Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα n. gatsos. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα n. gatsos. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Ιανουαρίου 24, 2009



Νίκος Γκάτσος
.
.
.
Η Μπαλάντα Του Ουρί


.


.
.
.
.
.
.
.
.
.Ουρανέ,
όχι δε θα πω το ναι.
Ουρανέ,
φίλε μακρινέ.
Πώς να δεχτώ,
άλλης αγκαλιάς τη στοργή;
Πώς να δεχτώ;
Μάνα μου είν' η γη!
Πώς ν' αρνηθώ,
της Ζωής το φως το ξανθό;
Αχ Ουρανέ!
Πόνε μακρινέ!


.
Κάθε δειλινό,
κοιτώ τον Ουρανό,
τον γαλανό
κι ακούω μια φωνή,
καμπάνα γιορτινή,
να με παρακινεί.
Κάθε Κυριακή,
μου λέει να πάω κει,
που χτίζουνε φωλιά,
αλλόκοτα πουλιά,
στου Ήλιου τα σκαλιά.


.
Ουρανέ,
όχι δε θα πω το ναι.
Ουρανέ,
φίλε μακρινέ.
Πώς να δεχτώ,
άλλης αγκαλιάς τη στοργή;
Πώς να δεχτώ;
Μάνα μου είν' η γη!
Πώς ν' αρνηθώ,
της Ζωής το φως το ξανθό;
Αχ Ουρανέ!
Πόνε μακρινέ!


.
Κάθε δειλινό,
κοιτώ τον Ουρανό,
τον γαλανό
και μια φωνή τρελή,
σα χάδι κι απειλή,
κοντά της με καλεί.
Κάθε Κυριακή,
μου λέει να πάω κει.
Μου τάζει Ωκεανούς,
κομήτες φωτεινούς
και ότι βάζει ο νους.


.


.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 05, 2007

* Διορθωμένο...

θέλω από μέρες να σας γράψω
για τη Σύρα.
έχει πέσει όμως πολλή δουλειά
και δεν προλάβαινα, νωρίτερα...

ορίστε, λοιπόν....


ημερο
λόγιον
μικρούτσικου ταξιδιού
.

Παρασκευή 28 Σεπτέμβρη 07
βραδάκι


Ταξιδεύουμε πλάϊ-πλάϊ μ’ ένα μεγάλο τρικάταρτο, σημαιοστολισμένο και φωταγωγημένο.
Έδυσε ο ήλιος.
Πίσω αφίνουμε αφρούς, κύματα, κι άλλους αφρούς κι άλλα κύματα.
Έχω κολλήσει τα μάτια στο σκούρο νερό, μήπως διακρίνω κανέναν δέλφινα.
Προσπερνάμε ένα γκαζάδικο. Αυλάκια αφίνει πίσω η πρύμνη

γκαζάδικο

μισοσκόταδο στη γέφυρα, διαβάζω :

«Ακουστά σ 'έχουν τα κύματα

Πώς χαιδεύεις, πώς φιλάς

Πώς λές ψιθυριστά τό "τι" καί τό "έμ"

Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο

Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ' αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο

Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά»


Μοναδική και μονάχη της απόψε η Αφροδίτη παρηγορεί ολάκερο το στερέωμα
Κι ολάκερο το πέλαγος, θα λεγα.
Νησιά περνάμε. Νησιά, πάλι νησιά, μέσα στη νύχτα.
Τα βουνά των ανθρώπων στολίζουν τη θάλασσα.
Τα σπίτια των ανθρώπων.
Τα μικρά φώτα, η ζωή, τα χωράφια, κι ο κόπος τους.
Δρόσεψε η γέφυρα. Ρίχνει πάνω της το σάλι, λαδί, να μην ξεχωρίζουν τα μάτια.
Μακρόνησος, Τζιά, Κύθνος – φαίνονται πέρα τα μικρά χωριά.
Μπρος απ’ την Κύθνο, μες στα νερά, σκάει το φεγγάρι. Σχεδόν ολόκληρο, θολό και κατακόκκινο.
Μια φωτεινή γραμμή , σαν μονοπάτι, σαν προβολέας στην άκρια της πλώρης και του πλωρίσιου αφρού.
Τ’ αστέρι του βορρά, πάνω απ’ την Κύθνο. Ένα κοπάδι χελιδονόψαρα τινάζεται, ξαναβουτάει, πετάει, ξανά μέσα.
Υψώνεται κι άλλο η σελήνη. Πιο βαθύ, πιο πορτοκαλί, πιο σταθερό καθρεφτίζεται στο νερό το σώμα.
Ένας φίλος παλιός, έρχεται κοντά, και τραγουδάει «χάρτινο το φεγγαράκι».
Σηκώνεται, δίχως ν’ ακούσει. Δεν θέλει να τ’ ακούσει από κανέναν άλλον. Από κανέναν άλλον.

Σέριφος, Σύρα


Τ' αστέρι του βορρά

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις


Τ' αστέρι του βοριά
θα φέρει η ξαστεριά
μα πριν φανεί μέσα από το πέλαγο πανί
θα γίνω κύμα και φωτιά
να σ' αγκαλιάσω ξενιτιά

Τώρα πετώ για της ζωής το πανηγύρι,
Τώρα πετώ για της χαράς μου τη γιορτή
Φεγγάρια μου παλιά
καινούρια μου πουλιά

διώχτε τον ήλιο και τη μέρα απ' το βουνό
σαν θα με δείτε να περνώ
σαν αστραπή στον ουρανό

Τ' αστέρι του βοριά θα φέρει ξαστεριά
και συ χαμένη μου Πατρίδα μακρινή
θα μείνεις χάδι και πληγή
σαν ξημερώσει σ' άλλη γη


Στον Γαλισσά

Μέσα στις σκοτεινές πλαγιές των λόφων. Μουσική.
Ένα φεγγάρι φιλικό πλάϊ μου. Μουσική.
Μήτε ένα κρώξιμο κουκουβάγιας. Μουσική.
Ζεστές αγκαλιές αδερφιών. Ο χρυσόλακκος με τις μέλισσες ενός παλιού, βασανισμένου κατακαλόκαιρου. Μουσική.
Ο ποιητής alter ego.
Ζωγραφισμένα ταβάνια, σαν παιδικές θύμησες. Θα πάτε μια μέρα, μαζί. Εκεί, στον Κεραμεικό. Θα γελάτε. Κατάχαμα θα καθίσετε, με την πλάτη στον τοίχο. «Σήκωσε το κεφάλι ψηλά», θα σου πει, «κι έχε τα μάτια κλειστά».
Θέλει να δει την ομορφιά να καθρεφτίζεται στους δυό καθρέφτες, τα τρυφερά αμύγδαλα.
Γαλισσά και Della Grazia

Ουσούρα

Το Σύρος
Προέρχεται απ’ το φοινικικό Ουσύρα ή Ουσούρα που σημαίνει ευτυχισμένη.
Το βόρειο μέρος του νησιού, είναι βραχώδες. Το νότιο καλλιεργείται.
Παντού στέρνες .

«… μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές,
που ηχούν και πού τις προσκυνούμε.
Ήχος στεκάμενος κούφιος,
ίδιος με τη μοναξιά μας, ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας.»



Το 3000 π.Χ. πρωτοκυκλαδικά ειδώλια. Ο Αρπιστής, χαίρε!


Τουλάχιστον δύο φορές κατοικήθηκε από πρόσφυγες η Σύρος.
Μετά την καταστροφή της Χίου και των Ψαρών, και μετά την Μικρασιατική καταστροφή .



Οι καραβοκυραίοι Χιώτες και Ψαριανοί, βρίσκουν καταφύγιο στην Ενετοκρατούμενη Σύρο. Ευγνωμονούντες, έχτισαν στην κορφή του ενός λόφου, την μεγάλην εκκλησία της Αναστάσεως. Για του γένους την ανάσταση. Κι ακόμα, στην είσοδο του λιμανιού, μες στα χωράφια, χτίζουν του Ερμού την πόλη, κι ένα θαυμάσιο ιστορικό κέντρο, όπου έκαναν κι άνθισε η οικονομία και το εμπόριο.


Ν. Χατζηκυριάκος Γκίκας
Ερμούπολη
Πινακοθήκη Κυκλάδων

Λίγο έξω απ’ την πόλη.
Χαμηλές αγκαθιές παντού. Ετούτα τα κρίνα στα αγκάθια, θα σ’ άρεσαν...
Αλιφασκιές, μελίσσια, βουνά κατάξερα απέναντι, σκοίνα, ξερολιθιές.
Τα νερά κάτω, λάμπουν στο φως.
Τα είχα από χρόνια λησμονήσει τα άσπρα τετράγωνα κυκλαδίτικα, με τα πορτοπαράθυρα λουλακί και τις στέρνες.
Πέρα, στο λιμάνι, το Νεώριον.
Η συνταγή λένε, για το καλό λουκούμι, είναι corn flour, ζάχαρη, νερό πηγαδίσιο, κι οπωσδήποτε καλό μπακίρι.

Ο δρόμος για την Άνω πόλη, δεν είναι εύκολος, ειδικά αν ανεβαίνεις ντάλα μεσημέρι, με ήλιο.
Δεν γίνεται όμως να μην πας…




Ο οικισμός είναι μεσαιωνικός, με τον Σαν Τζώρτζη άρχοντα, να διαφεντεύει αιώνες την κορφή.
Εφτά πύλες γύρω γύρω, να τους προστατεύουν από τον κίνδυνο των Σαρακηνών πειρατών. Καμάρες με διπλές, ξύλινες πόρτες.
Ο δρόμος περνάει μέσα από αυλές σπιτιών, ανεβαίνεις διαρκώς, η κλίση είναι απότομη, στέκεσαι λίγο, κάτω στο λιμάνι διακρίνεις το παλιό λοιμοκαθαρτήριο (Λαζαρέττα) , στον απέναντι λόφο την εκκλησία της Αναστάσεως, στο Αιγαίο πέρα, το γαϊδουρονήσι.
Ο καθολικός ναός του Αγίου Αντωνίου.
Ένας ναός μοναχών του Carmel, μου θύμισε ένα αγαπημένο βιβλίο που έχω χρόνια να πιάσω στα χέρια μου, την Sainte Τherese de l’ enfant Jesus, που αγαπούσε το όρος Carmel, όπου, αν θυμάμαι σωστά, εκεί μονάχεψε (εμόνασε).
Ο καθεδρικός ναός του Αγίου Γεωργίου, είναι βασιλική τρίκλιτη, με την μοναδική ίσως στον κόσμο εικόνα , όπου ο Άη Γιώργης είναι κατεβασμένος απ’ τ’ άλογο.
Τέμπλο ξυλόγλυπτο, και μουσικό όργανο δεκατριών ήχων, δώρο της Αυστρίας.

Αρμονική η συνύπαρξη των δύο δογμάτων, γίνονται πολλοί μικτοί γάμοι ,όπου πάντα προηγείται υποχρεωτικά ο καθολικός, αφού για τους μεν καθολικούς ο ορθόδοξος γάμος θα αποτελούσε διγαμία, για τους δε ορθόδοξους, ο καθολικός είναι ως μη γενόμενος…
Το Πάσχα οι καθολικοί της Σύρου ακολουθούν τις ημερομηνίες των ορθοδόξων, οι επιτάφιοι βγαίνουν διαδοχικά, οι πιστοί συμμετέχουν στην περιφορά και με τα δύο δόγματα.
Άλλοτε εδώ έδρασαν ισχυρά δυτικά τάγματα,
οι Καπουτσίνοι - καλλιέργησαν την φιλανθρωπία και
οι Ισουίτες - την μόρφωση.
.
.



ΒΛΕΠΩ ΕΝΑΝ ΓΚΡΕΚΟ !

Οι Ψαριανοί έχτισαν τον ναό της Κοιμήσεως, μετά την καταστροφή των Ψαρών.
Γυναικωνίτης σε στυλ baroque. Φύλλα χρυσού, ξύλο. Θρόνος Δεσποτικός rococo. Καρυάτιδες. Οι εικόνες του τέμπλου από ατόφιο ασήμι. Αναγεννησιακές εικόνες γύρω, σε βενετσιάνικα κάδρα.
Μια ομορφιά…

Και ξάφνου, φεύγεις απ’ την ομορφιά, και πας αλλού…
στην ευσέβεια, την γλυκύτητα, τη νεανικότητα, την αυστηρότητα, το πάθος , το δέος και την σοφία της κρητικής νεανικής του εποχής. Την σοφία!

ΔΟΜΗΝΙΚΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΠΟΥΛΟΣ ΔΕΙΞΑΣ

-Δείξον ημίν…-
Η εικόνα περιφερόταν μαυρισμένη κι αφύλαχτη, έως ότου κάποιος υποψιάστηκε την τέχνη, πήρε ένα μπαμπακάκι και καθάρισε την άκρια, ώσπου φάνηκε η υπογραφή.

ΔΟΜΗΝΙΚΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΠΟΥΛΟΣ ΔΕΙΞΑΣ

Διόμιση χρόνια καθαριζόταν η εικόνα, χιλιοστό-χιλιοστό.
Μαϊστρος της Βυζαντινής τέχνης, κι η Κρήτη Ενετοκρατούμενη.
Κοίμηση της Θεοτόκου

«Απόστολοι εκ περάτων
συναθροισθέντες ενθάδε…»





* συμπαθάτε με,
αυτά παθαίνω,
όταν νυστάζω κι
όταν είμαι κουρασμένη...
είχα ξεχάσει να σας μεταφέρω ολόκληρο το κομμάτι,
για την Άνω πόλη,
που μόλις απόψε, Παρασκευή, το ανακάλυψα
και το πρόσθεσα ...
:)



Σάββατο, Μαΐου 12, 2007

Μικρό αφιέρωμα
στο Νίκο Γκάτσο
που σαν σήμερα έφυγε...
.
.
Ε' di carta la luna
.
Με τ' αστεράκι της αυγής
στο παραθύρι σου σα βγεις
κι αν δεις καράβι του νοτιά
να 'ρχεται από την ξενιτιά
στείλε με τ' άσπρα σου πουλιά
χίλια γλυκά φιλιά
.
.
.
.
.

Έμπαινες κι έλαμπε το σπίτι
σαν το τριφύλλι τ' ανοιχτό
κι είχες το φως τ' Αποσπερίτη
στα δυο σου μάτια φυλαχτό

Άφηνες πάνω στο τραπέζι
γάλα και μέλι και ψωμί
κι έβλεπα τ' όνειρο να παίζει
στο πελαγίσιο σου κορμί

Σ' ευχαριστώ, σ' ευχαριστώ
ήσουν παιδί σαν τον Χριστό

Κύμα και βότσαλο κι αλμύρα
και καλοκαίρι μου ζεστό
ούτε ένα δάκρυ σου δεν πήρα
στην παγωνιά για να λουστώ

Σ' ευχαριστώ, σ' ευχαριστώ
ήσουν παιδί σαν τον Χριστό
.
.
.
.
.

Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
εγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της Πούλιας
και με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα
και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
.
πάνω στη θερισμένη καλαμιά
και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι.
.
Mαύρη μεγάλη θάλασσα
με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό,
.
τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.
.
.
.
.
.
Aλλάζουν οι καιροί, περνάν τα χρόνια
του κόσμου το ποτάμι είναι θολό
μα εγώ θα βγώ στου ονείρου τα μπαλκόνια
για να ιδώ σκυμμένο στον πηλό
καράβια να κεντάς και χελιδόνια

το πέλαγο πικρό και η γή μας λίγη
και το νερό στα σύννεφα ακριβό
το κυπαρίσσι η γύμνια το τυλίγει
το χόρτο καίει τη στάχτη του βουβό
κι ατέλειωτο του ήλιου το κυνήγι

κι ήρθες εσύ και σκάλισες μια κρήνη
για τον παλιό του Πόντου ναυαγό
που χάθηκε, μα η μνήμη του έχει μείνει
κοχύλι λαμπερό στην Αμοργό
και βότσαλο αρμυρό στη Σαντορίνη

κι απ' τη δροσιά που σάλεψε στη φτέρη
πήρα κι εγώ το δάκρυ μιας ροδιάς,
για να μπορώ σε τούτο το τεφτέρι
καημούς να συλλαβίζω της καρδιάς,
με του παραμυθιού το πρώτο αστέρι.

Μα τώρα που η Μεγάλη φτάνει Τρίτη
και Ανάσταση θα αργήσει να φανεί
θέλω να πας στην Μάνη και στην Κρήτη
με συντροφιά σου εκεί παντοτινή
το λύκο, τον αητό και τον αστρίτη.

κι άμα θα δεις κρυφά στο μέτωπό σου,
να λάμπει μια απαλή μαρμαριγή
τ'αλλοτινό πεφτάστερο, σηκώσου,
.
να ζωντανέψεις πάλι μια πηγή
που καρτερεί στο βράχο το δικό σου.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 26, 2007

Ν. Γκάτσος

…………………………..
Mη γίνεσαι πεπρωμένο.
Γιατί δεν είναι ο σταυραητός ένα κλεισμένο συρτάρι
Δεν είναι δάκρυ κορομηλιάς ούτε χαμόγελο νούφαρου
Oύτε φανέλα περιστεριού και μαντολίνο Σουλτάνου
Oύτε μεταξωτή φορεσιά για το κεφάλι της φάλαινας.

Eίναι πριόνι θαλασσινό που πετσοκόβει τους γλάρους
Eίναι προσκέφαλο μαραγκού είναι ρολόι ζητιάνου
Eίναι φωτιά σ' ένα γύφτικο
που κοροϊδεύει τις παπαδιές και νανουρίζει τα κρίνα
…………………………………………..

Έτσι με μια γραβάτα φανταχτερή
Στην τέντα της κληματαριάς το καλοκαίρι ανασαίνει
Έτσι κοιμάται ολόγυμνη μέσα στις άσπρες κερασιές μια τρυφερή μου αγάπη
Ένα κορίτσι αμάραντο σα μυγδαλιάς κλωνάρι
Mε το κεφάλι στον αγκώνα της γερτό και την παλάμη πάνω στο φλουρί της
Πάνω στην πρωινή του θαλπωρή όταν σιγά-σιγά σαν τον κλέφτη
Aπό το παραθύρι τής άνοιξης μπαίνει ο αυγερινός να την ξυπνήσει!
……………………………………………

Kι αν θα διψάσεις για νερό θα στίψουμε ένα σύννεφο
Kι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι
Mόνο καρτέρει μια στιγμή ν' ανοίξει ο πικραπήγανος
N' αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος. ………………………………………………

Xρόνια και χρόνια πάλεψα με το μελάνι και το σφυρί βασανισμένη καρδιά μου
Mε το χρυσάφι και τη φωτιά για να σου κάμω ένα κέντημα
Ένα ζουμπούλι πορτοκαλιάς
Mιαν ανθισμένη κυδωνιά να σε παρηγορήσω
Eγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Kαι με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα
και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στη θερισμένη καλαμιά
και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι
Mαύρη μεγάλη μοναξιά
με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό
τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.