Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα journal intime. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα journal intime. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Οκτωβρίου 14, 2018


Είδα στο


Την ψηφιακή έκθεση :

Αποκατάσταση του Ιερού κουβούκλιου


Στον Ναό της Αναστάσεως, στην Ιερουσαλήμ



Το μνημείο και το έργο


Επιμέλεια έκθεσης :
Διεπιστημονική ομάδα
του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου
και
National Geographic Society


Καλή και κατατοπιστική έκθεση !
Να την δείτε!






Κυριακή, Δεκεμβρίου 06, 2015




Λίγο
από την ποίηση
του Χρήστου Αναγνωστόπουλου


Σ’ ευχαριστώ που μ’ ανάθρεψες, με τους
λεπτούς τρόπους των μυστικών.


22.5
τότε σ’ αγάπησα περισσότερο, κείνες τις
λίγες φορές που μιλούσες ελάχιστα κι η
κουβέντα σου απ’ την ήττα είχε πάρει, της προσευχής.


31.5
περνώ από τα πράγματα, όπως το παιδικό
κεφαλάκι από τα χέρια που το βλογούν :
τα δέχομαι όλα.












PABLO NERUDA
.
λίγοι στίχοι (αποσπάσματα)
από τα


ΕΙΚΟΣΙ ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

8.




Μ' αρέσει άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία
κι ενώ μεν απ' τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δε σε φτάνει.
…………………………………..


Κι όπως τα πράγματα όλα ποτισμένα είναι από την ψυχή μου,
έτσι αναδύεσαι κι εσύ μες απ' τα πράγματα,
ποτισμένη απ' τη δική μου ψυχή.
Του ονείρου πεταλούδα, της ψυχής μου εσύ της μοιάζεις έτσι,
σαν όπως μοιάζεις και στη λέξη μελαγχολία, καθώς ηχεί.

Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτιά.
Κι άμα κλαις μου αρέσεις,
απ' την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απ' τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ' αγγίξει.
Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας
μες στη δική σου σιωπή.

……………………………..


Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία.
Μακρινή κι απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα.
Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο - μου αρκεί
για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα.





Δευτέρα, Νοεμβρίου 17, 2014





Θα πολιορκώ το

"κοίταζε τη δουλειά σου"

με την αγωνία μου !



ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ
(ολόκληρο το ποίημα) *
.           Ποίηση: Ρένα Χατζηδάκη – Μαρίνα
1943 – 2003
Μουσική : Μ. Θεοδωράκης

Καθώς το παιδί,
που σημαδεύεται απ' την πρώτη γνώση της μοναξιάς,
ο καιρός κι η απαντοχή θα κάνουνε συντρίμμια την καρδιά μου
και θα χω χάσει για πάντα τους δρόμους, τους δρόμους μου
σαν θα μ ανοίξουνε να βγω από δω

Θα γυρίζω γυρεύοντάς σε παντού
Σε ισοπεδωμένα τοπία
Στα κομματάκια εκείνου του καθρέφτη
στις σπαταλημένες ματιές
Να βρω ξανά το πρόσωπό σου, την καρδιά μου γυρεύοντας
Και θα μιλω και θα μιλώ τούτη τη γλώσσα
Που ήταν κάποτε δική μας
Που ήταν κάποτε το μόνο δικό μας που μας είχε απομείνει
Μέσα στους ίσκιους των νεκρών χρωμάτων, των νεκρών εικόνων
Όταν οι νύχτες μας ήσαν απλά επεισόδια της μεγάλης νύχτας
που έφτασε πριν τόσον καιρό
πώς να μετρήσω τον καιρό εδώ μέσα
τις σεληνιακές σου διαλείψεις, τα αστρικά σου πηδήματα
Πώς να μετρήσω την πορεία μου τεθλασμένη,
την απρόβλεπτη τροχιά της απουσίας σου
μέσα σε τούτο το αμείλικτο διαστημόπλοιο
μες την καρδιά της πόλης που ήταν κάποτε δική μας
και τώρα την εξουσιάζουνε τα τανκς.

Επτάπυλο το χάος, στεγανό,
Πολιορκημένο με το φόβο με τα χίλια πρόσωπα
Οι φωνές των ανιάτων κοπάζουν κάθε βράδυ στις πεντέμιση
Οι σειρήνες λεηλατούν κάθε βράδυ τη σιωπή
Οι κοιμισμένοι κάθε βράδυ ανεξιχνίαστοι νεκροί
Και πάλι, πάντα πού να ναι τα χέρια σου, η φωνή σου, πού ;
Θ αντέξουν κι απόψε τα τοιχώματα ή θα χυμήξει το σκοτάδι ;

Πώς να μετρήσω; Πώς να μετρήσω; Πώς να μετρήσω ;




Καθώς η πρώτη γνώση της μοναξιάς, που σημαδεύει έφηβο κιόλας το παιδί
Η απουσία σου, η απουσία σου καρφώθηκε μαχαίρι κατακόρυφο στο χωροχρόνο μου,
άνοιξε από παντού ξετρελαμένα στόματα, ξετρελαμένα στόματα η ασχήμια,
που ενεδρεύει να με καταβροχθίσει
ο πληγωμένος χρόνος σπαρταράει, σπαρταράει
μ’ αφύσικα τινάγματα
η μελλοθάνατη ειμ’ εγώ
και γύρω μου παντού, καταμεσίς , κατάστηθα
το χάος στην καρδιά μου,
αιμόσυρτες οι τροχιές
από την αθωότητα στο φόνο,
κι απ’ το φόνο στην τύψη, στο μοιρολόι
κι από κει στον άλλο φόνο.


Πώς να τραγουδήσω; Πώς να τραγουδήσω ; Πώς να τραγουδήσω ;
Κι η φωνή μου που αγαπούσες μαχαιρωμένη.
Φύκια των ουρανών μες την αγρύπνια, τα μαλλιά μου που αγαπούσες
τα χέρια μου πλοκάμια απελπισμένα κι όπου κι αν ψάξω δε σε βρίσκω πιά
Τετράγωνα κομμάτια σκοταδιού πίσω απ τα σίδερα
η Ρωμιοσύνη προδομένη. Η προδοσία μαχαίρι στην καρδιά
το πληγιασμένο φως μετά τις 10,
οι θόρυβοι ανεξήγητοι, οι ανάσες.
Η δίχως νόημα θυσία,
η πολιορκία, η απουσία, το τσιγάρο του φρουρού
Και θα μιλώ και θα μιλώ και θα μιλώ μονάχα τούτη τη γλώσσα.

.
"Πώς άλλαξε αυτό το παιδί",
θα λένε οι άλλοι,
κοιτώντας με με το μοναδικό μάτι του τουρίστα Κύκλωπα
ζητώντας μου να τους μιλήσω για ήρωες
κοιμώντας οι άλλοι, τις δαιδαλικές νύχτες,
που θα ουρλιάζει από παντού η προδοσία,
σκεπάζοντας τα τανκς, τα αεροπλάνα, το φόβο,
το βήμα του φρουρού τις νύχτες, τις νύχτες χωρίς εσένα
και θα ουρλιάζει η προδοσία από παντού
και θα ουρλιάζουνε τα συντρίμμια της καρδιάς μου,
σκορπισμένα σαν τα παιδιά της …………..
απ’ τα πέρατα της γης και της απόγνωσης
γιατί και σένα θα σ’ έχω χάσει
στο κινούμενο σκοτάδι
όπως κι εμένα,
όπως και τον αγώνα,
που θα ταν δύσκολος, αλλά ωραίος
κι ήρθε να γίνει σαπισμένο σταφύλι

Χωρίς εσένα, πώς;
Χωρίς εσένα, πώς;
Χωρίς εσένα, πώς;



Σαν την πρώτη μοναξιά,
που η γνώση της χαράζει για πάντα το παιδί
το σώμα μου θα διαλυθεί
τα κύτταρά μου ένα προς ένα θ’ αποσυντεθούν,
μέσα σε τούτο το κρεβάτι του Προκρούστη, τον καιρό,
το σώμα μου ηλιακή κηλίδα, θα εκραγεί,
γράφοντας τ’ όνομά σου σ’ όλους τους ουρανούς,
τα κύτταρά μου, ένα προς ένα θα κινήσουν να μπολιάσουν τους ανθρώπους
με την ηλικία της οδύνης,
με το μαβί καπνό του δειλινού πίσω από τα σίδερα.
Θα στείλω τα όνειρά μου να ταράξουν το νοικοκυρεμένο ύπνο τους.
Θα στείλω το φόβο να φωλιάσει στις ανύποπτες καρδιές τους,
κι όταν θα ρθει η υπάλληλος για καταμέτρηση
δραπέτευσε, θα πουν οι άλλοι,
παρεξηγώντας τον θάνατό μου.
Και μόνο εσύ θα ξέρεις
μόνο εσύ θα θυμάσαι τα χέρια μου,
το θολό παράπονο του σκυλιού έξω από τη φυλακή,
τις κραυγές των παιδιών πάνω στην ταράτσα
την απόγνωση του κινέζικου πορτρέτου,
τα ελληνικά αινίγματα
"τι είν’ αυτό που ανεβαίνει με τα πόδια, και το κατεβάζουνε με κουβέρτα"
μόνο εσύ θα ξέρεις πώς, πού χάθηκε το κορμί μου,
τι έγινε η φωνή μου,
τι η αγρύπνια μου,
τι ήχους έχει ο φόβος
κι η απόγνωση τι πρόσωπο.
Θεέ μου τι να γίνηκαν του κόσμου οι αντρειωμένοι;
Μονάχα εσύ θα ξέρεις
Μονάχα εσύ θα ξέρεις
Μονάχα εσύ θα ξέρεις
εγώ θα μιλώ τούτη τη γλώσσα.



ΙΙ

Μακριά, πολύ μακριά,
ακούγεται η φωνή,
ψηλά πολύ ψηλά λάμπουν τα φώτα
ίσως τα φώτα, που μας έκλεψαν
της πολιτείας που μας έκλεψαν
κι η θύμηση απ’ το τελευταίο λιόγερμα
και τα βουνά, γύρω δικά μας.
Μακριά πολύ μακριά υπάρχεις.
Πρέπει να υπάρχεις.

Σα να μπορώ ν’ αφουγκραστώ το γέλιο σου ξανθό,
πίσω απ’ τους λεκιασμένους τοίχους.
Κάποτε όλα θα μαθευτούνε
που θ’ αναλιώσει πάλι το παγωμένο κέντρο της μνήμης
τώρα παντού, "την κατάθεσή μου να θυμάμαι τι είπα στην κατάθεσή μου"
και θα ξανάρθουνε τα χρώματα ίσως
κάποτε που θ’ ανοιχτούν οι πόρτες των τάφων,
των σπιτιών, των φυλακών, των νόμων,
να λογαριάσουμε τους νεκρούς μας,
να μοιραστούμε τα καινούργια μας τραγούδια.
Κάποτε θα μάθεις κι εσύ τα υπόλοιπα
θα θυμηθείς και εσύ
μακριά, πολύ μακριά, είσαι η ζωή,
θα είσαι μακριά
τότε εγώ δε θα υπάρχω


III

Ο χρόνος παραμορφώθηκε
Τα χρόνια που έρχονται παραμορφώθηκαν.
Ξέρεις πού θα με βρεις
Εγώ ο Φόβος.
Εγώ ο θάνατος.
Εγώ η μνήμη, ανήμερη.
Εγώ η θύμηση της τρυφεράδας του χεριού σου,
εγώ ο καημός της χαλασμένης μας ζωής.

Θα πολιορκώ το "κοίταζε τη δουλειά σου" με τη αγωνία μου.
Θα θρυμματίζω τον ύπνο τους μ’ άσεμνα, φρικιαστικά βεγγαλικά.
Σφαίρες αμέτρητες θα πέφτουν στους αδιάφορους διαβάτες,
ώσπου ν’ αρχίσουν να σφαδάζουν
ώσπου ν’ αρχίσουν ν’ αναρωτιούνται.
Εμένα δε θα μπορούν να με σκοτώσουν.
Όμως θαρρώ, οι μόνοι που ίσως καταλάβουν θα ναι τα παιδιά,
πλούσια απ’ την κληρονομιά μας
πρώτη φορά τα παιδιά
σκληρά στη μνήμη, σκληρά σε μας,
θα διαβάσουν ίσως έγκαιρα
τ’ αδέξια μηνύματα των προτελευταίων ναυαγών
διορθώνοντας τα λάθη,
σβήνοντας τα ψέματα,
ονοματίζοντας σωστά, χωρίς ρομαντισμούς τα παιδιά,
χωρίς αναγραμματισμούς ηλικίας
σημαδεμένα από την αστραπή
τη γνώση της μοναξιάς, της δύναμης
που σε μας άργησε τόσο πολύ να `ρθει.

Κι αν τώρα σε γυρεύω απελπισμένα
στα πελώρια κύματα της αγρύπνιας μου
κι αν τώρα κάθε που ανασαίνω
βγαίνει τ’ όνομά σου
όταν θ’ αρχίσω να γυρίζω στους σκοτεινούς δρόμους του κόσμου
με μόνο μια χούφτα φεγγαρόπετρες να μ’ οδηγούν
τυφλώνοντας τον κόσμο με τις λάμψεις του τρελού γέλιου της καλόγριας
που κρατούσε τα κλειδιά,
κουφαίνοντας τον κόσμο με τους ήχους της ταράτσας,
με τις κραυγές αυτών που βασανίστηκαν κι αυτών που βασανίζουν
τραντάζοντας τον κόσμο με τη γλώσσα τούτη του θανάτου
ίσως εσύ να `χεις βρει το δρόμο στο δικό σου το λαβύρινθο
ίσως εσύ τότε θα στέκεσαι περήφανο δεντρί,
στο σταυροδρόμι του κόσμου,
μ’ όλους τους ποταμούς να φτάνουν μυστικά στις ρίζες σου,
ίσως τότε τα παιδιά σου,
μαζί μ’ όλα τα παιδιά,
να προλάβουν τον καιρό και τη ζωή
μια στιγμή πριν απ’ το χάος.

Μα πια δε θα `χει μείνει τίποτ’ από μένα
ούτε η τύψη που έμελλε να γίνω
ούτε το άγγιγμά μου στο χέρι σου
ούτε το πιο δικό μου, η γλώσσα μου
μα θα `χω διαλυθεί σ’ όλους τους ποταμούς του κόσμου
θα `χω γράψει τ’ όνομά σου, σ’ όλα τα χιόνια των γκρεμών
θα χω διασχίσει το σκοτάδι που φοβόμουνα,
ως την άλλη όχθη
και το κορμί μου ίσως νεκρό
μα πάλι ακέριο θ’ αναπαύεται
με γύρω του τη θύμησή σου
και ηλιόλουστη ζωή.



* μου λείπει από το ποίημα μία λέξη.
μου διαφεύγει...






Παρασκευή, Αυγούστου 15, 2014

Λίμνη Κορισσίων - Χαλικούνας


Λίμνη Κορισσίων - Χαλικούνας
- καταφύγιο άγριας ζωής -
photos 
quartier libre
η περιοχή βρίσκεται νοτιοδυτικά, στο νησί της Κέρκυρας.
πρόκειται γιά ένα αληθινό μνημείο της φύσης και έχει χαρακτηρισθεί 
"Ζώνη ειδικής προστασίας της ορνιθοπανίδας".


αρμυρίκια, καλαμιές








καταφεύγουν εδώ η χερσοχελώνα,
η ευρωπαϊκή νεροχελώνα
καθώς και η χελώνα της Κασπίας



έχουν παρατηρηθεί 126 είδη πουλιών :
κορμοράνοι, σφυριχτάρια, αργυροτσικνάδες, φλαμίνγκος, πάπιες, χιλιάδες πεταλούδες κ.ά.





Χαλικούνας



άσπρα κρίνα της άμμου κι άγριες ορχιδέες
στους αμμόλοφους








κέδροι της θάλασσας



αμμόλοφοι και θαλασσόκεδρροι




η θάλασσα πέρα απ' τους αμμόλοφους...






στην περιοχή βρέθηκαν σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα !




παραλία ερημική κι ατελείωτη !

















κέδροι θαλασσινοί






ακριβείς και εξαιρετικές πληροφορίες γιά την περιοχή λίμνης Κορισσίων - Χαλικούνα βρήκα εδώ :



ορισμένα στοιχεία από αυτά, θαλασσόκεδρους στους αμμόλοφους, αρμυρίκια, λευκά κρίνα, άγρια ορχιδέα, χρωματιστές πεταλούδες, φλαμίνγκος κ.ά., τα έχω διαπιστώσει με τα ίδια μου τα μάτια, καθώς επισκέπτομαι την περιοχή μιά φορά τον χρόνο, επί 20 συνεχή χρόνια...

διαβάζω ακόμη το εξής :





"Ο οικολογικός και αρχαιολογικός θησαυρός της λιμνοθάλασσας Κορισσίων πρόκειται να ........... "αξιοποιηθεί". Συγκεκριμένα, η περιοχή «Ίσσος», έκτασης 1.788 στρεμμάτων, η οποία ταυτίζεται με τον «Νήσο» της λιμνοθάλασσας Κορισσίων, έχει παραχωρηθεί στο ΤΑΙΠΕΔ για να εκποιηθεί. Μια περιοχή που θα έπρεπε να χαρακτηριστεί ως διατηρητέο Μνημείο της Φύσης και να προστατεύεται, πρόκειται να παραχωρηθεί προς εκμετάλλευση στα χέρια ιδιωτών. Οι κάτοικοι με πρωτοβουλίες και δράσεις προσπαθούν να διασώσουν την περιοχή, ώστε να παραμείνει δημόσια γη."







κι εγώ, εθυμήθηκα εκείνον τον σπουδαίο λόγο :

" Πουλάς Ελλάδα, Μακρυγιάννη ; "

Εγώ, στην άθλιαν κατάστασίν μου, τους λέγω : 
"Αδελφοί, με αδικείτε.
Ελλάδα δεν πουλάω, νοικοκυραίγοι μου ! "







να είμαστε πάντα σε εγρήγορση...
οι καιροί δεν είναι καλοί...







Δευτέρα, Ιουλίου 14, 2014

λίγη καλοκαιρινή θάλασσα του ' 14
photos
quartier libre




περβόλια με ξυνά !







 η χρυσόμυγα και η κοντούλα !


 το καρπούζι παγώνει σύμφωνα με την τελευταία εξέλιξη στην τεχνολογία ψύξης !






το θέατρο στην αρχαία Αιγείρα


 σκαλιστό μέσα στην πέτρα !


.

.


ο ήλιος βασιλεύει



ο ήλιος ξημερώνει



και λίγη καλοκαιρινή ανεμελιά...


















Πέμπτη, Ιουνίου 19, 2014

  Οδυσσέας Ελύτης

από

"Τὸ Φωτόδεντρο καὶ ἡ δέκατη τέταρτη Ὀμορφιά"

 

"Μ᾿ ἕνα τίποτα ἔζησα
Μονάχα οἱ λέξεις δὲ μοῦ ἀρκούσανε
Σ᾿ ἑνὸς περάσματος ἀέρα
ξεγνέθοντας ἀπόκοσμη φωνὴ τ᾿ αὐτιά μου
φχιὰ
φχιοὺ φχιού
ἐσκαρφίστηκα τὰ μύρια ὅσα
Τί γυαλόπετρες φοῦχτες
τί καλάθια φρέσκες μέλισσες καὶ σταμνιὰ φουσκωτὰ ὅπου
ἄκουγες βββ νὰ σοῦ βροντάει ὁ αἰχμάλωτος ἀέρας.
Κάτι
Κάτι δαιμονικὸ μὰ ποὺ νὰ πιάνεται σὰν σὲ δίχτυ στὸ σχῆμα τοῦ Ἀρχαγγέλου
Παραλαλοῦσα κι ἔτρεχα
Ἔφτασα κι ἀποτύπωνα τὰ κύματα στὴν ἀκοὴ ἀπ᾿ τὴ γλώσσα
- Ἔ καβάκια μαῦρα, φώναζα, κι ἐσεῖς γαλάζια δέντρα τί ξέρετε ἀπὸ μένα;
- Θόη θόη θμός
- Ἔ; Τί;
- Ἀρίηω ἠθύμως θμὸς
- Δὲν ἄκουσα τί πράγμα;
- Θμὸς θμὸς ἄδυσος
Ὥσπου τέλος ἔνιωσα
κι ἂς πᾶ᾿ νὰ μ᾿ ἔλεγαν τρελὸ
πῶς ἀπό ῾να τίποτα γίνεται ὁ Παράδεισος."



ετούτη, θε να ναι
η αισιόδοξη μεριά της ζωής ! 



 


Σάββατο, Φεβρουαρίου 01, 2014




Είμαστε αλάνια, 
διαλεχτά παιδιά μέσα στην πιάτσα
και δεν την τρομάζουν οι φουρτούνες τη δική μας ράτσα













Κυριακή, Ιανουαρίου 26, 2014



Eliot, Thomas Stearns, 1888-1965 *


Απόσπασμα από την "Έρημη χώρα" (1922)

Μετάφραση Γιώργος Σεφέρης (1936)



"Συ ! hypocrite lecteur ! – mon semblable, - mon frère !" 

 .
όλες οι φωτογραφίες 
αυτού του post 
είναι τραβηγμένες από την quartier libre


 Β΄. ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ

 
Το Κάθισμα όπου κάθονταν, σα στιλβωμένος θρόνος,

Έλαμπε στο μάρμαρο, όπου ο καθρέφτης

Που βάσταζαν κοντάρια πλουμισμένα με κλήματα



Όθε ξεμύτιζε ένας χρυσός Ερωτιδέας


 ( Με τη φτερούγα σκέπαζε τα μάτια του άλλος ένας ) 



Ζευγάρωνε φλόγες από εφτάκλωνους κεροστάτες

Αντιφεγγίζοντας το φως επάνω στο τραπέζι ενώ

Των κοσμημάτων της η λάμψη ορμούσε να το συναντήσει,

Πλούσια ξεχειλίζοντας σε θήκες μεταξωτές.



Σε φιάλες από φίλντισι και χρωματιστό γυαλί

Ξεβούλωτες, ενέδρευαν τ’ αλλόκοτα συνθετικά μυρωδικά της,


Υγρά, σε σκόνη, ή σ’ αλοιφή – σκοτίζανε, συγχύζανε

Και πνίγανε την αίσθηση με αρώματα· ερεθισμένα απ’ τον αγέρα

Που έμπαινε δροσερός απ’ το παράθυρο, τούτα ανεβαίναν

Παχαίνοντας τις τεντωμένες φλόγες των κεριών,


Ρίχνανε τον καπνό τους στα λακουεάρια,**
Ξυπνώντας τα στολίσματα στο φατνωτό ταβάνι.


Πελώρια ξύλα πελαγίσια ταγισμένα μπακίρι

Έκαιγαν πράσινα και πορτοκαλιά, με πέτρα πολύχρωμη πλαισιωμένα,



Και στο θλιμμένο τούτο φως ένα δελφίνι σκαλισμένο κολυμπούσε.




Πάνω απ’ τ’ αρχαίο το τζάκι παρουσιάζονταν

Λες κι άνοιγε παράθυρο σε μιαν υλαία σκηνή



Η μεταμόρφωση της Φιλομήλας, της χαλασμένης τόσο βάναυσα




Από το βάρβαρο βασιλέα· κι όμως εκεί τ’ αηδόνι

Την έρημο όλη γέμιζε μ’ απαραβίαστη φωνή


Κι ακόμη φώναζε κι ακόμη ο κόσμος κυνηγάει,
«Γιακ, γιακ» σε βρώμικα αυτιά.

Κι άλλες ακόμη ρίζες μαραμένες των καιρών

Ήταν στον τοίχο ιστορισμένες· προσηλωμένα σχήματα

Σκύβαν, δηλώνοντας τη σιωπή στην περίκλειστη κάμαρα.

Πατήματα σερνόντουσαν στα σκαλοπάτια.

Κάτω απ’ το φέγγος της φωτιάς, κάτω απ’ τη βούρτσα, η κόμη της

Άπλωνε πύρινες ακίδες

Έλαμπε με λόγια, Κι ύστερα έπεφτε σε μιαν άγρια γαλήνη.




«Τα νεύρα μου είναι άσχημα σήμερα βράδυ.
Ναι, άσκημα. Μείνε μαζί μου.

Μίλησέ μου. Λοιπόν ποτέ σου δε μιλάς; Μίλησε.

Τι συλλογίζεσαι τώρα; Τι συλλογιέσαι; Τι;

Ποτές δεν ξέρω τι συλλογίζεσαι. Συλλογίσου».









* Νόμπελ Λογοτεχνίας [1948]

** τα Laquearia είναι φατνώματα.  
Ταβάνια, που έφτιαχναν οι Λατίνοι με σανιδωτά χωρίσματα και τα διακοσμούσαν με ελεφαντόδοντο ή τα ζωγράφιζαν.

- σημείωση Q.L. :


στην Αινειάδα, βιβλίο VIII, ο Βιργίλιος λέει : 
"erigitur summique ferit lacuaria tecti" 
γαλ. μτφρ : 
se reflétant aux plafonds ouvragés d'une haute demeure.