Τρίτη, Μαΐου 22, 2018

Also Sprach

Μαρία Ευθυμίου :


“Μέχρι τη δεκαετία του 1980, τα ελληνικά δημόσια σχολεία θεωρούνταν σοβαρά και φερέγγυα. 

Στη γενιά μου κάναμε μάθημα και τα Σάββατα, δίναμε δε συχνότατα εξετάσεις ανά μάθημα και συνολικά. Έτσι, δεν είχες περιθώριο να αδιαφορείς και να αμελείς τη δουλειά σου, καθώς οι βαθμοί δεν δίνονταν εύκολα, ενώ δεν ήταν καθόλου απίθανο να βρεθείς μεταξεταστέος τον Σεπτέμβριο σε ένα ή περισσότερα μαθήματα ή, ακόμα, να αναγκαστείς να επαναλάβεις την τάξη.

Πιστεύω ότι αυτό το εκπαιδευτικό κλίμα είχε, στη βάση του, μία σοφία και μία ισορροπία. Τούτο φάνηκε όταν, από τη δεκαετία του 1980, υιοθετήσαμε μια τελείως αντίθετη εκπαιδευτική κατεύθυνση. Το σχολείο έπαψε να είναι απαιτητικό, όλοι οι μαθητές  περνούν τη χρονιά παρακολουθήσουν δεν παρακολουθήσουν, εργασθούν δεν εργασθούν, αποδώσουν δεν αποδώσουν , μάθουν δεν μάθουν. Και, βέβαια, όλοι βαθμολογούνται με Α στο δημοτικό και με 20 στο γυμνάσιο και στο λύκειο, προκειμένου, υποθέτω, να είναι η παιδεία “λαϊκή”, “μη ταξική”, “μη ανταγωνιστική” και “να μην ταράζει τον ευαίσθητο ψυχισμό των παιδιών”.

Τούτο θεωρώ ότι είναι βλαπτικό για τους νέους, αλλά και για όλη την κοινωνία μας. Κι αυτό γιατί η ελληνική κοινωνία χαρακτηρίζεται γενικά από το χαώδες, από το ασυνεπές, από το υπερπροστατευτικό, από την έλλειψη πειθαρχίας εσωτερικής και κοινωνικής , από την τάση για φυγοπονία, αναβλητικότητα και ήσσονα προσπάθεια.

Το τότε σχολείο – ένα σχολείο συστηματικής, στοχευμένης, συγκροτημένης και απαιτητικής εκπαίδευσης – αποτελούσε δικλείδα ασφαλείας γιατί, έστω σε κάποια περίοδο της ζωής σου , μάθαινες την έννοια του ορίου, της απαιτητικότητας, καθώς και την έννοια του σεβασμού αρχών, ατόμων και συνόλων.

Χώρες από τις οποίες υιοθετήσαμε το μοντέλο της χαλαρότητας έχουν αντίθετες συνολικές πραγματικότητες από εμάς : καθώς οι κοινωνίες τους είναι κοινωνίες πειθαρχίας , απαιτήσεων, κανόνων και αυστηρότητας , ένα χαλαρό σχολείο μπορεί να λειτουργήσει εξισορροπητικά στον ψυχισμό των παιδιών και μελλοντικών πολιτών τους.
Άλλα τα κοινωνικά και νοοτροπιακά δεδομένα εκεί, άλλα εδώ. Η τυφλή αντιγραφή συνιστά λάθος βαρύ, του οποίου τα αποτελέσματα είναι ήδη φανερά στο μαθησιακό επίπεδο των εκατοντάδων χιλιάδων (!) “αριστούχων” αποφοίτων των σχολείων μας. Ου μην αλλά, και στην κοινωνική και πολιτική (με την έννοια του πολίτη) συμπεριφορά τους.

Μία ακόμα εθνική καταστροφή , φρονώ. Και θλίβομαι . Βαθύτατα.  



από το βιβλίο

"Μόνο λίγα χιλιόμετρα.
Ιστορίες γιά την Ιστορία"




Παρασκευή, Μαΐου 11, 2018

Έκθεση στο Μουσείο της Ακρόπολης


"Ελευσίνα. Τα μεγάλα μυστήρια"




- το κείμενο έχω αντιγράψει από την έκθεση του Μουσείου - 


"Η θρησκεία των Ελλήνων κατά την αρχαιότητα είχε δημόσιο χαρακτήρα και ήταν δεμένη στενά με την πολιτική ζωή κάθε περιοχής.

Παράλληλα όμως αναπτύχθηκαν οι μυστηριακές λατρείες ορισμένων θεών, που υπόσχονταν προσωπική ευδαιμονία στη ζωή αλλά και ευτυχία μετά τον θάνατο.
Δίχως αμφιβολία η σημαντικότερη λατρεία αυτού του είδους ήταν τα Μεγάλα Μυστήρια της Ελευσίνας τα οποία ήταν ανοιχτά σε όλους με εξαίρεση τους βαρβάρους και τους φονιάδες. 
Σ’ αυτά είχαν μυηθεί σπουδαίοι Αθηναίοι, ελληνιστικοί βασιλείς , αλλά και ρωμαίοι αυτοκράτορες. 

Η προετοιμασία για τη μύηση ξεκινούσε κάθε χρόνο στην αρχή του φθινοπώρου από την Αθήνα. Τα ιερά αντικείμενα από την Ελευσίνα φιλοξενούνταν για λίγες ημέρες στο Ελευσίνιο, κάτω από τον βράχο της Ακρόπολης. Οι υποψήφιοι μύστες μετείχαν σε τελετή εξαγνισμού , έκαναν θυσίες κι άρχιζαν τη νηστεία και την περισυλλογή. Την πέμπτη ημέρα σχηματιζόταν η θρησκευτική πομπή που έφτανε το σούρουπο, αφού διένυε τα 20 χιλιόμετρα της Ιεράς Οδού, στην αυλή έξω από το Πρόπυλο του Ιερού της Ελευσίνας.

Εκεί, μετά την προσφορά της θυσίας στις δύο θεές, οι υποψήφιοι μύστες διέκοπταν τη νηστεία πίνοντας τον κυκεώνα, ένα μείγμα από νερό, αλεύρι και φλισκούνι. Η τελετή της μύησης γινόταν σ’ ένα ειδικό κτήριο, το Τελεστήριο, μία τετράγωνη αίθουσα 2.500 τετραγ. μέτρων. Στο μέσο της αίθουσας υπήρχε ένας ναϊσκος, το Ανάκτορον, τα άγια των αγίων, στο οποίο είχε πρόσβαση μόνο ο αρχιερέας, ο Ιεροφάντης. 

Η τελετουργία περιλάμβανε τα λεγόμενα και τα δρώμενα, που ήταν αφηγήσεις και δράσεις από τα πάθη της Δήμητρας, έως την άνοδο της Περσεφόνης από τον Άδη. Τέλος ο Ιεροφάντης αποκάλυπτε για τους ήδη μυημένους τα Ιερά Αντικείμενα, τα δεικνύμενα, ενώ εκείνη τη στιγμή η κατασκότεινη τεράστια αίθουσα του Τελεστηρίου γέμιζε φως που εκπορευόταν από το Ανάκτορον. 
Η τελευταία μέρα μετά τη μύηση έκλεινε με τη σπονδή νερού από πλημοχόες, μία προς την ανατολή και μία προς τη δύση, που συνοδεύονταν από μυστικές επικλήσεις. Πιθανότατα ήταν ευχές για βροχή, απαραίτητη για τη νέα σπορά στις αρχές του φθινοπώρου. Οι μύστες μετά τις τελετουργίες αισθάνονταν καθαγιασμένοι και προσδοκούσαν τη χάρη των δύο θεών και την ευφορία των καρπών της γης.

Ο μύθος της Κόρης που χάθηκε στα έγκατα της γης και ξαναγύρισε για να φέρει τη χαρά στη Δήμητρα κρύβει πίσω του τον μαγικό κύκλο του σπόρου των δημητριακών που χάνεται στην υγρή γη τον χειμώνα γιά να βλαστήσει την άνοιξη, να καρπίσει το καλοκαίρι χαρίζοντας τροφή στους ανθρώπους και να χαθεί πάλι για να επαναλάβει την αέναη διαδρομή του.

Οι αρχές της λατρείας στην Ελευσίνα χάνονται στους μυκηναϊκούς χρόνους . Από τον 7ο όμως αιώνα μπορούμε να παρακολουθήσουμε την εντυπωσιακή ανάπτυξη του ιερού, που με την Αθηναϊκή παρέμβαση έγινε γρήγορα πανελλήνιο και στη συνέχεια οικουμενικό. 
Το 170 μΧ όμως, οι Κοστοβώκοι από τα Καρπάθια προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές που αποτυπώνονται στον «θρήνο Ελευσινιακό» του σοφιστή Αίλιου Αριστείδη . Με τη γενναιόδωρη χειρονομία του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου, το ιερό ανασυγκροτήθηκε και κράτησε άλλους δύο αιώνες  έως ότου οι Γότθοι του Αλάριχου και φανατισμένοι αιρετικοί μοναχοί το 395 μ Χ, επέφεραν την οριστική καταστροφή και σιωπή αιώνων."





photos Q.L.

Αναθηματικό ανάγλυφο. 
Ικέτες που προσέρχονται στη θεά Δήμητρα, 
η οποία κάθεται στην "αγέλαστο πέτρα"
Δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ.





Μαρμάρινο αναθηματικό ανάγλυφο.
Η Δήμητρα καθισμένη σε περίτεχνο κάθισμα κρατάει σκήπτρο και στάχυα.
Η κόρη (Περσεφόνη) προσέρχεται προς τη μητέρα της κρατώντας δάδες.
470-450 π.Χ.






Αναθηματικό ανάγλυφο. 
Το αφιέρωσε ο Ιεροφάντης Αγνούσιος στη Δήμητρα Θεσμοφόρο και την Κόρη.
Οι δύο θεές υποδέχονται τον αναθέτη.
2ος αι. μ. Χ. 





Αναθηματικό ανάγλυφο. 
Η Περσεφόνη ως ιέρεια, εξαγνίζει με νερό από φιάλη έναν νεαρό μύστη.
Τέλη 5ου αι. π. Χ.





Προτομή Αθηνάς που εκφύεται από μεγάλο άνθος λωτού.
Η θεά φοράει αιγίδα με γοργόνειο και κράνος αττικού τύπου.
Ρωμαϊκών χρόνων.





Αγαλματίδιο Ποσειδώνα.
Ο θεός της θάλασσας σε χαλαρή στάση 
ακουμπάει το λυγισμένο πόδι σε ένα δελφίνι.
Έργο Ρωμαϊκών χρόνων, αντιγράφει πρότυπο του 4ου αι. π. Χ.





Τμήμα μαρμάρινης ανάγλυφης πλάκας.
Παριστάνεται μορφή Έρωτα σε βηματισμό με θυμιατήρι στο χέρι.
Λίγο πριν το 150 π. Χ.







Δάδα μαρμάρινη. Ο χαραγμένος στο κατώτερο τμήμα της σταυρός
οφείλεται σε μεταγενέστερη χρήση της,
στο εσωτερικό Χριστιανικού ναϊσκου της Ελευσίνας.
Ρωμαϊκών χρόνων.




έως Πέμπτη 31 Μαίου, 2018
στο Μουσείο της Ακρόπολης






Τρίτη, Απριλίου 24, 2018

Σάββατο, Απριλίου 07, 2018

Μιχαήλ και Γεωργίου

( στη Δημοτική Πινακοθήκη τση Κερκύρας ) 

 “Στέφανος Σγούρος – Αναδρομική”




εργαλεία δουλειάς του καλλιτέχνη














η Μανδρακίνα, 1992, Ακουαρέλα




Ρομπαβέκιας, 1983 - Ακουαρέλα




Αχθοφόρος, 1989, Ακουαρέλα




Οδοκαθαριστής, 1995, Ακουαρέλα




Νερουλάς, 1998, Ακουαρέλα




Διονύσιος Σγούρος (πατήρ)
Ίδε ο άνθρωπος, βημόθυρο, 1927

















ΤΟ ΥΨΗΛΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ





η προσωπική γωνιά του καλλιτέχνη










Κυριακή, Μαρτίου 18, 2018

Lucia di Lammermoor







Κυριακή, Ιανουαρίου 21, 2018

τα ρεμπέτικα
και 
τα μπαρόκ !
















Τρίτη, Δεκεμβρίου 26, 2017

Χριστουγεννιάτικο ποίημα του Αμερικανού συγγραφέα Κλέμεντ Μουρ 
με τίτλο "Μια επίσκεψη από τον Άγιο Νικόλαο", γνωστότερο σαν 

"Η νύχτα πριν απ' τα Χριστούγεννα"


Δεκέμβριος 1823.


Η ΝΥΧΤΑ ΠΡΙΝ ΑΠ' ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Ήταν η νύχτα πριν τα Χριστούγεννα και παντού μέσα στο σπίτι
Ούτε ένα πλάσμα δεν σάλευε, μήτε καν ένα ποντίκι.
Οι κάλτσες ήταν κρεμασμένες κοντά στο τζάκι με προσοχή,
Ελπίζοντας ότι ο Άη Νικόλας θα βρισκόταν σύντομα εκεί.

Τα παιδιά ήταν φωλιασμένα με θαλπωρή στα κρεβατάκια τους,
Ενώ οράματα από ζαχαρωτά χόρευαν στα κεφαλάκια τους.
Η Μητέρα με ένα μαντήλι στο κεφάλι της κι εγώ μ’ ένα σκούφο,
Είχαμε μόλις βολέψει τα κεφάλια μας για ένα μακρύ χειμωνιάτικο ύπνο.

Όταν έξω στο γρασίδι σηκώθηκε τέτοιο ποδοβολητό,
Που τινάχτηκα απ’ το κρεβάτι μου τι συνέβαινε να δω.
Πέρα στο παράθυρο πέταξα σαν αστραπή,
Άνοιξα διάπλατα τα παραθυρόφυλλα στη στιγμή.

Το φεγγάρι καθρεφτίζονταν στο φρεσκοπεσμένο χιόνι
Και φώτιζε τα πράγματα σα να ‘ταν μεσημέρι.
Όταν, τι θα εμφανίζονταν μπρος στα κατάπληκτά μου μάτια!
Ένα έλκηθρο μικροσκοπικό με οκτώ μικρούς ταράνδους.

Κι ένα μικρό γέρο οδηγό, τόσο γρήγορο και ζωηρό,
Που στο λεπτό κατάλαβα πως ήταν ο Άη Νικόλας.
Πιο γρήγοροι κι απ’ αετοί, έφτασαν οι δρομείς του,
Κι αυτός σφύριξε και φώναξε, τους κάλεσε με το όνομα τους:

"Τώρα, Ντάσερ! Τώρα, Ντάνσερ! Τώρα Πράνσερ και Βίξεν!
Εμπρός Κόμετ! Εμπρός Κιούπιντ! Εμπρός, Ντόνερ και Μπλίτζεν!
Ψηλά πάνω στη βεράντα, ψηλά ως του τοίχου την κορυφή
Τώρα, ορμήστε μπροστά, ορμήστε μπροστά, γρήγοροι σαν αστραπή!"





Τα ονόματα των ταράνδων του Σάντα Κλάους :


Ντάσερ (Πεταχτός)
Ντάνσερ (Χορευτής)
Πράνσερ (Χοροπηδηχτός)
Βίξεν (Αλεπού)
Κόμετ (Κομήτης)
Κιούπιντ (Αγάπη)
Ντόνερ (Κεραυνός) και
Μπλίτζεν (Αστραπή)

Το 1939 γεννήθηκε ο ένατος τάρανδος με το όνομα Ρούντολφ
το ελαφάκι με την λαμπερή κόκκινη μύτη.



Υγεία
Αγάπη
Ειρήνη 
και Προκοπή
γιά όλον τον κόσμο !





Παρασκευή, Νοεμβρίου 17, 2017

ΤΟ ΑΛΟΓΟ

Διήγημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου


 
Ένα κάρρο ανέβαινε από τα σφαγεία. Μέσα έφερνε ένα βώδι σφαγμένο με τα πόδια στον ουρανό. Απάνω στο σφαχτό καθόταν ο καρροτσέρης, ένας άνθρωπος μελαχροινός με ψαρά γένεια και το παιδί του. Το κάρρο κυλιώταν αργά, νωθρά μέσα στη γαλήνη.
Ήταν Απρίλης, είχε πέσει το βράδυ κι΄άναβαν τα φώτα. Από το καμουτσίκι, ένα μαδημένο σκοινί, μπορούσε να καταλάβη κανείς πως ο καρροτσέρης αγαπούσε τ΄άλογο. Το καμουτσίκι έπεφτε στα καπούλια πολύ ελαφρά σαν παιγνίδι. Και σ΄ όλον τον ανήφορο από τα σφαγεία ίσα με την πόλη αυτό το άλογο δεν άκουσε βρισιά, μήτε προσταγή, παρά τη φωνή: “Έλα Κύρκο, άϊντε Κύρκο”. Έτσι μ΄αυτό το χάδι ανέβαινε και σέρνοντας το κάρρο, ένα σφαχτό και δυό ανθρώπους.

-Που λες, είπεν ο γέρος καρροτσέρης και φτύνοντας καπνό, που λες, ο Κύρκος έχει φιλότιμο. Να τ΄ακούς εσύ, που κάποτε το χτυπάς. Δεν τα δέρνουν τα ζα. Το ζω είναι άνθρωπος. Και τέτοιο άλογο που το βρίσκεις; Σαν τούτο! Μας τρέφει όλους, που λες. Δίνει ψωμί εμένα, εσένα και της μάνας σου, των αδελφιών σου, του σπιτιού. Ένα ζω να θρέφη οκτώ ανθρώπους!... Θα πης εγώ δουλεύω. Αμ΄αυτό δουλεύει πρώτα κ΄ύστερα ΄γω. Γιατί αυτό είναι δουλευτής που δε βρίσκεται. Είν΄από τη Σερβία. Χρεωθήκαμε να το πάρουμε. Δεν τα ξέρεις εσύ.

Πέρασε κάμποση ώρα σιωπής.
Το παιδί έπαιζε με την ουρά του βωδιού. Ο γέρος έφτυνε τον καπνό λέγοντας πότε-πότε: Φτου φαρμάκι! Έπειτα ξανάρχισε:
-Που λες…. Πόσες αραμπαδιές έφερε ο Κύρκος απ΄τα νταμάρια… Κανένα άλογο δεν κουβάλησε τόση πέτρα, τόσο λιθάρι. Δώδεκα δραχμές την ημέρα. Μας έσωσε. Κι΄απ΄την Πεντέλη, πριν πάρουμε κάρρο δικό μας, είχε ζευτεί και τράβαγε μάρμαρο και κακό. Να μάρμαρο! Θεώρατο, για αγάλματα, που λες. Και να πης πως δεν ήτανε άγριο! Ήταν, όμως εγώ του μιλώ. “Κύρκο”, να του πης, ακούει αυτός, γιατί το ζω καταλαβαίνει. Τα βάσανά μας, τη φτώχεια… όλα. Και πως εγώ είμαι άρρωστος, το ξέρει κι΄αυτό.

Το κάρρο πήγαινε βαρειά. Οι ρόδες βροντούσαν με το ρυθμό τους, εκείνο το ρυθμό που ξέρετε, που τον ακούτε κάποτε τη νύχτα, μόνον αυτόν, μέσα στην πόλη. Ξανάρχισε ο γέρος:
- Άκου. Αύριο τα΄άλογο και το κάρρο και τη δουλειά θα την πάρης εσύ. Εγώ δεν μπορώ. Ξέρεις που η μέση μου πονεί. Να, θα πέσω. Μούπε ο γιατρός να μη δουλεύω. Και τι να κάμης, έλα ντε. Ζήσε χωρίς δουλειά μια φαμίλια οχτώ στόματα. Έ! Που καταντήσαμε. Να κουβαλούμε απ΄τα σφαγεία δυόμισυ δραχμές την ημέρα. Τι να κάμης, πως ν΄ανεβής σε νταμάρι, άρρωστο κορμί; Κ΄η αδελφή σου κίτρινη σε κακό χάλι! Ναι. Η Βγενιώ την είδες πως είναι; Αυτά θέλουν γιατρούς, παράδες…
- Είμαστε δυστυχισμένοι, άκου παιδί μου. Κύττα να δουλέψης. Μην το κάνης σαν το αφιλότιμο το μεγαλείτερο. Ο Θεός να τον παιδέψη αυτόν. Κύτταξε συ να πάρης τη δουλειά. Να πάρης τον Κύρκο να τον ξαναπάς στα νταμάρια, να βγάλουμε ψωμί. Να γιατρευτώ κι΄εγώ. Και η μάννα σου να μη ξενοπλένη, κι΄η Βγενιώ να κάνη χρώμα που βήχει το κορίτσι…. Βήχει τα΄ακούς; Να τον βγάλης εδώ τον ανήφορο! Έλα σιγά! Χάϊδευέ τον στο λαιμό. Άϊντε Κύρκο…

Το παιδί πήδησε κάτω, έπιασε τα΄άλογο κα τραβούσε. Ο γέρος έβλεπε με ανάπαυση τη λιγερή σκιά του παιδιού, το τολμηρό του χέρι που κρατούσε τα λουριά, έβλεπε τη συνέχειά του. Αυτό το παιδί θα γενή καλός καρροτσέρης. Ναι! Είναι τόσο δύσκολο να ιδή κανείς το παιδί του να μπαίνει στον ίσιο δρόμο, να παίρνη την πατρική δουλειά και να την σέρνει στο μέλλον, να την κάνη κάτι αιώνιο, σαν νάναι ο ίδιος ο γέρος ξαναγεννημένος!
Πέρασαν εμπρός από κάποιο εικόνισμα του δρόμου. Ο γέρος έβγαλε την ψάθα του και σταυροκοπήθηκε μέσα στο σκοτάδι. Ήταν άρρωστος, σακατεμένος, όμως δε σταυροκοπήθηκε για τον εαυτό του. Είπε: “Θέ μου, κάμε να μη βήχη το κορίτσι η Βγενιώ. Κάμε τούτο το παιδί να πάρη στα χέρια του το κάρρο με τον Κύρκο. Και για μένα, ό,τι πεις”.
Έπειτα συλλογίστηκε το σπίτι του, ένα άθλιο χάλασμα στους Αέρηδες και μέσα τα παιδιά του που φώναζαν, η γυναίκα του επάνω σε μια σκάφη, το κορίτσι του σ΄ένα κρεββάτι μ΄εκείνο το βήχα, που δεν μπορείς να τον ακούς, κι΄ο γιατρός νάρχεται να λέη “φάρμακα, αέρας, λουτρά”, όλα τα πράμματα που δεν γίνονται. Τα συλλογίστηκε όλα.

* * *

Το κάρρο είχε προχωρήσει πολύ μέσα στη πόλη, όταν άκουσε μια φωνή:
-Άλτ!
Η φωνή ερχόταν από μακρυά και δεν κατάλαβε πως ήταν γι αυτόν. Όμως το Άλτ! ξανακούστηκε. Το κάρρο σταμάτησε. Τρεις στρατιώτες του πυροβολικού κι΄ένας δεκανέας με τα όπλα στον ώμο, πλησίασαν.
-Έλα, κατέβα κάτω, είπε ο δεκανέας.
-Σ΄εμένα το λες;
-Άειντε, γειά σου, κατέβα να μη χάνουμε καιρό.
-Και γιατί;
-Κουβέντα θέλεις, πατριώτη; Το κάρρο θα το πάμε στον στρατώνα. Επιστρατεία έχομε. Τώρα το μαθαίνεις;
-Επιστρατεία…
-Ναι, γειά σου. Αναγκαστική εισφορά. Πιάστε από κει να ξεφορτώσουμε…Άειντε γειά σου. Τι έχεις μέσα…
-Κοτζάμ βώδι!
-Να το ρίξης κάτω.
-Έτσι μες στο δρόμο; Για στάσου, βρέ παιδί, τ΄είναι τούτα; Θα το πάω στην αγορά. Έχω δουλειά, έχω μεροκάματο.
-Το μεροκάματο κυττάς, καημένε, ή που φεύγει απόψε το σύνταγμα; χωρατεύεις;
-Για εξήγα μου, χριστιανέ μου… Για πές… πως παίρνεις έτσι τ΄άλογο τ΄αλλουνού, απ΄το δρόμο… Έτσι το λέει ο νόμος!
-Τώρα θα σου ξηγήσω και το νόμο; Εμπρός βοηθάτε από δω. Σύντομα.
Είπεν ο δεκανέας κι΄οι στρατιώτες ανέβηκαν στις ρόδες. Πιάνοντας κι΄οι τρεις έσυραν το βώδι προς τα έξω. Το μαύρο σφαχτό έπεσε με βρόντο βαρύ κάτω στο πεζοδρόμιο.
- Έλα μάρς! Είπεν ο δεκανέας. Κόπιασε κοντά, πατριώτη.
- Που κοντά;
- Στον στρατώνα να πάρης τον αριθμό σου. Κι΄ύστερ΄απ΄τον πόλεμο, αν γίνη πόλεμος, ύστερ΄απ΄την επιστρατεία τέλος πάντων, νάρθης να πάρης τ΄άλογό σου και το κάρρο, ή να πληρωθής απ΄το δημόσιο αν σκοτωθή το ζω.

Ο γέρος γύρισε και κύτταξε το βώδι πούταν πεσμένο στο δρόμο. Είπε στο παιδί του: “Κάτσε αυτού ως που ναρθώ”.Το παιδί έπεσε απάνω στο βώδι και ξεκουραζόταν. Ο γέρος ακολουθούσε το κάρρο. Δεν έλεγε τίποτα. Ένας στρατιώτης εκεί που πήγαιναν χωρίς καμμιά κουβέντα, γύρισε και τούπε:
-Άμ ό,τι έχουμε και δεν έχουμε, πατριώτη, θα το δώσουμε για την πατρίδα.
Ο γέρος μετά κάμποση ώρα του απήντησε:
-Ποιος λέει όχι. Για την πατρίδα είν΄όλα. Μα ο Θεός δίνει σε κάποιους, βλέπεις, έξη παιδιά. Κ΄ετούτη η δόλια καρδιά που έχουμε, σάμπως μπορείς να την κάμης όποτε θέλεις πέτρα στο νταμάρι; Για να μην ακούη; Πάντα καρδιά είναι.
-Καραβάσης! Εφώναξε ο δεκανέας στον στρατιώτη πούσερνε το άλογο. Τράβα γρήγορα.

Φτάσανε στον στρατώνα κι΄έμπασαν το κάρρο στην αυλή φωνάζοντας “έ! ώ! 'ιπ!. Το σύνταγμα ετοιμαζόταν. Θάφευγε τα μεσάνυχτα. Ο γέρος στάθηκε κι άκουγε το θόρυβο της αυλής. Οι έφεδροι χόρευαν, πηδούσαν, τάραζαν τον κόσμο από τις φωνές. Τα τραγούδια, τα λιανοτράγουδα, τα λησμονημένα, τα παληά, ηχούσαν τόσο χαρωπά, σε τόνο που ποτέ δεν τους έδωκε το κρασί, ποτέ τα πανηγύρια. Τούτο το μεθύσι και ο χάρος κεραστής, πρώτη φορά τώβλεπεν ο γέρος. Έβλεπε του χορού τους τρελλούς γύρους, το χορευτή πούτρεμε το κορμί του στον αέρα, το πηλήκιο που σφενδονιζότανε ψηλά. Ανάμεσα στο τραγούδι, χίλιοι θόρυβοι, της καινούργιας αρβύλας το βιαστικό πάτημα, η προσταγή, το κάρφωμα κασσονιών, το φόρτωμα, πετάλων χτυπήματα στη γη, προσταγές ωργισμένες, τρεξίματα άφηναν ν΄ακούγεται το μεγάλο λαχάνιασμα της επιστρατείας. Πολίτες έμπαιναν μέσα ψάχνοντας για δικούς των, φωνάζοντας ονόματα στο σωρό. Και διαβάτες και χαμίνια. Και φούστες μεταξένιες έκαναν θόρυβο, ακολουθώντας κάποιο παιδί, έφεδρο, που πήγαινε να φορέση το σάκκο, πλέοντας μέσα στην πλατειά στολή. Κάποιοι κρατούσαν εκεί στην άκρη μια σημαία. Ένας παππάς από κάτω, φορώντας φυσεκλίκια σταυρωτά στο στήθος, μιλούσε στους άλλους για την ελευθερία και το Χριστό. Ένας έφεδρος στο φανάρι διάβαζεν εφημερίδα. Κι΄άλλος έγραφε στο γόνα με το μολύβι. Το τραγούδι χυνόταν δυνατό από στόματα που γελούσαν.
Μέσα στο σάλαγο σκιές, δυό-δυό, γλιστρούσαν κοντά στο τοίχο, στο σκοτάδι, χέρια έπεφταν απάνω σε ώμους, απελπισμένα. Τα λόγια γίνονταν συντρίμματα μέσα στα δάκρυα, κι΄ένοιωθες τους μεγάλους χωρισμούς, που έχουν τη σιωπή και την επισημότητα του τέλος του θανάτου. Χέρια ζαρωμένα έσφιγγαν τα ζωντανά κορμιά των εφέδρων μ΄όση δύναμη αγκαλιάζει κανείς μια ενθύμηση, ένα σημάδι, μια σκιά, κάτι που έπαυσε ποια να υπάρχη. Τα δάκρυα έτρεχαν και τα μαντήλια έπιναν. Άκουγες ένα φιλί, μια καρδιά που χτυπούσε στο σκοτάδι.

Ο γέρος ήταν μόνος σ΄αυτό το πανηγύρι. Κανένα δεν ήξερε και δεν τον ήξερε κανένας. Όμως προχώρησε στο βάθος εκεί που ήταν αραδιασμένα κάμποσα κάρρα και το δικό του μαζί. Ο Κύρκος σήκωσε το κεφάλι προς αυτόν και φύσηξε με τα πλατιά του ρουθούνια. Ο γέρος άπλωσε τα χέρια και τον έπιασε απ΄το λαιμό.
Κι΄εκεί στη γωνιά παράμερα, ένας άνθρωπος μιλούσε μ΄ένα άλογο.
-Δε θα σε ξαναϊδώ… ‘Ε, δουλευτή… Έ, παλληκάρι… Και στο σπίτι δεν ξέρουν τίποτα. Μήτε η κυρά σου. Μήτε η Βγενιώ, κατάλαβες. Μια φαμίλια σε χάνει… Ήμουν άρρωστος, βρε Κύρκο, μα τώρα είμαι πεθαμένος. Πας στο καλό. Κι΄ό,τι θα σ΄έδινα στο γιό μου, κατάλαβες… Στα νταμάρια ν΄ανεβής…Να κατεβάσης αραμπαδιές. Δουλευτή, έ δουλευτή… Θα σε πάρουνε… Και ποιός ξέρει που θα πεθάνης… και πως…στρατιώτης ... Κύρκο… βρε… έ, Κύρκο, που μας αφίνεις!
Ένας στρατιώτης πλησιάζει ψάχνοντας στο σκοτάδι:
-Άειντε, καϋμένε γέρο! Τη δουλειά σου θάχωμε; Άειντε να πάρης τον αριθμό.
Ο γέρος μπήκε σ΄ένα γραφείο, πήρε κάποιο χαρτί, το έβαλε στον κόρφο. Έπειτα βρέθηκε στο δρόμο. Πήγαινε αργά, νωχελικά με το κεφάλι κάτου προς το μέρος που άφησε το σφαχτό με το παιδί.
Πολλοί γύριζαν απ΄το στρατώνα, μοναχοί, μα μέσα σ΄αυτούς ο καρροτσέρης ο πεζός, ο γέρος, ήταν ο πιο μοναχός



ΖΑΧΑΡΙΑΣ.Δ.ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ




*
εννοείται
ότι έχει κρατηθεί η ορθογραφία του κειμένου!







Σάββατο, Οκτωβρίου 28, 2017

γιατί άρεσε
και
στον πατέρα μου !








Κυριακή, Σεπτεμβρίου 03, 2017








Carmen - Habanera


L'amour est un oiseau rebelle
Que nul ne peut apprivoiser,
Et c'est bien en vain qu'on l'appelle,
S'il lui convient de refuser.
Rien n'y fait, menace ou prière;
L'un parle bien, l'autre se tait,
Et c'est l'autre que je préfère;
Il n'a rien dit mais il me plaît.

L'amour est l'enfant de Bohême,
Il n'a jamais, jamais connu de loi;
Si tu ne m'aimes pas, moi je t'aime;
Si je t'aime, prends garde à toi! (Prends garde à toi!)
Si tu ne m'aimes pas,
Si tu ne m'aimes pas, moi je t'aime; (Prends garde à toi!)
Mais si je t'aime, si je t'aime;
Prends garde à toi!

L'oiseau que tu croyais surprendre
Battit de l'aile et s'envola.
L'amour est loin, tu peux l'attendre;
Tu ne l'attends plus, il est là.
Tout autour de toi, vite, vite,
Il vient, s'en va, puis il revient.
Tu crois le tenir, il t'évite,
Tu crois l'éviter, il te tient!

L'amour est l'enfant de Bohême,
Il n'a jamais, jamais connu de loi;
Si tu ne m'aimes pas, moi je t'aime;
Si je t'aime, prends garde à toi! (Prends garde à toi!)
Si tu ne m'aimes pas, moi je t'aime (Prends garde à toi!)
Mais si je t'aime, si je t'aime
Prends garde à toi!