Δευτέρα, Νοεμβρίου 17, 2014
μ’ αφύσικα τινάγματα
η μελλοθάνατη ειμ’ εγώ
και γύρω μου παντού, καταμεσίς , κατάστηθα
το χάος στην καρδιά μου,
αιμόσυρτες οι τροχιές
από την αθωότητα στο φόνο,
κι απ’ το φόνο στην τύψη, στο μοιρολόι
Η δίχως νόημα θυσία,
που θα ουρλιάζει από παντού η προδοσία,
σκεπάζοντας τα τανκς, τα αεροπλάνα, το φόβο,
το βήμα του φρουρού τις νύχτες, τις νύχτες χωρίς εσένα
γιατί και σένα θα σ’ έχω χάσει
στο κινούμενο σκοτάδι
όπως κι εμένα,
όπως και τον αγώνα,
που θα ταν δύσκολος, αλλά ωραίος
κι ήρθε να γίνει σαπισμένο σταφύλι
Χωρίς εσένα, πώς;
Σαν την πρώτη μοναξιά,
που η γνώση της χαράζει για πάντα το παιδί
το σώμα μου θα διαλυθεί
τα κύτταρά μου ένα προς ένα θ’ αποσυντεθούν,
μέσα σε τούτο το κρεβάτι του Προκρούστη, τον καιρό,
το σώμα μου ηλιακή κηλίδα, θα εκραγεί,
γράφοντας τ’ όνομά σου σ’ όλους τους ουρανούς,
τα κύτταρά μου, ένα προς ένα θα κινήσουν να μπολιάσουν τους ανθρώπους
με την ηλικία της οδύνης,
με το μαβί καπνό του δειλινού πίσω από τα σίδερα.
Θα στείλω τα όνειρά μου να ταράξουν το νοικοκυρεμένο ύπνο τους.
Θα στείλω το φόβο να φωλιάσει στις ανύποπτες καρδιές τους,
κι όταν θα ρθει η υπάλληλος για καταμέτρηση
δραπέτευσε, θα πουν οι άλλοι,
παρεξηγώντας τον θάνατό μου.
Και μόνο εσύ θα ξέρεις
μόνο εσύ θα θυμάσαι τα χέρια μου,
το θολό παράπονο του σκυλιού έξω από τη φυλακή,
τις κραυγές των παιδιών πάνω στην ταράτσα
την απόγνωση του κινέζικου πορτρέτου,
τα ελληνικά αινίγματα
"τι είν’ αυτό που ανεβαίνει με τα πόδια, και το κατεβάζουνε με κουβέρτα"
μόνο εσύ θα ξέρεις πώς, πού χάθηκε το κορμί μου,
τι έγινε η φωνή μου,
τι η αγρύπνια μου,
τι ήχους έχει ο φόβος
κι η απόγνωση τι πρόσωπο.
Θεέ μου τι να γίνηκαν του κόσμου οι αντρειωμένοι;
Μονάχα εσύ θα ξέρεις
Μονάχα εσύ θα ξέρεις
Μονάχα εσύ θα ξέρεις
εγώ θα μιλώ τούτη τη γλώσσα.
ΙΙ
Μακριά, πολύ μακριά,
ακούγεται η φωνή,
ψηλά πολύ ψηλά λάμπουν τα φώτα
ίσως τα φώτα, που μας έκλεψαν
της πολιτείας που μας έκλεψαν
κι η θύμηση απ’ το τελευταίο λιόγερμα
και τα βουνά, γύρω δικά μας.
Μακριά πολύ μακριά υπάρχεις.
Πρέπει να υπάρχεις.
Σα να μπορώ ν’ αφουγκραστώ το γέλιο σου ξανθό,
Κάποτε όλα θα μαθευτούνε
που θ’ αναλιώσει πάλι το παγωμένο κέντρο της μνήμης
τώρα παντού, "την κατάθεσή μου να θυμάμαι τι είπα στην κατάθεσή μου"
των σπιτιών, των φυλακών, των νόμων,
να λογαριάσουμε τους νεκρούς μας,
να μοιραστούμε τα καινούργια μας τραγούδια.
Κάποτε θα μάθεις κι εσύ τα υπόλοιπα
θα θυμηθείς και εσύ
μακριά, πολύ μακριά, είσαι η ζωή,
θα είσαι μακριά
τότε εγώ δε θα υπάρχω
III
Ο χρόνος παραμορφώθηκε
Τα χρόνια που έρχονται παραμορφώθηκαν.
Ξέρεις πού θα με βρεις
Εγώ ο Φόβος.
Εγώ ο θάνατος.
Εγώ η μνήμη, ανήμερη.
Εγώ η θύμηση της τρυφεράδας του χεριού σου,
εγώ ο καημός της χαλασμένης μας ζωής.
Θα πολιορκώ το "κοίταζε τη δουλειά σου" με τη αγωνία μου.
Θα θρυμματίζω τον ύπνο τους μ’ άσεμνα, φρικιαστικά βεγγαλικά.
Σφαίρες αμέτρητες θα πέφτουν στους αδιάφορους διαβάτες,
ώσπου ν’ αρχίσουν να σφαδάζουν
ώσπου ν’ αρχίσουν ν’ αναρωτιούνται.
Εμένα δε θα μπορούν να με σκοτώσουν.
Όμως θαρρώ, οι μόνοι που ίσως καταλάβουν θα ναι τα παιδιά,
πλούσια απ’ την κληρονομιά μας
πρώτη φορά τα παιδιά
σκληρά στη μνήμη, σκληρά σε μας,
θα διαβάσουν ίσως έγκαιρα
τ’ αδέξια μηνύματα των προτελευταίων ναυαγών
διορθώνοντας τα λάθη,
σβήνοντας τα ψέματα,
ονοματίζοντας σωστά, χωρίς ρομαντισμούς τα παιδιά,
χωρίς αναγραμματισμούς ηλικίας
σημαδεμένα από την αστραπή
τη γνώση της μοναξιάς, της δύναμης
που σε μας άργησε τόσο πολύ να `ρθει.
Κι αν τώρα σε γυρεύω απελπισμένα
στα πελώρια κύματα της αγρύπνιας μου
κι αν τώρα κάθε που ανασαίνω
βγαίνει τ’ όνομά σου
όταν θ’ αρχίσω να γυρίζω στους σκοτεινούς δρόμους του κόσμου
με μόνο μια χούφτα φεγγαρόπετρες να μ’ οδηγούν
τυφλώνοντας τον κόσμο με τις λάμψεις του τρελού γέλιου της καλόγριας
κουφαίνοντας τον κόσμο με τους ήχους της ταράτσας,
με τις κραυγές αυτών που βασανίστηκαν κι αυτών που βασανίζουν
τραντάζοντας τον κόσμο με τη γλώσσα τούτη του θανάτου
ίσως εσύ να `χεις βρει το δρόμο στο δικό σου το λαβύρινθο
ίσως εσύ τότε θα στέκεσαι περήφανο δεντρί,
στο σταυροδρόμι του κόσμου,
μ’ όλους τους ποταμούς να φτάνουν μυστικά στις ρίζες σου,
ίσως τότε τα παιδιά σου,
μαζί μ’ όλα τα παιδιά,
να προλάβουν τον καιρό και τη ζωή
μια στιγμή πριν απ’ το χάος.
Μα πια δε θα `χει μείνει τίποτ’ από μένα
ούτε η τύψη που έμελλε να γίνω
ούτε το άγγιγμά μου στο χέρι σου
ούτε το πιο δικό μου, η γλώσσα μου
μα θα `χω διαλυθεί σ’ όλους τους ποταμούς του κόσμου
θα `χω γράψει τ’ όνομά σου, σ’ όλα τα χιόνια των γκρεμών
ως την άλλη όχθη
και το κορμί μου ίσως νεκρό
μα πάλι ακέριο θ’ αναπαύεται
με γύρω του τη θύμησή σου
και ηλιόλουστη ζωή.
Τετάρτη, Νοεμβρίου 17, 2010
Δευτέρα, Νοεμβρίου 17, 2008
21 - 23 Φεβρουαρίου 1973
.
.
«Και μόνο εσύ θα ξέρεις, μόνο εσύ θα θυμάσαι τα χέρια μου»
Η ταράτσα ! η ταράτσα ! χαράζει στην ταράτσα, ξύπνα ! χαράζει, ξύπνα ! είναι μακριά η έγνοια τώρα του Γαλατικού πολέμου, μακριά η έγνοια de bello civili και χρειάστηκε ως τριάντα ζωές να αντέξει η regina rosas amat , για να φανείς εσύ πονετικά, στα μεγάλα, αντικρυνά παράθυρα.







II.
Τρίτη, Μαΐου 06, 2008
έδωσε ένα post για τον Αλέκο Παναγούλη.
.
.
μου θύμησε πράγματα, που ποτέ βέβαια δεν έχω ξεχάσει...
έτσι, τολμώ κι εγώ, ώρα σκληρή της νύχτας, που είναι.
μόλις γυρισμένη απ' τη δουλειά, μ΄ένα κεφάλι καζάνι,
ΚΑΝΩ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΝΑ ΘΥΜΗΘΩ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ.
μου λείπει μόνο μιά λέξη...
αν κανείς -εκείνων των χρόνων- τη θυμάται, ας την πει να τη συμπληρώσουμε...
Παιδιά σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους
Γυναίκες και άντρες με όπλα στους ώμους
Στο τίμιο λάβαρο πάντα πιστοί
Στη σάλπιγγα πλάϊ που μας προσκαλεί
Σαν θα χτυπήσεις δυό φορές
Κι ύστερα τρεις και πάλι δυό Αλεξαντρέ μου
Θα ρθώ για να σ’ ανοίξω
Θα σου χω φαγητό ζεστό
Θα σου χω ρούχο καθαρό
Γωνιά για να σε κρύψω
Παιδιά σηκωθείτε να βγούμε στοιυς δρόμους
Γυναίκες και άντρες με όπλα στους ώμους
Στο τίμιο λάβαρο πάντα πιστοί
Στη σάλπιγγα πλάϊ που μας προσκαλεί
Σαν θα χτυπήσεις δυό φορές
Κι ύστερα τρεις και πάλι δυό Αλέξαντρέ μου
Θα δω το πρόσωπό σου
Στα χέρια σου χίλιες (λέξη που μου λείπει)
Στα μάτια σου σου χίλιες φωτιές
Μετράνε τον καϋμό σου
Παιδιά σηκωθείτε να βγούμε στοιυς δρόμους
Γυναίκες και άντρες με όπλα στους ώμους
Στο τίμιο λάβαρο πάντα πιστοί
Στη σάλπιγγα πλάϊ που μας προσκαλεί
Όταν χτυπήσεις δυο φορές,
κι ύστερα τρεις και πάλι δυο, Αλέξαντρέ μου,
σκέφτομαι το φευγιό σου
Σε βλέπω σε κελί στενό,
να σέρνεις πρώτος το χορό
πάνω στον θάνατό σου.
Από τη Νομική...
Παρασκευή, Νοεμβρίου 17, 2006

Από τη Νομική...
Signature
Α.Κ.
Τα βράδυα, έκανε κρύο. Μαζεύονταν ο ένας σφιχτά κοντά στον άλλο, καθιστοί , κατάχαμα. Τζήν στυλ καμπάνα... Μπότες, χακί αμπέχωνα, ταγάρια μάλλινα. Τ’αγόρια, μαλλιά μακριά, αφάνες, μούσια. Άφιλτρα gauloises και άσσος σκέτος. Απ’ το πρώτο απόγευμα, τέλειωσε στην καντίνα κι η τελευταία στάλα καφέ, κι η τελευταία σταλιά ζάχαρη. Μετά κι η γόπα, απ’ τον ένα στον άλλο. Εκείνη φοβότανε λίγο. Κι άλλοι θα φοβόνταν. Κανείς δεν το δειχνε. Μετά, κοιμήθηκαν λίγο πάνω στα έδρανα.
Τραγούδησαν όλοι μαζί, να ζεσταθούνε. Αλλόκοτα τραγούδια. Εκεί μέσα τα μαθαν όλα. Η Νομική της σκάλας. Η Νομική του δρόμου. Του τραγουδιού η Νομική. Και της ταράτσας. Κάθε μέρα, στη σειρά οι μέρες. Κάθε πρωί, κάθε απόγεμα, κάθε βράδυ και ξανά κάθε πρωί.
Οι γείτονες, απ’ τη μεριά της Σόλωνος, όροφος δεύτερος ή τρίτος, ποιος θυμάται; το πρωί, να πετάνε πορτοκάλια, απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα. Συσσίτιο, φέτα φέτα το πορτοκάλι. Πάρε εσύ τη μεγαλύτερη φέτα. Εγώ πεινάω πιο λίγο.
Και πού να τα πείς; Πού να τα ουρλιάξεις;
Εκείνος ήταν θαρραλέος. Δυό μέτρα άντρας. Τους έκανε όλους πέρα και τρύπωσε στο νεκροτομείο.
Κι έπειτα, στην πίσω αυλή. «Δε φεύγω από δω, χωρίς εσένα», είπε. «Φύγε μπαμπά», του φώναζε απ' το παράθυρο. . «Δε φεύγω από δω, χωρίς εσένα». Κι εκείνη, που τον αγάπαγε, μάζεψε το κουράγιο της, πήδηξε απ’ το παράθυρο του δεύτερου ορόφου στο περβάζι κι από κει, πάνω στα βαρέλια της πίσω αυλής.
«Έλα, της είπε. Μην τρομάξεις». Την έπιασε σφιχτά απ’ το χέρι. Σταθερά. Μπήκαν στο νεκροτομείο. Κίτρινος άνθρωπος, ξαπλωμένος στο τραπέζι. Νεκρός. Ακίνητος. «Περπάτα!» της είπε, και την έπιασε πιο σταθερά. Μόλις βγήκαν, αυτή κοντοστάθηκε. «Πεινάνε», του είπε ξεψυχισμένα.
Την κοίταζε... Μετά κατάλαβε. Ανηφόρισαν τη Σίνα. Απ’ την κάτω μεριά, η Ακαδημίας ήταν κόλαση. Εκατοντάδες ένστολοι. Ένα τετράγωνο πιο πάνω, μπήκαν σ’ ένα μαγαζάκι. Γέμισε σακούλες μπισκότα και σοκολάτες.
Ξανά πίσω, η ίδια διαδρομή. Ξανά σφιχτά το χέρι. Ξανά το νεκροτομείο. Ξανά ο κίτρινος νεκρός. Ξανά η πίσω αυλή. Τα βαρέλια, το περβάζι, το παράθυρο.
Και πού να τα πείς; Πού να τα ουρλιάξεις;
Κι εσύ, τι σηκώθηκες κι έφυγες; Δενυπάρχει πιά κανείς, να κρατάει σταθερά το χέρι...
Ξαπλωμένοι στα πλακάκια. Με την κοιλιά. Παγωνιά. Σφαίρες αδέσποτες. Νοσοκομειακά. Ουρλιαχτά.
Το τανκ.
Πού να τα πείς; Και ποιος να τα πιστέψει;