Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα poemes. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα poemes. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Μαΐου 05, 2011

.
Δώρο ασημένιο ποίημα
Ο.Ε.
signature
a.k.
.

Χωμένη ως το λαιμό βαθειά , στο πέλαγο.

Γιατί, τίποτα λιγότερο δεν είν’ ετούτο, από ένα πλατύ, ανοιχτό πέλαγο...

Η οδός της άνοιξης που διανύουμε, φέρει τον πελαγίσιο αριθμό «εννέα».

Εννέα φορές εγύρισε μες στον καιρό ο πελαγίσιος Μάϊος

Ημέρες, δύο χιλιάδες οκτακόσιες εξήντα πέντε, πελαγίσιες κι αυτές, στον κύκλο εγύρισαν.

Νύχτες ομοίως.

Προσθέτουμε τη μέρα τη δίσεκτη.

Και τη νύχτα.

Ελληνικοί ήλιοι δύο χιλιάδες οκτακόσιοι εξήντα πέντε. Και φεγγάρια.

Μισοφέγγαρα, φεγγάρια χάρτινα, ολόγιομα φεγγάρια, φεγγάρια ασέληνα, όπως εκείνο της έκλειψης στο μπαλκόνι της Άννας, 2007 Κυριακή, τέσσερις Μάρτη.

Δύο χιλιάδες οκτακόσιες εξήντα πέντε βροχές, ίδιες λιακάδες, συν μία δίσεκτη.

Κι έπειτα, τας γλώσσας των ανθρώπων ελάλησα, προσευχή τη ζωή έκαμα, λειτουργιά με σαξόφωνα, άριες, μαντολίνα, τρομπέτες βυζαντινές και τύμπανα.

Aπελπισίες, θυμοί, παράπονα, σαν το παράπονο της παπαρούνας ή σαν της Μέκκας το παράπονο «Μέκκα, εκεί είσ’ ακόμα; Νησιά με κοράλλια κι οάσεις, υπάρχετε ακόμα; Και σκόνη κίτρινη και φούρνοι στη γη σαν πηγάδια, δε θα σας ξαναδώ;»

Κι έπειτα όρη μετακινήθησαν, φυτείες από κόκκους σινάπεως εσπάρθηκαν στο χρόνο μέσα πολλές φορές, έρμα νησιά σημαδεύτηκαν στις θάλασσες, χαρτογραφήθηκαν τα είδη ψαριών brachidontes, pteragogus, sargocentron, pelagicus, forskoehlii (κοχύλι, που θυμίζει τη Σεφέρεια Κίχλη), leiognathus, lagocephalus, chrysotaenia, siganus, luridus, stephanolepis diaspros, erythraeus, atherinomorus, elopsoides, hemiramphus, όστρακα σκληρά άνοιξαν διάπλατα, οι αμνοί ημέρεψαν τα τσακάλια.

Το ωραίο ταξίδι της ζωής, συνεχίζει.

.

.

.

.

.


Δευτέρα, Μαΐου 18, 2009

signature
a.k.
.
.
Γυναίκα από σίδερο
Τόσο ευάλωτη μες στην παλάμη του θεού
Τόσο εύθραυστη μες στην παλάμη σου
Τόσο ραγισμένη μέσα στο στόμα σου
Μαγκωμένη στο έρκος των οδόντων σου
Διαλυμένη στο οξύ απ' το σάλιο σου
Κρυμμένη κάτω απ' τις λέξεις σου,
απ' τα σύμφωνά σου, απ' τα φωνήεντα,
τα ερωτηματικά σου,τις τελείες, τ' αποσιωπητικά, τα κόμματα
.
Γυναίκα εύθραυστη
αγέρας κι υποψία
στα επιφωνήματά σου,
στο χαμηλό σου γέλιο, τον στεναγμό σου,την ανάσα,το ρουθούνισμα
.
Γυναίκα από σίδερο
- ρινίσματα κολλημένα κατάσαρκα στο σώμα σου
στο στήθος σου επάνω αριστερά
φτιάχνουνε κίτρινο αστέρι
.

ανήμερο
.
.
.
.
.

Πέμπτη, Μαΐου 14, 2009

βγήκαν οι κρίνοι !
ετούτοι εδώ, απόγονοι,
από πολλές πολλές γενεές !
.



.
βγήκαν κι οι κόκκινες πιπερίτσες !
.








.
.
.
.
.
.
.
Signature
a.k.
.
.
Παρατηρώντας
τις κόκκινες πιπερίτσες, στη γλάστρα
.
.
Αγγίζεις με τα δάχτυλα τις πιπερίτσες. Κόκκινες, πώς ξεφύτρωσαν στην γλάστρα;
Τις χάϊδεψε ο πηλός, δεν εξηγείται. Τις ξελόγιασε. Κοντά του τις περιμάζεψε. Στο αφράτο χώμα του, χουχουλιαστά. Κι αυτές καμαρωτές, στο ντροπαλό της αγάπης χρώμα, περηφανεύονται, του σειόνται , του λυγιόνται τώρα, τάχα μου ανεξάρτητες, ελεύθερες τάχα, κόκκινες, καυτερές, δυνατές, θέλουν φεύγουν, θέλουν μένουν.
Μα οι ρίζες βαθειά φυτρωμένες στο χώμα , στου πηλού το χώμα, σ’ εκείνο το αφράτο, που βλάστησαν και θέριεψαν, κι άνοιξαν άνθη.
Το ξέρουν, θα μαραθούν αν κάνουν να ξεμυτίσουν.
.
.
.
.
.
.
.
signature
a.k.
.
.
Τι θέλεις να σου χαρίσω ;
Θέλεις να σου χαρίσω τον κοντυλοφόρο μου με τις παλιές πένες ; θέλεις το μπουκαλάκι το μελάνι, bleu de la pervenche, που αγόρασα, με τι χαρά, στην Landstrasser!; θέλεις το στουπόχαρτό μου, με το ξύλινο, μαύρο του χερουλάκι ; θέλεις εκείνο το παλιό βιβλίο που αγαπούσαμε, για τον Μίμη και την Άννα ; θέλεις τους τόμους την Αγία Γραφή της Φωτεινής, στη μετάφραση των Εβδομήκοντα ; θέλεις τα μικρά, αρχαία μου θραύσματα, απ’ τα μελανόμορφα αγγεία ;
πες μου, τι θες, να το φέρω στα χέρια σου.
πες μου, τι θες, για να ρθεις πάλι πίσω.
τις αχιβάδες μου θέλεις ; την πορσελάνινη κούπα της Βρετάνης, τη γεμισμένη κοχύλια του Ατλαντικού ; τα σκαλιστά μαρμαράκια, απ’ το παλάτι της Αμφίπολης; πες μου τι θες να σου χαρίσω, για να ρθεις πάλι πίσω...
ό, τι θες !
θέλεις τα Τούρκικα καδράκια με το πενάκι και τη σινική ; θες τα κοράλια, που έβγαλα απ’ την Ερυθρά ; θες τη μπουρού, που ακούω τις νύχτες τους ήχους της θάλασσας ; θες τα κουφάρια των αχινών μου ; τις άσπρες κροκάλες μου ;
πες μου τι θες, να σου το φέρω, για να ρθεις πάλι πίσω...
δεν ξέρω τι θα σ’ άρεσε, για να σε κάνει να ρθεις πίσω...
ένας παλιός δίσκος βινύλιο, η Καταχνιά του Λεοντή ; τα Τραγούδια της Εξορίας ; η Κατάσταση Πολιορκίας ; η φωνή της δεκαοχτούρας, μέσα στα πεύκα το ξημέρωμα ; οι Ωδές του Κάλβου ; αυτά είν’ εμένα τα πολύτιμά μου...
αυτά είν’ εμένα τα πολύτιμά μου... αυτά και η έρημη καρδιά...
δεν έχω τίποτ’ άλλο να σου φέρω. μιάν έρημη καρδιά, κι αυτά μονάχα...
κι έχω μια θλίψη ! γιατί δεν ξέρω αν φτάνουν αυτά, για να σε φέρω πίσω...
.
.
.
.
.

Κυριακή, Μαΐου 03, 2009

Αντιγραφή
από τις "σελίδες ημερολογίου της Φωτεινής",
έτους 2003.

.
.

«Δεν ξέρω τι να κάνω. Δεν ξέρω πώς να το κάνω. Φοβάμαι. Τρέμω. Τρέμουν σα φύλλα σε καταιγίδα τα μέσα μου. Ακούς, της ζωής μου αγέρα ; ΦΟΒΑΜΑΙ το φύσημά σου.
Φοβάμαι ! Δεν γίνεται εσύ να μην καταλαβαίνεις... δεν γίνεται να με νογάς για ατρόμητο πλάσμα, εσύ ! οι άλλοι ναι, όχι εσύ !
Ξέρω , εσύ γνωρίζεις... ξέρω , εσύ μπορείς και βλέπεις μέσα, πάρα μέσα, πάρα μέσα βαθειά, το παιδί που κρύβεται μέσα... εκείνο εκεί το παιδί, με τα «χελιδόνια, πετάτε ψηλά !», εκείνο με τα νυχτέρια στην αρχαία ταράτσα, εκείνο με τις πληγές στο στήθος, εκείνο με την αγάπη, τη θλίψη και τη συντριβή του εγωϊστή γίγαντα, εκείνο με τις τριανταφυλλιές, τα χώματα και τη λασπουριά, εκείνο το παιδί της ερημίας του πλήθους, εκείνο, που χρόνια πριν, είπε «άσχημη κάμπια είμαι και με κάμνεις λαμπερή πεταλούδα», εκείνο το παιδί στρείδι, που χουχούλιασες εσύ πρώτα στη χούφτα σου, εκείνο που εσύ το έμαθες να κλαίει, εκείνο που εσύ του έδωσες τα πρώτα του μολύβια να γράφει. Εκείνο.
Που άλλοτε, δίχως να θέλεις το παραγνώρισες. Που κλάψατε μαζί, γι αυτό. Εκείνο, που εσύ το παρηγόρησες. Εκείνο, που σαν σε ήβρε, είπε «μένω ακίνητο στη γωνιά μου και περιμένω». Και περιμένει. Περιμένει, ακούς, αγέρα ; Ακούς, νύχτα, εσύ ; Ακούς κι εσύ, ζωή ;
Ρούπι δεν κάνει αυτό, χωρίς εσένα, ακούς ; Λιβάδια σινάπεως μαζί φυτέψατε και στης αγάπης την έρημο σκάψατε πηγάδια.
Εσύ δάσκαλος, σε πράματα μαγικά και θάματα !
Τα λόγια και η σοφία του κόσμου των ανθρώπων. Το τρυφερό sexteto. Το oboe, το ukalili, το fagot.
Το Άσμα των Ασμάτων , το Μονόγραμμα, το e di carta la luna.
Εσύ καπετάνιος στα ταξίδια όλα. Στεριές και θάλασσες. Βουνά, τόποι με ηλιοτρόπια και χρυσάνθεμα, πάλι θάλασσες κι άλλα βουνά
Πες, όχι πες, μια μέρα, που το παιδί αρνήθηκε να ρθεί μαζί σου στο ταξίδι.
Ψάξε να βρεις μια μέρα ή μια νύχτα ! Δε θα βρείς ! Ταχυδρομεία φτερωτά και μικροί, στρουμπουλοί έρωτες πετάνε πάντα στις δυό κατευθύνσεις. Ο αρχάγγελος παραστέκει.
Πες, όχι πες, μια μέρα που το παιδί αρνήθηκε να μπει στην ιερουργία.
Ψάξε να βρεις μια μέρα ή μια νύχτα ! Δε θα βρείς ! Λιβάνι του Taif και του Μπαχρέϊν χρυσός , κοράλλια σε ύδωρ ερυθρό στις παλάμες σου και νήμα λινό και μετάξι. Ο αρχάγγελος παραστέκει.

Δεν ξέρω πιά τι να κάνω, αγέρα μου. Δεν ξέρω πώς να το κάνω. Φοβάμαι. Τρέμω. Τρέμουν σα φύλλα σε καταιγίδα τα μέσα μου. Ακούς, της ζωής μου αγέρα ; Φοβάμαι, μην κάποτε αποκάμεις, και σκεφτείς μακριά να φύγεις.»
.
.
.
.
.
.
.


Σάββατο, Απριλίου 25, 2009

just a thought...
.
.
.
These people...
.
Ετούτοι οι άνθρωποι, Κύριε, γέλαγαν κάποτε. Όμως, για να γελάν οι άνθρωποι με κοσμιότητα και ομορφιά, πρέπει κάποια στιγμή στη ζωή να έχουν πρώτα καταφέρει οι ίδιοι να δακρύσουν.
Εκτός, αν το ζητούμενο δεν είναι η ομορφιά...
Ή εκτός, αν τα θλιμμένα δάκρυα , Κύριε, χάρισμα είναι μόνο, πλασμάτων παρακατιανών και ασήμαντων.
E, τότε, πλάσμα δικό σου, παρακατιανό και ασήμαντο, επιθυμώ να είμαι, Κύριε.

Κύμα αφρισμένο η αλαζονεία, έσκαζε πάνω σε ανθρώπους σου, Κύριε, χειμώνες ολόκληρους και καλοκαίρια, μέρες και νύχτες, γυρεύοντας να τους συντρίψει.
Κύμα πικρό, ύβρις και αποκοτιά η αλαζονεία. Γέλιο ανόσιο.
Αν μαθητής ονομάζομαι, στρέφοντας και το άλλο μου μάγουλο στην αλαζονεία και το γέλιο, ε, τότε, μαθητής δε θέλω πιά να ονομάζομαι, Κύριε.

.
.
.
.
a.k.
.
.

Τετάρτη, Απριλίου 22, 2009

signature
a.k.
.
.
.
Η άνοιξη
είναι ένα σώμα με σχήμα ορατό. Σκληρό.
Εξπρεσιονισμό δηλώνει το σώμα της άνοιξης,
και αγία ελευθεριότητα.



.
.
Ο θυμός της άνοιξης, σύννεφα μολυβιά,
γαλάζιο πάνωθέ τους, κι άλλα σύννεφα μολυβιά,
κι άλλο γαλάζιο πάνω τους.
.
.


.
.
.
.
Τρυφερέψαν τα στήθη των βουνών, .
.
.



.
.
κι οι μικρές, χνουδωτές κοιλάδες
τρυφερέψαν κι αυτές.





.
.
.
Σκούρο πράσινο, κυπαρισσί,
του νεαρού πεύκου πράσινο, του ευκάλυπτου, της χλωρής πικροδάφνης, και της ελιάς

.



.
.
κι ύστερα χωνάκια μωβ στις άκριες των μεγάλων δρόμων,
.







.
.
.
και μπούζι, σαν ήλιος που σούρνεται .






.
.
.
.
Παντού κίτρινο,
το επονομαζόμενο του Van Gogh,
παντού κόκκινο,
το επονομαζόμενο του πάθους της ντελικάτης παπαρούνας.

.





.
.
.
.
Ό, τι όμορφο μες στον καιρό, σου ανήκει.


.

Οι μαργαρίτες,
.





.
.
.
στο δέντρο τα πικρολέμονα,







.
.
το άνθος της νερατζιάς που αγαπάς,







.
.
.
τούτες εδώ οι μουσμουλιές της αυλής καρπό γεμάτες,
τα σπάρτα,
οι πλαγιές με τις βρούβες.

.






Κανένας άλλος δεν μπορεί να ημερέψει τόσο κίτρινο,
άλλος κανείς, ένας παλιάτσος παλαβός μονάχα,
που φέρνει βόλτες τρέχοντας τις στράτες του ήλιου,
αγαπώντας τα εκτυφλωτικά κίτρινα.

.






.
Η αρχαία Καλυδόνα χορτάριασε ,
κι εγώ ακόμα περπατώ στις όχθες του Εύηνου ποταμού,
μες στα χλωρά κουκιά, σε άνιθα και σε νεροφιδιές.

.





.
.
Δικά σου,
.

οι γλυτσίνες,

.





οι κόκκινες τουλίπες,
.
.



οι νεοσσοί πελαργοί





κι οι χελιδονοφωλιές.
.






.
.
Δικά μου,
.
τα άγρια ρείκια, τα γαϊδουράγκαθα,
τα “μη με λησμόνει”,
κι οι μαργαρίτες μαδημένες
“un peu”.
.
.






* οι φωτογραφίες όλες
τραβήχτηκαν από
quartier libre
το Πάσχα του 09







Signature
a.k.


Η άνοιξη είναι ένα σώμα με σχήμα ορατό. Σκληρό. Εξπρεσιονισμό δηλώνει το σώμα της άνοιξης, και άγια ελευθεριότητα.
Ο θυμός της άνοιξης, σύννεφα μολυβιά, γαλάζιο πάνωθέ τους, κι άλλα σύννεφα μολυβιά, κι άλλο γαλάζιο πάνω τους.
Τρυφερέψαν τα στήθη των βουνών, κι οι μικρές, χνουδωτές κοιλάδες τρυφερέψαν κι αυτές.
Σκούρο πράσινο, κυπαρισσί, του νεαρού πεύκου πράσινο, του ευκάλυπτου, της χλωρής πικροδάφνης, κι ύστερα χωνάκια μωβ στις άκριες των μεγάλων δρόμων, και μπούζι, σαν ήλιος που σούρνεται.
Παντού κίτρινο, το επονομαζόμενο του Van Gogh, παντού κόκκινο, το επονομαζόμενο του πάθους της ντελικάτης παπαρούνας.
Ό, τι όμορφο μες στον καιρό, σου ανήκει. Οι μαργαρίτες, στο δέντρο τα πικρολέμονα, το άνθος της νερατζιάς που αγαπάς, τούτες εδώ οι μουσμουλιές της αυλής, καρπό γεμάτες, τα σπάρτα, οι πλαγιές με τις βρούβες.
Κανένας άλλος δεν μπορεί να ημερέψει τόσο κίτρινο, άλλος κανείς, ένας παλιάτσος παλαβός μονάχα, που φέρνει βόλτες τρέχοντας τις στράτες του ήλιου, αγαπώντας τα εκτυφλωτικά κίτρινα.
Η αρχαία Καλυδόνα χορτάριασε , κι εγώ ακόμα περπατώ στις όχθες του Εύηνου, μες στα χλωρά κουκιά, σε άνιθα και σε νεροφιδιές.
Δικά σου, οι γλυτσίνες, οι κόκκινες τουλίπες, οι νεοσσοί πελαργοί κι οι χελιδονοφωλιές.
Δικά μου, τα άγρια ρείκια, τα γαϊδουράγκαθα, τα “μη με λησμόνει”, κι οι μαργαρίτες μαδημένες “un peu”.
.
.
.
.
.
.
.

Τρίτη, Απριλίου 14, 2009

signat.
a.k.

Απριλιάτικο όνειρο
ξημερώνοντας Μεγάλη Δευτέρα
αποβραδίς Κυριακή "του Νυμφίου".


Κάτω, ήσαν κροκάλες λευκές, αλλά και πιο μικρά βότσαλα, στρογγυλεμένα, κατάλευκα κι εκείνα.
Πουθενά άσφαλτος, μηδέ άμμος, μήτε χώμα, μήτε τίποτα να ενοχλεί τις πατούσες, μόνο λευκές κροκάλες και μικρά βότσαλα, πλακουτσά και στρογγυλά.
Ήλιος δεν υπήρχε, μήτε σκοτάδι. Φώς μοναχά. Παντού είχε φως. Ολόγυρα, ως πέρα χυνόταν ένα φως λευκό. Ευλογία, σκεφτόμουνα μέσα στον ύπνο, είναι. Ίσως μιά ευχή, που έρχεται από μακριά. Ευλογία.
Έπειτα ήρθε ένα παιδί, όχι όπως το βλέπω άλλοτε, καμιά φορά σε σκοτεινά, φρικιαστικά όνειρα. Αυτό απόψε, ήταν ένα παιδί ήσυχο και γελαστό. Ήρθε κι ακούμπησε στα χέρια μου ένα λευκό γλυπτό. Αυτό το πρόσωπο στα χέρια μου, μύτη, χείλη, ένα στεφάνι ολόγυρα μαλλιά, μου θύμισε λίγο το Αλεξαντρινό κεφάλι, που ξεθάψαμε μικρά, απ’ το υπόγειο. Χρόνια πολλά, κανείς δεν του έδινε καμιά σημασία. Παραχωμένο ήταν, ανάμεσα σε στοιβαγμένες πλάκες που στρώνουν στους κήπους. Μερικές φορές, τα παιδιά, το τραβούσαμε έξω απ’ τις πλάκες και το κυλάγαμε, με το πόδι κλωτσόντας πάνω στα τριφύλλια , στα χαμομήλια, στα μανουσάκια και στα μωβ και άσπρα ίρις.
Κάθε χειμώνα, όταν χιόνιζε, το αφήναμε το μαρμάρινο κεφάλι κάτω απ’ τις πλάκες φυλαγμένο, μα την άνοιξη και το καλοκαίρι, το ανακατέβαμε ξανά στα παιχνίδια μας.

Ένα τέτοιο ευλογημένο κεφάλι, δεν ξέρω γιατί, κρατούσα με στοργή χτες – ξημέρωμα θα ταν - στον ύπνο μου.
Παντού ολούθε, μέσα μου, τριγύρω, άπλετο, ήσυχο φως...
.
.
.
.
.
.

Δευτέρα, Απριλίου 13, 2009

signature
a.k.




αντιγράφω από το
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΡΑΒΙΟΥ
έτους 2003





Ο χρόνος ξάφνου σταμάτησε.
Τα αρχαία σύμβολα, επί, συν, έξω, διά, και οι απλές αριθμητικές πράξεις – δοκιμασμένες πηγές σοφίας λαλέουσας, σταμάτησαν.
Εσύ, ο τρυφερός εραστής της Αινειάδας και της Οδύσσειας, ποτέ δεν πίστεψες, πως πέρα, πιο πέρα απ’ τις απλές αριθμητικές πράξεις υπάρχει μόνον το χάος. Το κλασσικό χάος στο στερέωμα. Βαθύ, σκοτεινό κι αμέτρητο.
Πώς γίνεται άραγε, η έλλειψη μιάς πρόσθεσης, έστω καθημερινής, έστω μιάς πρόσθεσης συνεχούς διάρκειας και αποκλειστικού στοχασμού, να σημαίνει το χάος !
Πώς γίνεται, η παράλειψη ενός πολλαπλασιασμού, έστω καθημερινού, ή απλά, η ελλειπτική ταυτότητα μιάς στιγμιαίας αφαίρεσης, να σημαίνουν το χάος !
Η κλασσική εποχή ξάφνου σταμάτησε. Ο φόβος που πλήγωσε τα λευκά μάρμαρα, τραυμάτισε και το ήσυχο σκοτάδι.
Απόψε στον ύπνο μου, αν κοιμηθώ, ξέρω, θα ρθεί εκείνο το φεγγάρι της έκλειψης, εκείνο που κοιτάζαμε παιδιά μαζί, μετρώντας τα αστέρια του γαλαξία, υπολογίζοντας τις αποστάσεις τους.
Πώς να μετράω τώρα μοναχή τα ατέλειωτα αστέρια… Συ, ο επίμονος εραστής των κλασσικών χρόνων και γνώστης της Αινειάδας και της Οδύσσειας, τις απλές, αριθμητικές πράξεις – αρχαίες πηγές σοφίας λαλέουσας, ελησμόνησες.

.
.
.
.
.

κι οι γλάροι
τα γοργόφτερα πουλιά
λευκό μπαλέτο στα σκοτάδια…

Κυριακή, Απριλίου 12, 2009

κι οι γλάροι
τα γοργόφτερα πουλιά
λευκό μπαλέτο στα σκοτάδια…
.
signature
a.k.
.
.
.
.
Απ’ το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΡΑΒΙΟΥ
Έτους 2003
αντιγράφω την Μικρή Προσευχή
.
.
.
Στέκομαι εδώ, μες στο λιμάνι, ανήμπορη. Δεν ξέρω τι να πω, σε ποιόν να πω, ποιόν να ρωτήσω; με ποιόν να μιλήσω; δε γνωρίζω κανέναν, κανένας δε με γνωρίζει ... δεν έχω κανέναν ! τι να κάνω, πώς να το κάνω;
Ένα ζωάκι αγριεμένο είμαι, στη θάλασσα, ξενισμένο, απελπισμένο, τρομαγμένο, τρομαγμένο.
Ένα ζωάκι τρομοκρατημένο άφησες πίσω, πού είσαι; Ποτέ δεν έφυγες εσύ δίχως να πεις «φεύγω», δεν έλειψες ποτέ εσύ, δίχως να πεις «λείπω», και στέκω εδωδά τώρα ζώο τρομαγμένο, γυναίκα τρομαγμένη, πού είσαι; άνθρωπος να μπουσουλάω, να μην αντέχω να σταθώ στα πόδια μου όρθια, πού είσαι; Καμιάν αξία δεν έχουνε όλα ετούτα εδώ τα ταξίδια, αν δεν έχουν πάνω τους το βλέμμα σου, αν δεν τα κινεί κι αν δεν τα λειτουργεί η ψυχή η δική σου και το χέρι σου. Καμιάν αξία... Άλλοτε έλεγες «μην κλαίς», τώρα πού είσαι, να πεις «μην κλαίς», έλα, μπορώ άλλα τόσα χρόνια να ζήσω μοναχή κοντά σου, άλλα τόσα, κι άλλα τόσα, κι άλλα τόσα… όχι, δεν ζήτησα να είσαι εδώ, τίποτα δε ζήτησα, μονάχα να είσαι καλά θέλω, αυτό μονάχα να ήξερα, πως είσαι καλά, κι ας είσαι όπου θέλεις εσύ, σ' όποιες θάλασσες θέλεις, σε όποια λιμάνια... Να είσαι καλά μονάχα εσύ, αυτό ήθελα…
.
.
.
.
.
νυν
νυν
και
αεί

Πέμπτη, Μαρτίου 26, 2009

signature
a.k.


Ξυπνώ καμιά φορά στη μέση της νύχτας, έντρομη. Ιδρώνω. Ήρθες εσύ, έφυγες, κι εγώ κοιμόμουν, σε έχασα.
Χρόνια, μετά από τέτοιο όνειρο, κουλουριαζόμουν, στο στήθος τα γόνατα, το κεφάλι στο στήθος, κέντρο ανθρώπινου κύκλου το στήθος, αυτό που εσύ εγνώρισες και δεν εγνώρισες. Στήθος ατρόμητα απλωμένο στον κόσμο, να φεύγει κοντά σου σαν ντροπαλό περιστέρι κι άλλοτε να φτερουγά τρομαγμένα στη μέση της νύχτας, ήρθες εσύ, έφυγες, κι εγώ κοιμόμουν, σε έχασα.
Τον τελευταίο καιρό, ησύχασαν λιγάκι τα όνειρα. Πάλι ξυπνώ στη μέση της νύχτας, μα ήρθες, λέω, ήρθες, ήρθες, δε φεύγεις συ χωρίς εμένα.
Ξυπνάω ήσυχα, κι ακούω να μιλάς τα λόγια που γυρίζω μέσα μου.
Κοιμάμαι ήσυχα, κι ακούω μέσα μου εκείνα που εσύ θα πεις αύριο.
Ο ποιητής, εσύ.
















Παρασκευή, Φεβρουαρίου 20, 2009

Corfu
.
I.
.
.
.
Λίγο από
την
Κέρκυρα
που εγώ αγαπώ !


* Όλες οι φωτογραφίες και τα κείμενα είναι της quartier libre









signature
a.k.


Στη μέση ενός μικρού κήπου με τριανταφυλλιές ολάνθιστες,
κατακόκκινες, λευκές, ροζ και πορτοκαλί
ήλιος
πίσω η θάλασσα
-δε φαίνεται, μα έχεις πάνω σου την αύρα της-










.
το μουσείο
.
.
signature
a.k.
.
Έτσι, ένα αχ, της πολύπαθης άνοιξης
σούρθηκε τρέμοντας σε γαλάζια παραθυρόφυλλα
κλειστά.
Και ξαγρύπνησε, λεύγες και λεύγες μετρώντας τα κύματα...




.
.
ο δρόμος κοντά στη θάλασσα










καθώς στεκόμουν

εκειδά στην άκρη




.
είδα πλάϊ μου
τη μαύρη του ράχη
να γυαλίζει μες στο νερό
.
ξαφνιάστηκα !




έβγαινε λίγο
και ξανά μέσα...


signature
a.k.
.
Βλέπω τον δέλφινα
να ζυγώνει τον άνθρωπο ήμερος.
Βλέπω στο κύμα να υψώνει την ωραία ράχη του.
Άκρια άκρια να πλέει στα βράχια
και στην πεζούλα
που ολημερίς τη ζεσταίνει ο ήλιος.
Εκεί τις νύχτες, σα δροσίζει,
στέκεται ο άνθρωπος ξάγρυπνος
και συλλογιέται
και λαχταράει την απλωσιά, πέρα...






Corfu
.
II.
Λίγο από
την Κέρκυρα
που εγώ αγαπώ !
.
.

* Οι φωτογραφίες και τα κείμενα είναι της quartier libre

.

.

signature

a.k.

.

Ιακώβου αποστόλου

Χριστοφόρου μάρτυρος

Γεωργίου Δωριέως και

Κωπηλάτισας ξέσκεπης

με τα μαλλιά ριχτά

στον Ιόνιο ήλιο


.
signature
a.k.


Παπαρούνες που είδα εγώ – παράπονό μου,
κόκκινα μικρά λιβάδια
Ένα κομμάτι ξύλο, γλυμμένο απ’ τη θάλασσα




signature
a.k.


ώρα 10.00
στην άκρια βαδίζω
σκέφτομαι το παράπονο της παπαρούνας
βαδίζω
σκέφτομαι...
στο μεταξύ, καταγράφω την ανυπάκοη θάλασσα
τις καστρόπορτες της σιγουριάς
τα περιστέρια της αγάπης
τα παλιά σημάδια της ομορφιάς, της τέχνης
του πνεύματος τα καμπαναριά
και τις μπουγάδες του ήλιου στα σοκάκια.




signature
a.k.




" Πολλές φορές θλίβομαι,
που δεν μπορώ με χρώματα να περιγράψω τη φύση γύρω μας.
Μήτε τις εκρήξεις του κίτρινου πάνω στα βουνά και στις άκριες των δρόμων να περιγράψω, μήτε να εξηγήσω το πόσο σοβαρό είν' το πράσινο,
μήτε του γαλάζιου τα παιχνίδια,
μήτε του μαύρου την ολότητα,
μήτε το πάθος του κόκκινου,
μήτε την τρυφεράδα του ροζ,
ή του λευκού την καθαρότητα. "




.
.
.
signature
a.k.
.
κάτω απ' το κάστρο δεξιά
ανάμεσα στο φεγγάρι και τη θάλασσα
ελληνοπρεπής
ταπεινός,
το παλληκάρι
Άη – Γιώργης

.



signature
a.k.
.
.
Κι ένα σαξόφωνο αυστηρό,
σώπασαν όλοι να το ακούσουν, καθώς έσχιζε τον αέρα.
Βουβάθηκε η πλατεία.
Ένα τόσο δα σαξόφωνο, κυρίαρχος στα μάρμαρα, στη θάλασσα απέναντι, και στην καρδιά τους.
Σαξόφωνο κυρίαρχος στο πέλαγο , στα γλαροπούλια, στις φυλλωσιές.






signature
a.k.
.

Στον ήλιο υψωμένο υπερήφανα
Βενετσιάνικό μου καμπαναριό
εσύ
Και παλιακό μου κόκκινο
Emblême αρχαίας ομορφιάς
εσύ
Καμαρωτό μου φουρούσι μαρμάρινο
Στο χέρι σμιλεμένο μου ακροκέραμο
εσύ
Παλιάς εστίας ακριβό μου ρόπτρο
εσύ
Και στοργική φωλιά χελιδονιού μου
Μολυβένιε μου ουρανέ
εσύ
Και σύννεφά μου
Βαριά σκαριά ταξιδιάρικα
Μικρό μου εφηβικό κυπαρίσσι
εσύ
Και κορμέ της γέρικης, σοφής ελιάς μου
Κοτρώνι σκληρό στο χώμα μου
εσύ
Και φύλακα της γης – ξερολιθιά μου
Η contra fossa της ζωής μου
εσύ
Και Ενετική μου fortezza, απάτητη.








.
μποσκέττο !






.
.
signature
a.k.
.
Γεωργίου και Μιχαήλ
Η ήρεμη μεγαλοπρέπεια
Πετροχελίδονα ως την άκρια του ουρανού
Κι οι μουσικές, που ως εδώ μ` ακολουθούν λαχανιασμένες
Τζι τζι τζι, τζι τζι τζι, τζι τζι τζι
Στο καβαλέτο σου το ροζ, το ροδακινί, το κίτρινο, της ακακίας το πράσινο,
το γκρι σκοτεινό του 1500
Μικρές ποδηλατάδες στις ψηλοτάβανες βόλτες
Έχουν αντοχή οι πέτρες οι σκαμμένες.



.
.
.
cafe de l' art
.
το πιάνο στην άκρια της θάλασσας
.











signature
a.k.
.
Αχάραγα.
Η πόλη άδεια. Μ' αρέσει καλύτερα έτσι. La brume ! Και πίσω απ' την κινούμενη γάζα οι προσόψεις, γηραιές.
Η αρχαία σαγήνη !
Esplanade, με τα δέντρα γυμνά, έρημοι δρόμοι δίχως το πλήθος να συνωστίζεται, δίχως κραυγές και μηχανές εντυπωσιασμένων γιαπωνέζων.
Θυμάμαι, Δήμο, τον Σαμουράι σου, μες στου Van Gogh τα στάχυα.
Κι ένα σαξόφωνο μαγικό, στο αρχαίο παράθυρο.
.