Δευτέρα, Νοεμβρίου 17, 2008

Πολυτεχνείο 1973

II.

πέντε η ώρα
που βραδιάζει
.
.
τα κορίτσια εκεί
και τα αγόρια εκεί

Τετάρτη, Νοεμβρίου 12, 2008

Άνδρος I.
.
.

.
χαράζει στο δρόμο της θάλασσας
.


ο ήλιος σηκώνεται λίγο ακόμα
.


ξημερώνει στο νερό...
.
.

.
.

πέτρα πάνω στην πέτρα
.

χτισμένα τα κονάκια



που εμένα θα μ' άρεσαν
για μοναχικά κελλιά
.
-ο καθείς με την κλίση του...-
.
.








κελλάκι









.

πέτρα πάνω στην πέτρα
.
ο αρχαίος πεσσός
στηρίζει τη στέγη
.

χαίρε στύλε !




la porte etroite...
.

χαίρε πύλη !





λαϊκέ γεωμέτρη
.
χαίρε !








Άνδρος II.
.
.
.
Κι ύστερα κοίτα!
Βλεπεις εκεί κάτω τα χωράφια με το στάρι; Εγώ δεν τρώω ψωμί.
Το στάρι εμένα μου είναι άχρηστο. Τα χωράφια με το στάρι δε μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό είναι κρίμα!
Εσύ όμως έχεις μαλλιά χρώμα χρυσαφένιο. Θα είναι λοιπόν θαυμάσια όταν θα με έχεις ημερώσει! Το στάρι, που είναι χρυσαφένιο, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μου αρέσει να ακούω τον άνεμο μέσα στα στάχια...
.
.
Antoine de St Exupery
.

.
.
Κάτω στης Μαργαρίτας τ’ αλωνάκι
στήσαν χορό τρελό τα μελισσόπουλα

Ιδρώνει ο ήλιος, τρέμει, τρέμει, τρέμει, το νερό
Στάχυα ψηλά
λυγίζουνε το μελαμψό ουρανό

Πέρα μέσα στα χρυσά νταριά κοιμούνται αγοροκόριτσα
Ο ύπνος τους μυρίζει πυρκαγιά
Στα δόντια τους ο ήλιος σπα, σπα, σπαρταράει

Κάτω στης Μαργαρίτας τ’ αλωνάκι
.
.
Ο. Ελύτης
.
.
.
.
.
Εις το βουνό ψηλά εκεί
είν’ εκκλησιά ερημική




Ένα κανδήλι θαμπερό,
και ένα πέτρινο σταυρό



της πέτρας τα άνθη



Αλλ’ ο διαβάτης σαν περνά,
στέκεται και το προσκυνά,
και με ευλάβεια πολλή
τον άσπρο του σταυρό φιλεί.

.
.
.
.


La cloche, dans le ciel qu'on voit,
Doucement tinte.
Un oiseau sur l'arbre qu'on voit
Chante sa plainte.
.
Mon Dieu, mon Dieu, la vie est là,
Simple et tranquille.
Cette paisible rumeur-là
Vient de la ville.
.
.
Paul Verlaine

.
.
.
.

Κοσμάς ο Αιτωλός




.
Άγιος Γεώργιος Βαλκάνιος


.



















Των Αγίων Αναργύρων
Κοσμά και Δαμιανού




.
.
ex votos
.

.
Εκέκραξα προς Σε, Κύριε.
Είπα Συ ει η ελπίς μου, πρόσχες προς την δέησίν μου, ότι εταπεινώθην σφόδρα.
.
.
Ψαλμ. Δαυίδ
ΡΜΑ 141
.













Δευτέρα, Νοεμβρίου 10, 2008

El Rey del Tango



Carlos Gardel

.
.
Αl Pacino bailando

Por Una Cabeza


Perfume de Mujer
.

Κυριακή, Νοεμβρίου 09, 2008

Τάνγκο
.
.






.
.
signat.
a.k.
129 rue
.
Τάνγκο. Η εκρηκτική φιγούρα του πάθους σούρνεται απάνω στα παλιά δρύινα πατώματα, ζυγιάζεται σε χοντρά τακούνια χορού, στολίζεται με σατέν, μεταξωτές κορδέλες. Ανεβαίνεις τα σκαλιά που τρίζουν και κρατιέσαι ακόμα στην κουπαστή. Άσπρα σοσόνια και λουστρίνια με λουράκι. Ραγισματιές στο αρχαίο ταβάνι. Λίγη στοργή στο ταβάνι, παρακαλώ. Όχι άλλες ρωγμές στο κόκκινο, στο πράσινο, στο κίτρινο, στο γαλάζιο. Esher χρωματιστός. Μικρά vitraux παιδικών ονείρων. Γυναίκες μαυροφορούσες στο διάδρομο. Ομπόλιες κάτω, ως τα μάτια. Άλλαξε θέση ο καναπές, κι οι πολυθρόνες, και τα κρεβάτια. Αγάπησες ποτέ από τότε, άλλη marqueterie ; Όχι ! Ούδε άλλα τριαντάφυλλα. Εξόν, από ένα κόκκινο. Ελάττωμα η σταθερότης, στις μέρες μας. Έως ανεξήγητο.
Κι οι άνθρωποι επίσης, άλλαξαν θέση. Άνθρωποι αγάλματα «Μπονάνος Κεφαλλήν», «Χαλεπάς Τήνιος», γιοί, θυγατέρες, στύλοι, δέντρα ψηλά που έγιναν φωλιές πουλιών, κατάρτια. Να ταξιδεύει θαρρετά ο μικρός Αλέξανδρος.
Τη νύχτα ψιχάλισε. Μιά βροχή ευγνωμοσύνης, γιατί ζήτησες να δεις το Βράχο, απ’ τη βεράντα με το πλυσταριό. Και γιατί κράτησες λίγες στιγμές, σφιχτά το άδειο χέρι.

Σάββατο, Νοεμβρίου 08, 2008

Σκύλος και γάτα




Es la historia de un amor










dog : do you love me ?


γάτα : άσε με ν' ακουμπήσω πάνω σου, μ' εμπιστοσύνη


γάτα : έλααα, μη γίνεσαι σκεπτικιστής... μην το παίζεις έτσι αδιάφορος !


γάτα : θέλω, να με κοιτάς στα μάτια !


dog : θέλω, να σε κάνω ό, τι θέλω ! θέλω, να σου λέω τα βάσανά μου.


dog : θέλω να με παίρνεις αγκαλιά


γάτα : να είμαι ήσυχη, κοντά σου


γάτα : και όταν τελειώνει το παιχνίδι ;


dog : γύρε στον ώμο μου,
.






να ονειρευτείς !




.
.
.
στην ellinidas μας,
που αγαπάει τις γάτες
.
με φιλία :)

Τετάρτη, Νοεμβρίου 05, 2008


.
.
black
.
is beautiful !
.
.
.
.
:)

Τρίτη, Νοεμβρίου 04, 2008

.
"φωτογραφία τραβηγμένη απ' τη σοφίτα"
.
καλοκαίρι 2008
.
.
signature
a.k.
.
.
.
... δεν είναι ήσυχος άνθρωπος. Ποτέ δεν ήταν...
Τα διαβάσματα από παιδί, είναι ίσως που την ξεσήκωναν.
Ο Καζαντζάκης, οι Γραφές, οι Ποιητές.
Ούτε φαντάζεται κανείς, πόσο μπορούν να ξεσηκώσουν ένα ήσυχο παιδί οι ποιητές... Αντάρτη μπορούν να το κάνουν !
Οι ψαλμοί, ο Ιώβ, το άσμα ασμάτων, η Αντιγόνη, η Αντιγόνη, η Αντιγόνη, η Αντιγόνη.
Η Αντιγόνη με το μοναχικό της θάρρος.
Κολλάς εκεί για μια ζωή
Και στο μοναχικό
Και στο θάρρος
.
Χρόνια παιδιάτικα, γραμμένο στο προσκέφαλό της :
«πατρός τε και μητρός τε και των άλλων προγόνων
απάντων τιμιότερον εστί η πατρίς
και σεμνότερον και αγιότερον...»
ώσπου, τον στίχο τον κατέκτησε.
Πέρασε μέσα της και την κατέκτησε κι αυτός.
Αυτή είναι η σειρά.
.
Κατόπιν,την παίδεψε πολύ η Ακρόπολη.
Την Ακρόπολη, την έβλεπε πλάϊ της τους χειμώνες, μες στο παράθυρό της!
Ούτε φαντάζεται κανείς, πόσο μπορεί να ξεσηκώσει ένα ήσυχο παιδί η Ακρόπολη!
Η ελληνική, λιτή γραμμή. Η λευκή.
Φουρτούνα μπορεί να κάνει την ψυχή του...
.
Κάθε καλοκαίρι πάλι, ερωτευόταν τον Υμηττό.Ίσως κι αυτός την ερωτεύονταν κάποτε...
Ο Υμηττός, με τα μωβ, μυρωδάτα θυμάρια, τις αλεπότρυπες, τη μυρωδιά απ’ τις ξερές πευκοβελόνες και τους σκατζόχοιρους.
Ο Υμηττός την έφτιαξε βουνίσια.
Χωριάτικες βουνοκορφές, τραχιές, ολοένα που υψώνονται μέσα της. Δύσβατα...
.
Και πέρασε παιδί, γερά μυστικά μονοπάτια. Ψαξίματα εσωτερικά, όπου κανείς δεν είχε πρόσβαση. Απολύτως κανείς.
Μικρό κορίτσι, ήθελε να πάει στην Αφρική, να δουλέψει κοντά στον Ραούλ Φολλερώ.
Θαύμαζε πάντα τον Δον Κιχώτη, μα σίγουρα, εμπιστεύονταν περσότερο τον Σάντσο.
Πάταγε πάντα σταθερά στα δυό ποδάρια της.
.
.
.
.
.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 03, 2008

Casta Diva


.
.
.
.
Όταν γυρίσεις, θα καθίσουμε ξανά πλάϊ σ’ εκείνη τη σόμπα του γκαζιού, σ’ έναν καναπέ οι δυό μας, με δυό πιατάκια γλυκό πάνω στο τραπέζι.
Εσύ καυτό soufflé au chocolat με μια μπάλα λευκό παγωτό να λιώνει απάνω.
Εγώ τραγανούς λουκουμάδες με μέλι και κανέλλα.
Εσύ μια κούπα ζεστό τσάϊ.
Εγώ ένα ανθρακούχο νερό, με μια φετούλα λεμόνι μέσα.
Θα σου δώσω τους μισούς λουκουμάδες μου, θα πάρω το μισό soufflé σου.
Θέλω πρώτα, εσύ να μου πεις για το παιδί. Για το παιδί.
Έπειτα, θα γείρουμε κοντά τα κεφάλια. Θ’ αρχίσουμε να λέμε μυστικά, όσα λεν οι γυναίκες μεταξύ τους, τα μυστικά, που πάντα οι δυό μας λέγαμε. Δικά σου και δικά μου, όσα δεν γνώριζε κανένας άλλος.
Μη φοβηθείς. Δε θα ρωτήσω τίποτα, που να μη θε, που να μη θες να πεις. Τίποτα.
Τώρα, έχω μετρήσει καλύτερα τις αντοχές μου.
Τώρα, μέτρησα καλύτερα την κατανόηση. Την ανθρωπιά. Την ανθρωπιά. Θ’ αντέξω.
Και μήτε τί και μήτε τίποτα δε θα ρωτήσω.
Μόνο θ’ απλώσω γύρω μας εκείνο το ζεστό, πράσινο σάλι, ν’ ακουμπήσεις εσύ στον ώμο μου, κι άφισέ με κι εμένα, να γείρω στον ώμο σου, ραγισμένη.


α.κ.