Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα drosinis georges. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα drosinis georges. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Οκτωβρίου 03, 2014

Δροσίνης


Γεώργιος Δροσίνης

Τὰ πρωτοβρόχια



Μὲ τὰ πρωτοβρόχια θἄρθουν τὰ μηνύματα
τοῦ χειμώνα : τὸ ποτάμι θὰ θολώσει,
θὰ τριζοβολοῦν ξερὰ τὰ πλατανόφυλλα
θὰ κρυώσει
ἡ νύχτα καὶ θὰ μεγαλώσει.

Θὰ δροσοσταλάζουν κόκκινα τὰ κούμαρα, 





κυκλαμιὲς θ' ἀνθοῦν στὸ χῶμα ταίρια ταίρια, 





θὰ καπνίζουν σφαλιστὰ τὰ χωριατόσπιτα
καὶ θ' ἀρχίσουν τὰ σπιτιάτικα νυχτέρια.

Θὰ σωπάσει ὁ τζίτζικας κι ἑτοιμοτάξιδα
γι’ ἄλλων τόπων ἄνοιξη, μακριὰ ἀπ' τὰ χιόνια
βράδυ βράδυ ὡς τὰ μεσούρανα θὰ χύνονται
μαῦροι φτερωτοὶ σταυροὶ τὰ χελιδόνια.

Ὦ χαρά μας! τὸ χειμώνα θὰ προσμένομε,
δίχως πάγους καὶ χιονιὲς νὰ φοβηθοῦμε:
τὴ ζωή μας τὸ στερνὸ ταξίδι ἐκάναμε
καὶ τὴν ἄνοιξη ἄλλων τόπων δὲν ποθοῦμε. 








Τετάρτη, Φεβρουαρίου 20, 2013




ως ολοκληρωμένα έργα τέχνης σε μικρογραφία !




Friedrich Hölderlin (1770 – 1843)


Brod und Wein

- μία ελεγεία, τρία σχεδιάσματα -


Μετάφραση Α. ΚΟΥΤΣΟΥΡΑΔΗΣ
Εκδ. εξάντας


«Τριγύρω ησυχάζει η πολίχνη. Γαληνεύει φωτισμένο το σοκάκι,
και, πυρσοστόλιστα, κατηφορίζουν και αχολογούν τ’ αμάξια.
Χορτάτοι απ’ της μέρας τη χαρά γυρίζουνε ν’ αναπαυθούν οι ανθρώποι,
Και με ικανοποίηση πολλή στο σπίτι ζυγίζει κέρδη και ζημιές
Του νοικοκύρη το κεφάλι. Από λουλούδια και σταφύλια αδειάζει , - στιχ. 5
Κι απ’ των χεριών τα έργα ησυχάζει η πολύπραγη αγορά.
Μα από τους κήπους μακριά τραγούδι έγχορδου ηχεί. Ίσως εκεί
Ερωτευμένο παίζει ή κάποιος άνδρας μοναχός αναπολεί
Τους φίλους του που μάκρυναν και τον καιρό της νιότης. Και οι πηγές
Αστείρευτες και δροσερές σ’ ευωδιαστά παρτέρια κελαρύζουν, - στίχ. 10
Γαλήνια στο μουχρωμένο αγέρα καμπάνες ηχηρές σημαίνουν
Και των ωρών τον αριθμό φροντίζοντας νυχτοσκοπός αγγέλλει.
Τώρα κι η αύρα έρχεται, αναταράζει τις κορφές στο άλσος,
Ιδού ! και το φεγγάρι, της γης μας ομοιόγραφο,
Έρχεται στα κρυφά κι ετούτο τώρα…» - στίχ. 15


Και



Γεώργιος Δροσίνης (1859 - 1951)


το φτάσιμο



θα βραδιάζη η μέρα όταν θα φτάνωμε
στου χωριού τ’ αποσκιωμένα αλώνια.
Θα φανούν λευκά τα χωριατόσπιτα
πίσω από των πεύκων τ’ ακροκλώνια.

Μακρινά θ’ ακούωνται αρνιών βελάσματα.
Βραδινή καμπάνα θα σημαίνη.
Στη βρυσούλα βόδια θα ποτίζωνται.
Θα καπνίζουν φούρνοι φλογισμένοι.

Θα βαθιανασαίνωμε στο διάβα μας
μυρωδιά από στάχυα θερισμένα.
Θα μας ευχηθούν το «καλώς ήρθατε»
χέρια από τον κάματο αργασμένα.

Από το κατώφλι αναμερίζοντας
του καιρού τ’ αγκάθια και τα χόρτα
του κλειστού παλιόπυργου θ’ ανοίξωμε
τη βαριά, τη σιδερένια πόρτα.

Κι όταν το λυχνάρι μας θ’ ανάψωμε
Ταπεινό – την ώρα που νυχτώνει –
τη χαρά θα νοιώσωμε πως είμαστε
χωρισμένοι απ’ όλα : μόνοι, μόνοι .





- σημείωση του Michael Franz :
η αρχή της ελεγείας του Χαίλντερλιν, δηλαδή η πρώτη στροφή, από μόνη της παρουσιάζεται ως ολοκληρωμένο έργο τέχνης σε μικρογραφία


- σημείωση quartier libre :
του Δροσίνη το ποίημα, ως ολοκληρωμένο έργο τέχνης σε μικρογραφία  












Σάββατο, Φεβρουαρίου 16, 2013


V.



Βιβλιοθήκη Ελλήνων και ξένων συγγραφέων
.
ΛΙΝΟΥ ΠΟΛΙΤΗ Ποιητική Ανθολογία

Βιβλίο έκτο

.
Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ
Εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑ
Σελίδες 216
ΔΡΧ.20

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ


ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΓΚΡΕΜΝΟΥ

Όλα για σένα τά' κοψα κι έλα, καλή μου, πάρ' τα,
τις αργυρές αγράμπελες και τα χρυσά τα σπάρτα

Ζηλιάρης δράκος ο γκρεμνός τα φύλαγε από μένα
τα πλούτη του τα λιόσπαρτα και τ' αφρογεννημένα

Κι έκανα τον καημό σπαθί, το λογισμό κοντάρι,
και πάτησα και νίκησα τον ακριβό ζηλιάρη

Όλα για σένα τα' κοψα κι έλα, καλή μου, πάρτ' τα,
του δράκου τις αγράμπελες και του γκρεμνού τα σπάρτα






  

 ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ


"Η ΑΣΑΛΕΥΤΗ ΖΩΗ"


ΠΑΤΡΙΔΕΣ

Εδώ ουρανός παντού κι ολούθε ήλιου αχτίνα,
και κάτι ολόγυρα σαν του Υμηττού το μέλι,
βγαίνουν αμάραντ' από μάρμαρο τα κρίνα,

λάμπει γεννήτρα ενός Ολύμπου η θεία Πεντέλη.

Στην Ομορφιά σκοντάβει σκάφτοντας η αξίνα,
στα σπλάχνα αντί θνητούς θεούς κρατά η Κυβέλη,
μενεξεδένιο αίμα γοργοστάζ' η Αθήνα
κάθε που τη χτυπάν του Δειλινού τα βέλη.

Της ιερής ελιάς εδώ ναοί και οι κάμποι
ανάμεσα στον όχλο εδώ που αργοσαλεύει
καθώς απάνου σ' ασπρολούλουδο μια κάμπη,

ο λαός των λειψάνων ζει και βασιλεύει
χιλιόψυχος, το πνεύμα και στο χώμα λάμπει,
το νιώθω, με σκοτάδια μέσα μου παλεύει


------------------


Εκεί που ακόμα ζουν οι Φαίακες του Ομήρου
και σμίγ' η Ανατολή μ' ένα φιλί τη Δύση,
κι ανθεί παντού με την ελιά το κυπαρίσσι,
βαθύχρωμη στολή στο γαλανό του Απείρου

-------------------


κρυμμένη στην πολύπαθη τη Ρωμιοσύνη
σα να ξανοίγω τη βασίλισσαν Ελλάδα

----------------------

Πατρίδες! Αέρας, γη, νερό, φωτιά! Στοιχεία,
αχάλαστα, και αρχή και τέλος των πλασμάτων,
σα θα περάσω στη γαλήνη των μνημάτων,
θα σας ξανάβρω, πρώτη και στερνή ευτυχία!


Αέρας μέσα μου ο λαός των ονειράτων
στον αέρα θα πάη, θα πάη στην αιωνία
φωτιά, φωτιά κι ο λογισμός μου, τη μανία
των παθών μου θα πάρ' η λύσσα των κυμάτων

--------------------------







 ΕΚΑΤΟ ΦΩΝΕΣ


 ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ


--------------------------

 II

Και τέτοιος που είμαι, και με τέτοια
καρδιά, πουλί ολοτρέμουλο σ' αρρωστημένα στήθια,
από τους δυνατούς και τους μεστούς του κόσμου
εγώ είμαι πιό κοντά στο φως και στην αλήθεια.

Γι αυτό μουγκρίζει μέσα μου βαθιά,
και μ' όλη την αχάμνια μου και μ' όλο το μαράζι,
προς όλους τους μεστούς και δυνατούς του κόσμου
μιά καταφρόνεση. Και μου ταιριάζει.


--------------------------




ΔΕΥΤΕΡΗ ΝΥΧΤΑ

 --------------------------

Ψυχή, της έγνοιας καλογριά, του κόσμου αποδιωγμένη,
την ώρα την εκστατική ποτέ δε θα ξεχάσης,
που τα μυστήρια τ' άχραντα πρώτη φορά κοινώνησες
της θείας μεγάλης Πλάσης

----------------------------






ΤΡΙΤΗ ΝΥΧΤΑ


Τον πόνο σου εδώ πέρα μη τον παρατάς,
με μιά φροντίδα μητρική ταξίδεψέ τον,
όπου ζωή, όπου όνειρο, στα μακρινά και στα ψηλά,
και πήγαινέ τον ύστερα και ριζοφύτεψέ τον
εκεί στη χώρα την κατάνακρη του αμίλητου.
στα μάτια του συμμάζωξε και θάψε τη φωνή του,
κι ανίσως δε βαστάξουνε τα μάτια του και κλείσουνε,
κλείσε κι εσύ τα μάτια σου και πέθανε μαζί του. 


















Δευτέρα, Οκτωβρίου 08, 2012


ΙV.


Βιβλιοθήκη Ελλήνων και ξένων συγγραφέων
.
ΛΙΝΟΥ ΠΟΛΙΤΗ Ποιητική Ανθολογία

Βιβλίο έκτο

.
Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ
Εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑ
Σελίδες 216
ΔΡΧ.20

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ

"Φωτερά σκοτάδια" 

Όχι! τα ρόδα τα κλειστά δεν είναι ρόδα ακόμα.
Είν' άνθος δίχως όνομα και δίχως ευωδιά.
Μοιάζουν αθώο, αφίλητο και παιδιακίσιο στόμα,
Που δεν το πότισε καϋμούς αγάπης η καρδιά.

Θέλω τα ρόδα ολόδροσα κ' ευωδιαστά ανθισμένα,
Την ευλογία της ομορφιάς στον κόσμο να σκορπούν:
Χείλη ανοιχτά απ' τους στεναγμούς κι' απ' τα φιλιά καμένα,
Χείλη, που κι' αν σωπαίνουνε -το λεν πως αγαπούν.




 ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
.
"Τραγούδια της πατρίδος μου"


Το Ταξίδι (1883) 


Μου σφίγγει ο καϋμός, σα θηλειά το λαιμό
Και μεσ’ στην καρδιά με δαγκώνει σα φίδι
Παράξενο θέλω ν’ αρχίσω ταξίδι
Χωρίς, μα χωρίς τελειωμό

Το δρόμο μ’ αργά να τραβώ, να τραβώ
Αλλά πουθενά και ποτέ να μη στέκω,
Ψυχή να μη βρίσκω, ή πάντα να μπλέκω
Με κόσμο τυφλό και βουβό

Να νιώθω τριγύρω πλατειά ερημιά
Κλεισμένα τα σπίτια, τα τζάκια σβυσμένα
Ψηλά να μη φέγγη αστέρι κανένα
Και κάτου γυναίκα καμμιά

Ε! Ίσως σε τέτοιο ταξίδι αν βρεθώ
Ατέλειωτο, έρμο, σ' αγνώριστη χώρα
Δε θάχω περίσσια λαχτάρα σαν τώρα
Αγάπη, από σε να χαθώ!






Η καλαμιά

 
Ένας αντρειωμένος Ποταμός μια μέρα
στη χαριτωμένη Καλαμιά μιλάει:
«Όποτε κι αν στρίψω, σε θωρώ εδώ πέρα
στο δικό μου πλάι.

 
Κι όταν ζευγαρώνω σ’ αγκαλιά γαλάζια
τ’ άστρ’ από κει πάνω, τ’ άνθη από δω χάμου,
γέρνεις κι αγναντεύεις με καημούς και νάζια
τ’ αγκαλιάσματά μου.

 
Κι όταν οργισμένος χύνομαι στο δρόμο
Και χαλάω, συντρίβω κόσμο σαν το Χάρο,
Καρτερείς αθώα, στέκεις δίχως τρόμο
να σε συνεπάρω.

Αλλά κι αν σε τρώει τ’ αγριομανητό μου,
Πάντα στο πλευρό μου ζεις αναστημένη·
Από με τι ελπίζεις; Πάντα στο πλευρό μου
Μνήμα σε προσμένει!»


Κι αποκρίθη εκείνη γέρνοντας επάνω
Στα πρασινισμένα πόδια του θλιμμένα:
«Δεν μπορώ να ζήσω, μήτε να πεθάνω
μακριά από σένα!»




Ίαμβοι και Ανάπαιστοι
 
 Μοναξιά, σκέπη ολόβαθη
των θείων και των θηρίων,
κάτι σαλεύει μέσα σου
σα λαός μυστηρίων.

Κάμε κάτου απ’ τον ίσκιο σου
και μες στην αγκαλιά σου
να βλέπω με τα μάτια σου
να γρικώ με τ’ αυτιά σου,

να μιλώ με τα λόγια σου·
κράτα μ’ έξω απ’ τα πλήθη,
δώσ’ μου του θείου τον έρωτα
και του θηρίου τη λήθη!
.....................................
Αντιόπη, σα να μ' έδεσεν
αλυσίδα κατέργων.
λύτρωσέ με και σπείρε μου
τη δύναμη των έργων.
.
Ν' ανοίξουν κάμε αγνάντια μου
άλλοι δρόμοι, άλλοι νόμοι,
κι ανάστησέ με ελεύθερο
με βουλή και με γνώμη.

Γίνε γιά με σαν άνοιγμα
πρωινό παραθύρου,
δρόσισέ με και διώξε μου
το μεθύσι του ονείρου !







































































































































































































































































Κυριακή, Σεπτεμβρίου 16, 2012


Γεώργιος Δροσίνης

Τὰ πρωτοβρόχια



Μὲ τὰ πρωτοβρόχια θἄρθουν τὰ μηνύματα
τοῦ χειμώνα: τὸ ποτάμι θὰ θολώσει,
θὰ τριζοβολοῦν ξερὰ τὰ πλατανόφυλλα
θὰ κρυώσει
ἡ νύχτα καὶ θὰ μεγαλώσει.

Θὰ δροσοσταλάζουν κόκκινα τὰ κούμαρα,
κυκλαμιὲς θ' ἀνθοῦν στὸ χῶμα ταίρια ταίρια,
θὰ καπνίζουν σφαλιστὰ τὰ χωριατόσπιτα
καὶ θ' ἀρχίσουν τὰ σπιτιάτικα νυχτέρια.

Θὰ σωπάσει ὁ τζίτζικας κι ἑτοιμοτάξιδα
γι’ ἄλλων τόπων ἄνοιξη, μακριὰ ἀπ' τὰ χιόνια
βράδυ βράδυ ὡς τὰ μεσούρανα θὰ χύνονται
μαῦροι φτερωτοὶ σταυροὶ τὰ χελιδόνια.

Ὦ χαρά μας! τὸ χειμώνα θὰ προσμένομε,
δίχως πάγους καὶ χιονιὲς νὰ φοβηθοῦμε:
τὴ ζωή μας τὸ στερνὸ ταξίδι ἐκάναμε
καὶ τὴν ἄνοιξη ἄλλων τόπων δὲν ποθοῦμε. 







Σάββατο, Μαρτίου 03, 2012

.

ΙΙΙ.



Βιβλιοθήκη Ελλήνων και ξένων συγγραφέων


ΛΙΝΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

Ποιητική Ανθολογία

Βιβλίο έκτο


Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ


Εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑ
Σελίδες 216
ΔΡΧ.20

Γεώργιος Δροσίνης
Από τη συλλογή ΦΩΤΕΡΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ
.
8
.
Όταν σφιχτά σφαλώ τα μάτια μου,
Κι όταν σε νύχτας σκότη μένω,
Νιώθω και πάλι μες στα βλέφαρα
Φως, λίγο φως, βαθιά κλεισμένο
.
Είναι της μέρας το αντιφέγγισμα
Που τρεμοσβήνει ακόμα εμπρός μου ;
Ή κάποιο ουράνιο γλυκοχάραγμα
Κάποιας αυγής αγνώστου κόσμου ;
.
.
.
.
.

Ιωάννης Πολέμης
.
9
.
ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΒΙΟΛΙ

Ray Man 1924
Le Violin d' Ingres
.

Άκουσε τ΄ απόκοσμο, το παλιό βιολί
μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη
στο παλιό κουφάρι του μια ψυχή λαλεί
με τ΄ αχνά κι' απάρθενα της αγάπης χείλη.

Και τ' αηδόνι τ' άγρυπνο και το ζηλευτό
ζήλεψε κι εσώπασε κι έσκυψε κι εστάθη
για να δη περήφανο τι πουλί ειν' αυτό
που τα λέει γλυκύτερα της καρδιάς τα πάθη.

Ως κι ο γκιόνης τ' άχαρο, το δειλό πουλί,
με λαχτάρ' απόκρυφη τα φτερά τινάζει
και σωπαίνει ακούγοντας το παλιό βιολί,
για να μάθη ο δύστυχος πως ν` αναστενάζη.

Τι κι αν τρώη το ξύλο του το σαράκι ; τι
κι αν περνούν αγύριστοι χρόνοι κι άλλοι χρόνοι;
Πιο γλυκιά και πιο όμορφη και πιο δυνατή
η φωνή του γίνεται, όσο αυτό παλιώνει.

Ειμ` εγώ τ' απόκοσμο, το παλιό βιολί
μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη
στο παλιό κουφάρι μου μια ψυχή λαλεί
με της πρώτης νιότης μου τα δροσάτα χείλη.

Τι κι αν τρώη τα σπλάχνα μου το σαράκι ; τι
κι αν βαδίζω αγύριστα χρόνο με τον χρόνο;
Πιο γλυκιά και πιο όμορφη και πιο δυνατή
γίνεται η αγάπη μου, όσο εγώ παλιώνω.
.
.
.
.
.
Κώστας Κρυστάλλης
.
10
.
Στο σταυραητό !
.
Από μικρό κι απ' άφαντο πουλάκι, σταυραητέ μου,
παίρνεις κορμί με τον καιρό και δύναμη κι αγέρα
κι απλώνεις πήχες τα φτερά και πιθαμές τα νύχια
και μεσ' στα σύγνεφα πετάς, μεσ' στα βουνά ανεμίζεις
φωλιάζεις μεσ' στα κράκουρα, συχνομιλάς με τάστρα,
με την βροντή ερωτεύεσαι, κι απιδρομάς και παίζεις
με τάγρια αστροπέλεκα και βασιλιάν σε κράζουν
του κάμπου τα πετούμενα και του βουνού οι πετρίτες.
Έτσι εγεννήθηκε μικρός κι ο πόθος μου στα στήθη,
κι απ' άφαντο κι απ' άπλερο πουλάκι σταυραητέ μου,
μεγάλωσε, πήρε φτερά, πήρε κορμί και νύχια
και μου ματώνει την καρδιά, τα σωθικά μου σκίζει
κι έγινε τώρα ο πόθος μου αητός, στοιχειό και δράκος
κι εφώλιασε βαθιά - βαθιά μεσ' στ' άσαρκο κορμί μου
και τρώει κρυφά τα σπλάχνα μου, κουφοβοσκάει την νιότη.

Μπεζέρισα να περπατώ στου κάμπου τα λιοβόρια.
Θέλω τ' αψήλου ν' ανεβώ ν' αράξω θέλω, αητέ μου,
μέσ' στην παλιά μου κατοικιά, στην πρώτη τη φωλιά μου,
Θέλω ν' αράξω στα βουνά, θέλω να ζάω μ' εσένα.
Θέλω τ' ανήμερο καπρί, τ' αρκούδι, το πλατόνι,
καθημερνή μου κι ακριβή να τάχω συντροφιά μου.
Κάθε βραδούλα, καθε αυγή, θέλω το κρύο τ' αγέρι
νάρχεται από την λαγκαδιά, σαν μάνα, σαν αδέρφι
να μου χαϊδεύει τα μαλλιά και τ' ανοιχτά μου στήθη.
Θέλω η βρυσούλα, η ρεματιά, παλιές γλυκές μου αγάπες
να μου προσφέρνουν γιατρικό τ' αθάνατα νερά τους.
Θέλω του λόγγου τα πουλιά με τον κελαϊδισμό τους
να με κοιμίζουν το βραδύ, να με ξυπνούν το τάχυ.
Και θέλω νάχω στρώμα μου νάχω και σκέπασμά μου
το καλοκαίρι τα κλαδιά και τον χειμώ τα χιόνια.
Κλωνάρια απ' αγριοπρίναρα, φουρκάλες από ελάτια
θέλω να στρώνω στοιβανιές κι απάνου να πλαγιάζω,
ν' ακούω τον ήχο της βροχής και να γλυκοκοιμιέμαι.
Από ημερόδεντρον αητέ, θέλω να τρώω βαλάνια,
θέλω να τρώω τυρί αλαφιού και γάλα απ' άγριο γίδι.
Θέλω ν' ακούω τριγύρω μου πεύκα κι οξιές να σκούζουν,
θέλω να περπατώ γκρεμούς, ραϊδιά, ψηλά στεφάνια,
θέλω κρεμάμενα νερά δεξιά ζερβιά να βλέπω.
Θέλω ν' ακούω τα νύχια σου να τα τροχάς στα βράχια,
ν' ακούω την άγρια σου κραυγή, τον ίσκιο σου να βλέπω.

Θέλω, μα δεν έχω φτερά, δεν έχω κλαπατάρια,
και τυραννιέμαι, και πονώ, και σβυιέμαι νύχτα μέρα.
Παρακαλώ σε, σταυραητέ, για χαμηλώσου ολίγο
και δως μου τες φτερούγες σου και πάρε με μαζί σου,
πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάη ο κάμπος!
.
.
.
.
.
.

Τρίτη, Νοεμβρίου 02, 2010

.
Κωστής Παλαμάς - Γεώργιος Δροσίνης

.
II.



Βιβλιοθήκη Ελλήνων και ξένων συγγραφέων

ΛΙΝΟΥ ΠΟΛΙΤΗ
Ποιητική Ανθολογία

Βιβλίο έκτο


Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ



Εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑ
Σελίδες 216
ΔΡΧ.20



Γεώργιος Δροσίνης, ο αγαπημένος.

.3. δε θέλω ....

Δε θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα
σε ξένα αναστυλώματα δεμένο.
Ας είμαι ένα καλάμι, ένα χαμόδεντρο,
μα όσο ανεβαίνω, μόνος ν’ ανεβαίνω.

Δε θέλω του γυαλιού το λαμπροφέγγισμα,
που δείχνεται άστρο με του ηλιού τη χάρη.
Θέλω να δίνω φως από τη φλόγα μου,
κι ας είμαι κι ένα ταπεινό χορτάρι.






4. το φτάσιμο

θα βραδιάζη η μέρα όταν θα φτάνωμε
στου χωριού τ’ αποσκιωμένα αλώνια.
Θα φανούν λευκά τα χωριατόσπιτα
πίσω από των πεύκων τ’ ακροκλώνια.

Μακρινά θ’ ακούωνται αρνιών βελάσματα.
Βραδινή καμπάνα θα σημαίνη.
Στη βρυσούλα βόδια θα ποτίζωνται.
Θα καπνίζουν φούρνοι φλογισμένοι.

Θα βαθιανασαίνωμε στο διάβα μας
μυρωδιά από στάχυα θερισμένα.
Θα μας ευχηθούν το «καλώς ήρθατε»
χέρια από τον κάματο αργασμένα.

Από το κατώφλι αναμερίζοντας
του καιρού τ’ αγκάθια και τα χόρτα
του κλειστού παλιόπυργου θ’ ανοίξωμε
τη βαριά, τη σιδερένια πόρτα.

Κι όταν το λυχνάρι μας θ’ ανάψωμε
Ταπεινό – την ώρα που νυχτώνει –
τη χαρά θα νοιώσωμε πως είμαστε
χωρισμένοι απ’ όλα : μόνοι, μόνοι .








5. Πρωτοβρόχια


Με τα πρωτοβρόχια θά ’ ρθουν τα μηνύματα
του χειμώνα : το ποτάμι θα θολώση,
θα τριζοβολούν ξερά τα πλατανόφυλλα,
θα κρυώση η νύχτα και θα μεγαλώση.

Θα δροσοσταλάζουν κόκκινα τα κούμαρα,
κυκλαμιές θ’ ανθούν στο χώμα ταίρια ταίρια,
θα καπνίζουν σφαλιστά τα χωριατόσπιτα
και θ’ αρχίσουν τα σπιτιάτικα νυχτέρια.

Θα σωπάση ο τζίτζικας κι ετοιμοτάξιδα
γι άλλων τόπων άνοιξη, μακριά απ’ τα χιόνια,
βράδυ βράδυ ως τα μεσούρανα θα χύνωνται
μαύροι φτερωτοί σταυροί τα χελιδόνια.

Ώ χαρά μας ! το χειμώνα θα προσμένωμε
δίχως πάγους και χιονιές να φοβηθούμε :
της ζωής μας το στερνό ταξίδι κάναμε
και την άνοιξη άλλων τόπων δεν ποθούμε
.
.
.
.
.
.
.
6. τάχα εσύ ;
.
τάχα εσύ, που δίψασες, μα δεν ποτίστηκες
στα θολά νερά που πίνουν τα κοπάδια,
τάχα εσύ, που πείνασες, κι όμως δε βόσκησες
πατημένο χόρτο σε λιβάδια,
.
τάχα εσύ, που πόθησες σαν πετροπέρδικα
σε ψηλό βουνό να πιής λιωμένο χιόνι,
και σαν άγριο γίδι νά βρης τον αμάραντο,
που σε μιά άκρη του γκρεμού φυτρώνει,
.
τάχα εσύ, που τις χαρές του κάμπου απόστερξες
για ν' ανέβης των καημών το μονοπάτι,
τάχα εσύ θα νιώσης - φτάνοντας στ' ακρόκορφα -
πως δεν είναι η ευτυχία απάτη ;
.
.
.
.
.
.
.
7. Η ΑΠΟΚΡΙΣΗ ΣΤΟΝ ΠΑΛΑΜΑ
.
.
... Πώς αλλιώς
να σε πω ; ο συνοδοιπόρος,
χαίρε...
.
Κωστής Παλαμάς.
Συνοδοιπόροι ναι, μαζί κινήσαμε
στης Τέχνης το γλυκοξημέρωμα - όμως,
με του καιρού το πέρασμα, χαράχτηκε
του καθενός μας χωριστός ο δρόμος :
.
Εσύ το Ωραίο μες τα μεγάλα ζήτησες
κι εγώ στα ταπεινά κι αποριμένα,
και δούλεψες το μπρούντζο και το μάρμαρο
κι άφησες τον πηλό της γης σ' εμένα.
.
Στις αλπικές χιονοκορφές ανέβηκες
και στάθηκα στις λιόφωτες ραχούλες,
αρχόντισσες και ρήγισσες οι Μούσες σου
κι εμένα ψαροπούλες και βοσκούλες.
.
Εσύ στης δάφνης τ' ακρικλώναρα άπλωσες
κι εγώ σε κάθε χόρτο και βοτάνι,
στεφάνι έχεις φορέσει από δαφνόφυλλα -
λίγο θυμάρι του βουνού μου φτάνει.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.

Κυριακή, Οκτωβρίου 31, 2010

.
Ι.


Βιβλιοθήκη Ελλήνων και ξένων συγγραφέων
ΛΙΝΟΥ ΠΟΛΙΤΗ
Ποιητική Ανθολογία

Βιβλίο έκτο
Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ
Εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑ
Σελίδες 216
ΔΡΧ.20

Γεώργιος Δροσίνης, ο αγαπημένος.


1. Barcarola
………………
………………

Μοναχός στα ξένα τώρα αρμενίζω.
Κάποτε κοιμούμαι για να την ιδώ
Μέσα στ’ όνειρό μου κάποτε δακρύζω,
Κάποτε για κείνη πάλι τραγουδώ.
Κύματα τριγύρω σα θεριά βογκούνε
Έρημος να ζήσω τι με ωφελεί ;
Τον σταυρό μου κάνω. Σα δεν μ’ αγαπούνε,
Ώρα μου καλή, ώρα μου καλή !









2. Να σε προσμένω

για σένα έχω κοντά μου τ’ αδειανό θρονί,
και για τους δυό μας το ποτήρι γεμισμένο.
Ξυπνά τον πόθο η ώρα η βραδυνή
Το ξέρω πως δε θά ρθης – κι όμως σε προσμένω.
Η πόρτα αν τρίξη απ’ τον αέρα… ένα ξερό
Κλαδί αν σαλέψη έξω στον κήπο… βήμα ξένο
Στο δρόμο αν προσπεράση, λαχταρώ…
Το ξέρω πως δε θά ρθης – κι όμως σε προσμένω.
Νυχτώνει η μέρα, κρύα κι ερημική,
Δάκρυα σταλάζει το κερί μου τ’ αναμμένο…
Και νιώθω μια χαρά μαρτυρική :
Να ξέρω πως δε θά ρθης – και να σε προσμένω.
.
.
.
.
.
.
.




Πέμπτη, Φεβρουαρίου 22, 2007

Γ. Ροϊλός, Οι ποιητές (π. 1919).
Λάδι σε μουσαμά, 130 εκ. x 170 εκ.
Φιλολογικός Σύλλογος «Παρνασσός».
Μεγάλοι ποιητές της γενιάς του 1880.
Στα δεξιά της σύνθεσης απεικονίζεται ο Α. Προβελέγγιος να διαβάζει κάποιο ποίημά του, ενώ από τα αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται οι Γ. Στρατήγης, Γ. Δροσίνης, I. Πολέμης, K. Παλαμάς (στο κέντρο) και Γ. Σουρής.
.
.
.

Γκιά, Τζαμάλα, γκιά
.
.
.


Ο αέναος κύκλος της ζωής, ο τροχός του χρόνου, οι εποχές, η ζωή των ανθρώπων των σπαρτών, των ζωντανών, η γονιμότητα της Γης η ίδια η ιεροπραξία της ζωής αντανακλώνται, συμπυκνώνονται, συμβολοποιούνται, και θεατροποιούνται μέσα από λαϊκό δρώμενο της Τζαμάλας.
Ένα τελετουργικό έθιμο που -και αυτό- έρχεται από τα βάθη των αιώνων, εκπροσωπώντας τις δυνάμεις που στέλνουν την καρποφορία και ευφορία και αναπαριστώντας το δράμα και την κωμωδία της ζωής μέσα από τον αρχέγονο συμβολισμό του θανάτου και της ανάστασης.
Ο ωραίος νέος και ο άσχημος γέρος παλεύουν μεταξύ τους για να κερδίσουν την Καντίνα. Η θανάτωση του νέου από το γέρο είναι προσωρινή. Οι θρήνοι της Καντίνας θα τον αναστήσουν. Το νέο ζευγάρι θα θριαμβεύσει. Έτσι η ελπίδα θα μείνει ζωντανή. Ο ουρανός θα στείλει τη βροχή, η γη θα σπαρθεί και γόνιμη πλέον θα καρπήσει. Η καλή σοδειά, η καλοχρονιά και η αποτροπή κάθε κακοδαιμονίας θα επιτευχθούν.
.
.
.
Δροσίνης 1 8 8 3 : Γ.Α.Α Δροσίνης, "Αι απόκρεω εν Αθήναις",
Εστία 1883, σσ. 121 -126

.

.

.

Βαθιά, τη νύχτα


Βαθιά, τη νύχτα τα μεσάνυχτα,
με τ’ ανοιχτά φτερά του ονείρου,
πετά η ψυχή μου, σκλάβα ελεύθερη,
στους μυστικούς κόσμους του Απείρου,
τη νύχτα βλέπει όλα τ’ αθώρητα,
που απόκρυβεν η πλάνα μέρα
τη νύχτα ακούει όλα τ’ ακούσματα
στον ατρικύμιστον αέρα.
Βλέπει των κάστρων τα φαντάσματα
και τα λευκά στοιχειά των κάστρων
κι ακούει των δέντρων το μεγάλωμα
και το περπάτημα των άστρων.

.

.

Τι λοιπόν;

.


Τι λοιπόν, της ζωής μας το σύνορο
θα το δείχνη ένα ορθό κυπαρίσσι;
Κι’από ό,τι είδαμε, ακούσαμε, αγγίσαμε
τάφου γή θα μας έχη χωρίση;
Ό,τι αγγίζουμε, ακούμε καί βλέπουμε
τούτο μόνο ζωή μας το λέμε;
Κι’αυτό τρέμουμε μήπως το χάσουμε
καί χαμένο στους τάφους το κλαίμε;
Σ’ο,τι αγγίζουμε, ακούμε και βλέπουμε
της ζωής μας ο κόσμος τελειώνη;
Τίποτ’άλλο; Στερνό μας απόριμμα
τό κορμί που πετιέται και λυώνη;
Κάτι ανέγγιχτο, ανάκουστο, αθώρητο
μήπως κάτω απ’ τους τάφους ανθίζη;
Κι’ό,τι μέσα μας κρύβεται αγνώριστο
μήπως πέρα απ’ τον τάφο αρχίζη;
Η ψυχή ταξειδεύτρα μεσ’ τ’άπειρο
σταλαμίδα νερού μήπως μοιάζη;
που ανεβαίνη στα νέφη απ’ τα πέλαγα
κι’απ’τα νέφη στούς κάμπους σταλάζη;
Μήπως ο,τι θαρρούμε βασίλεμμα
γλυκοχάραμα αυγής είναι πέρα;
Κι’αντί ν’άρθη μια νύχτα αξημέρωτη
ξημερώνει μιά αβράδυαστη μέρα;
Μήπως είναι η αλήθεια στο θάνατο;
Κι’η ζωή μήπως κρύβη την πλάνη;
Ό,τι λέμε πως ζη μήπως πέθανε
κι’είναι αθάνατο ο,τι έχει πεθάνει;


Φωτερά σκοτάδια (1915)
Γεώργιος Δροσίνης


Cosa, dunque, il confine della nostra vita
lo indicherà un cipresso dritto?
E di ciò che abbiamo visto, sentito, toccato
Ci avrà separato la terra del sepolcro?
Ciò che tocchiamo, sentiamo e vediamo
questo solo chiamiamo vita nostra?
E questo tremiamo di perderlo
e, perduto, lo piangiamo sui sepolcri?
A ciò che tocchiamo, sentiamo e vediamo
il mondo della nostra vita finisce?
Nient’altro? Ultimo nostro resto
il corpo che viene gettato e si scioglie?
Qualcosa che non si tocca, né si sente, né si vede
non è che fiorisce sotto i sepolcri?
E ciò che dentro di noi si nasconde sconosciuto
non è che comincia dopo il sepolcro?
L’anima viaggiatrice nell’infinito
non è che assomiglia ad una goccia d’acqua
che sale sulle nuvole dagli oceani
e dalle nuvole gocciola sui campi?
Non è forse ciò che chiamiamo tramonto
che sia una dolce aurora al di là?
E invece di arrivare una notte senza alba
arriva una giornata senza fine?
Non è forse che la verità sia nella morte?
E la vita non è che nasconda l’inganno?
Ciò che diciamo che vive non è che sia morto
ed è immortale ciò che è già morto?


Bui luminosi (1915)
Giorgio Drossinis

να έχετε

έναν γλυκόν ύπνο