακαδήμειαν), το οποίον ευρίσκεται εις το ωραιότερον προάστιον της πόλεως, και εκεί πάντοτε ενταφιάζουν τους εν πολέμω φονευομένους. Δεν έθαψαν εκεί μόνον τους πεσόντας εις τον Μαραθώνα· τον τάφον εκείνων τον έκαμαν εις το πεδίον της μάχης όπου έπεσαν, διότι έκριναν εξαιρετικήν την ανδρείαν των. Όταν καλύψουν τας λάρνακας με χώμα, εκφωνεί δι’ αυτούς τον κατάλληλον εγκωμιαστικόν επιτάφιον λόγον άνθρωπος, τον οποίον εκλέγει προς τον σκοπόν αυτόν η πόλις, και ο οποίος είναι, κατά κοινήν ομολογίαν, συνετός κατά την σκέψιν και κατέχει ανώτερον αξίωμα εις την πόλιν· μετά τον επιτάφιον φεύγουν* (* Ο επιτάφιος λόγος ήτο το επιστέγασμα της όλης εορτής. Μετά την εκφώνησίν του ο κόσμος έφευγε, διά να μείνη με τας τελευταίας εντυπώσεις τας οποίας απεκόμιζεν από τον λόγον). Κατ’ αυτόν τον τρόπον τους θάπτουν· και καθ’ όλην την διάρκειαν του πολέμου, οσάκις το επέτρεπον οι περιστάσεις, εφήρμοζον την συνήθειαν αυτήν. Διά τον επιτάφιον λόγον προς τιμήν των πρώτων αυτών νεκρών του πολέμου, εξελέγη να ομιλήση ο Περικλής του Ξανθίππου. Και όταν έφθασεν η κατάλληλος στιγμή, αφού επροχώρησεν από το μνημείον, ανέβη επάνω εις εν υψηλόν βήμα, επίτηδες κατεσκευασμένον, διά να ακούεται εις όσον το δυνατόν μεγαλύτερον μέρος του συγκεντρωμένου πλήθους, και είπε τα εξής περίπου.























Σάββατο, Σεπτεμβρίου 15, 2007

Μιά βόλτα


Ιερά Οδός - Ηριδανός ποταμός


Παρασκευή 14/9

Το ίδιο απόγευμα της Norma.
Ηριδανός ποταμός, κοίτη θολοσκέπαστη.
Ένας βασικός άξονας, που πορεύεται μέσα στην Αθήνα, κι εκβάλλει στον Ιλισσό.
Στον Ιλισσό, που παιδάκια, χαζεύαμε την κοίτη του. Πριν το ανόμημα τον μετατρέψει σε λεωφόρο.
Θυμάμαι ακόμα το μαρμαράδικο μες στο ποτάμι, στο ύψος ίσως κοντά στο Γουδί.
Το μαρμαράδικο, μάρμαρα λευκά Πεντέλης, να παίρνουν όψεις. Κεφάλι, μπούστος, κορμός, χέρια λευκά περιστέρια. Κι ένα φτωχόσπιτο μέσα στην κοίτη, στο ύψος περίπου του Χίλτον. Αυτή η θύμηση με τυραννάει ακόμα. Το ποτάμι, που έγινε λεωφόρος. Καμιά φορά, το βλέπω στον ύπνο μου. Σε όνειρα αρχαία.
Ηριδανός.
Ιλισσός.
Ένα μικρό μισοσπασμένο αγγείο, σφηνωμένο ανάμεσα στα χαλάσματα.
Βγάζω ένα νόμισμα, το ακούω που κάνει γκλιν στα αρχαία κεραμίδια, και κάνω ευχή να έρθεις.
Exit. Πιο κει, ο γνωστός μανάβης με φρούτα εποχής. Ροδάκινα, και σταφίδα, που βαστάει ακόμα.
Η άκρια της Ρωμαϊκής αγοράς. Κορινθιακά κιονόκρανα, ν’ ακουμπάν σε ρωμαϊκές κολόνες. Το τζαμί, που αναστηλώθηκε κι ευτυχώς έγινε μουσείο.
Ανεβαίνουμε. Φολκλόρ, ρούχα, καλάθια, κοσμήματα, γύψινες απομιμήσεις, χειροποίητες κατασκευές, στην άκρη του δρόμου πρεζόνια, ένα μαυράκι φορτωμένο τον μπόγο του να τρέχει κυνηγημένο.
Κούλου ουάχαντ. Μυρωδιά Ανατολής. Τεντωμένες αισθήσεις.
Η βιβλιοθήκη του Αδριανού, στη γωνία ένας μουρμούρης μπαγλαμάς παίζει τα δυό σου χέρια, που πήρανε βεργούλες και με δείρανε, οδός Ταξιαρχών, λιθόστρωτο.

Βγαίνουμε στην Χατζιδάκειο Ρωμαϊκή αγορά - αυτά είναι συνθήματα αναγνώρισης, δικά μου.
Εδώ γύρω, βλέπεις ακόμα στα σπίτια λίγα ακροκέραμα.
Κάτω, στο βάθος, ανάμεσα στους λόφους, ανάβει μιά δύση.
Ακολουθούμε, όπως πάει ο δρόμος. Οδός Διοσκούρων. Η ακίνητη καμπάνα μιάς μικρής Αγίας Παρασκευής.
Καθόμαστε στο μαρμάρινο στρογγυλό τραπεζάκι.
Το αστεροσκοπείο της Αθήνας, φωτισμένο.
Το Θησείο πιο κάτω, φωτισμένο.
Πλάϊ και δίπλα μας, η αρχαία σκουριά, που και που κυπαρίσσια, ελιές, λίγες πικροδάφνες, δυό φοίνικες.
Είναι η ώρα, που απέναντι, ακριβώς πίσω απ’ τα βουνά, βαθύ πορτοκαλόχρωμα.
Πιο δω, συνεχίζει διαδοχικά, βαθύ κίτρινο, κίτρινο ξεπλυμένο, ξεπλυμένο γαλάζιο, φωτεινό γαλάζιο, σκοτεινιασμένο γαλάζιο πάνω μας. Και ακακίες.

Σκοτείνιασε, όχι ομοιόμορφα.
Κάτω, η νύχτα της πόλης.
Οι λόφοι δεν ξεχωρίζουν πιά, παρά μόνο από ένα φως στην κορφή τους.
Που και που, ρίχνω πίσω μου μια ματιά στον βράχο. Δεν με νοιάζει που δεν τον βλέπω, μόνο θέλω να είναι εκεί. Ξέρω πως είναι εκεί. Μερικές χιλιάδες χρόνια. Σταθερός.
Ο σερβιτόρος λέει πολλές κουβέντες. Μας τραβάει στα γρήγορα μια διάλεξη, για την επικινδυνότητα της κόκα κόλα. Συγκατανεύουμε κουνώντας το κεφάλι, για να τελειώνει την παρλάτα... Μόλις έφυγε, γέλια. Αποφασίσαμε να τον αποκαλούμε «ο μπούρου - μπούρου»
Ήρθε το παγωτό!