Κυριακή, Νοεμβρίου 10, 2013

IΙI

 Οι Χαλασοχώρηδες




Διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη


το διήγημα - το οποίο δημοσιεύεται σε συνέχειες -,
καθώς και το λεξιλόγιο (γλωσσάρι)
και τις εισαγωγικές σημειώσεις
βρήκα σε αυτόν τον ιστότοπο : 



 

Κεφάλαιο Δ' 

.

Η οικία του Σπληνογιάννη, ανώγειος, με δύο δωμάτια και μέγαν πρόδομον, μετά μεγάλου σκεπαστού εξώστου , λιθίνης κλίμακος, έκειτο ολίγα βήματα απωτέρω προς ανατολάς βλέπουσα. Εκεί εισήλθε μετά των εταίρων του ο Λάμπρος ο Βατούλας, άμα εξελθών της οικίας του Τσιρογιάννη.
Μετ’ ολίγα λεπτά, ότε ο Μανόλης κατήλθεν άπρακτος εκ της τελευταίας ανωτέρω περιγραφείσης επισκέψεώς του, ήκουσε θόρυβον, φωνάς και ταραχήν. Δύο φωναί ανδρικαί, η μία βραχνή, επίρρινος και οργίλη, η άλλη μελιχρά και καταπτραϋντική, ηκούοντο, συνεχώς εναλλάσσουσαι· αλλ’ αμφοτέρων εδέσποζεν οξεία και διάτορος φωνή, φωνή γυναικός νευροπαθούς, διαμαρτυρομένης με γοεράς και απειλητικάς κραυγάς, ας ακούων τις ευλόγως υπέθετεν ότι μεγάλη συμφορά είχεν ενσκήψει. Αι φωναί ήρχοντο προφανώς από την οικίαν του Σπληνογιάννη. Ο Μανόλης, όστις εγνώριζε μεν κάτι τι και από πριν, διέκρινε δε και ολίγας λέξεις εκ των πολυήχων κραυγών της νευροπαθούς γυναικός, ενόμισεν ότι την φοράν ταύτην δεν ήτο υπόχρεως να σεβαστεί τους όρους της σιωπηλής συμβάσεως, ήτις ίσχυε μεταξύ των δύο αντιπάλων κομμάτων, όπως οι άνθρωποι του ενός κόμματος μη επιτρέχωσιν αδιακρίτως προς ψηφοθηρίαν εις το αυτό μέρος όπου έχουσιν ήδη εισβάλει οι οπαδοί του άλλου, και έσπευσε να παραβιάσει την σύμβασιν. Χωρίς να διστάση, ένευσεν εις του δύο συντρόφους του να τον ακολουθήσωσι, και ανέβη εις την οικίαν.
Οι δύο ακόλουθοι του Βατούλα, οίτινες είχον μείνει κατά την παραδεδεγμένην τακτικήν εις το προαύλιον της οικίας, διεμαρτυρήθησαν δι’ υποκώφων γογγυσμών, αλλά δεν ετόλμησαν ν’ αντισταθώσιν. Έμενον δε νυν αντικρύ των, προκλητικά ρίπτοντες επ’ αυτούς βλέμματα, και οι δύο ουραγοί του Μανόλη, απώτερον ιστάμενοι και δυσκολευόμενοι να εννοήσωσι την στρατηγικήν του αρχηγού των.
Μόλις είχεν αναβή ο Μανόλης εις του Σπληνογιάννη, και παράθυρόν τι ελαφρώς τρίξαν υπανεώχθη αντικρύ. Εις το άνοιγμα του παραθύρου εξήλθεν η Τσιρογιάνναινα και έτεινεν άπληστον το ούς. Εις τον μικρόν εξώστην της παρακειμένης οικίας, ενώ η θύρα έμενε κλειστή, σκοτεινή μορφή ίστατο από τινων λεπτών της ώρας. Η σκοτεινή μορφή, ήτις δεν ήτο άλλη παρά η Ζυγαράκαινα, μήτηρ τεσσάρων υιών εκλογέων κτλ., είδε την διά του ανοίγματος του παραθύρου προκύψασαν φαιδράν όψιν, την ανεγνώρισε και εψιθύρισε προς αυτήν·
-Τ’ ακούς, γειτόνισσα;
-Τι ν’ ακούσω, γειτόνισσα;
-Να, που μαλλώνουν, τ’ ανδρόγυνο.
-Γιατί τάχα;
-Να, από άλλο κόμμα είναι, λέει, ο άνδρας και από άλλο η γυναίκα.
-Μη χειρότερα.
-Είναι και άλλα χειρότερα, γειτόνισσα;
Και η φαιδρά όψις επανέκλεισε το παράθυρον κι έγινεν άφαντος, ενώ η σκοτεινή μορφή, ήτις δεν εξετίμα εν παντί την χρησιμότητα της λυχνίας, έμεινε, πολυπράγμων, κατασκοπεύουσα τα συμβαίνοντα εν τη αντικρυνή οικία.

Μικρόν πριν εισέλθη ο Μανόλης, ιδού τίνες φράσεις διημείβοντο εν τη οικία·
-Έννοια σου, κουμπάρε, μην την ακούς αυτήν, έλεγε, δεικνύων διά νεύματος την σύζυγόν του προς τον Λάμπρον Βατούλαν ο Σπληνογιάννης, τεσσαρακοντούτης, ισχνός, κίτρινος, μ’ εσβεσμένα όμματα, προξενών οίκτον.
-Κείνο που θέλω εγώ θα γίνη! ανέκραζεν απειλούσα διά της χειρονομίας η σύζυγός του, ωραία, τριακοντούτις, υψηλή, ροδόχρους, γλυκυτάτη, με μεθυστικόν το βλέμμα και το μειδίαμα, την οποίαν διά του πρώτου βλέμματος ο θεατής, συγκρίνων αυτήν εκ του σύνεγγυς με τον σύζυγόν της, ακουσίως θ’ άφηνε να του εκφύγη η επιφώνησις: Κρίμα στη γυναίκα!
-Μην τα ξεσυνερίζεσαι τα λόγια της, κουμπάρε, διεμαρτύρετο λέγων ο σύζυγος.
-Το δικό μου θα περάση, το δικό μου! επέμενε πάλιν η συμβία.
-Και τι; θα με κουμαντάρης εσύ; έκραξεν απειλητικώς ο Σπληνογιάννης.
-Σας παρακαλώ…ησυχάσετε τώρα, παρενέβαλλε διά της μελιχράς και θωπευτικής φωνής του ο Λάμπρος ο Βατούλας. Να το ’ξερα έτσι δα…καλλίτερα να μην ερχόμουνα… Δεν ήλθα εγώ για να σπείρω σκάνδαλα στο ανδρόγυνο…

Η θύρα ηνοίχθη και εισήλθεν ανελπίστως ο Μανόλης ο Πολύχρονος. Ο Σπληνογιάννης ηγέρθη αυτομάτως με βλέμμα εκπλήξεως και αμηχανίας. Η γυνή εξεπήδησεν εκ του σκίμποδος, εφ’ ου εκάθητο, και προέβη εις την υποδοχήν του. Ο Λάμπρος ο Βατούλας ουδ’ εσάλευσεν από την θέσιν του.
-Καλώς τον κουμπάρο! έκραξεν η οικοδέσποινα.
-Καλώς τον κουμπάρο! ετραύλισε και ο Σπληνογιάννης.
Το ανδρόγυνον είχεν, ως φαίνεται, διπλές κουμπαριές και εντεύθεν ηδύνατο να εικάση τις ότι θα επήγαζεν η διαφωνία μεταξύ των δύο συζύγων. Διότι ο Σπληνογιάννης είχεν υποσχεθεί να δώσει την ψήφον του εις τους κουμπάρους του, Λάμπρον Βατούλαν και λοιπούς. Η Σπληνογιάνναινα όμως έτρεφε φανεράν εκτίμησιν προς τους κουμπάρους της, του κόμματος Μανόλη Πολύχρονου και συντροφίας.

Είναι αληθές ότι κατ’ ιδίαν ο Σπληνογιάννης διηγείτο εις την σύζυγόν του ότι από πολιτικήν απλώς υπέσχετο εις τον Λάμπρον τον Βατούλαν. Αλλ’ η γυνή εσκύλιαζε και εδαιμονίζετο, όταν τον ήκουεν ανανεούντα την υπόσχεσιν ταύτην και απήτει να κηρύξη φανερά ο σύζυγός της εις τον Λάμπρον ότι δεν θα τού έδιδε ψήφον. Την θυσίαν ταύτην εδυσκολεύετο να κάμη ο Σπληνογιάννης και από εβδομάδων ήδη το ανδρόγυνον «δεν έτρωε μερωμένο ψωμί».
-Τα βλέπεις λοιπόν, φίλε κύριε Λάμπρε, είπε μετά προσποιητής σοβαρότητος, δάκνων τα χείλη, ο Μανόλης.
-Τι να ιδώ;
-Δεν πρέπει να βάζουμε σκάνδαλα στο ανδρόγυνο…
-Μάλιστα, σ’ αυτό συμφωνώ κι εγώ, είπε μεθ’ ετοιμότητος ο Λάμπρος, δεν πρέπει να βάζετε σκάνδαλα, καθώς το λέτε.
-Εγώ έβαλα; είπεν οργίλως ο Μανόλης. Εγώ ήρθα να τους ειρηνεύσω, μήπως τυχόν και τους ηρεθίσατε…
Ο Σπληνογιάννης έδιδε καθέκλαν εις τον Μανόλην.
-Ας είναι, θα τα καταφέρουμε, είπεν [ο Μανόλης].
-Ας είναι, κάνομε καλά, είπε. Εσείς, βλοημένοι, έρχεσθε κι οι δυο μαζί και δεν μπορεί κανείς να…
Ακουσίως αμφότεροι οι ψηφοκάπηλοι εγέλασαν, μαντεύσαντες τι ήθελε να είπει ο Σπληνογιάννης.
-Κείνο που σου λέω εγώ! ανέκραξε με οξείαν φωνήν η γυνή.

Ησθάνετο δε τώρα ενισχυομένην την θέσιν της εκ της επικουρίας, ήν παρείχεν αυτή η παρουσία του Μανόλη και εγίνετο θρασυτέρα.
Ο δυστυχής Σπληνογιάννης δεν ενθυμείτο να ευρέθη ποτέ εις δυσχερεστέραν θέσιν. Ευρίσκετο αντιμέτωπος τριών εχθρών, ων φοβερώτερος βεβαίως ήτο αυτή η σύζυγός του. Μεμονωμένους, καθ’ ένα έκαστον αν τους είχε συναντήσει, ήτον ικανός διά της ψευτικής, του μόνου όπλου όπερ απέμεινεν εις τους χωρικούς, όπως ανταγωνίζονται κατά τόσων και τόσων πολιτικών ή κοινωνικών και βιοτικών πιέσεων και διωγμών (όπλον, το οποίον ακονίζεται δις της εβδομάδος εις τα πταισματοδικεία και ειρηνοδικεία, όπου ο χωρικός γίνεται σωστός βλαχοδικηγόρος) να τα βγάλει πέρα μαζί των, φενακίζων και τους τρεις κατά πρόσωπον, φασκελώνων και τα δύο κόμματα όπισθεν των νώτων και ορκιζόμενος καθ’ εαυτόν να μαυρίση περιφρονητικώς όλας κατά σειράν τας κάλπας των αυτοκλήτων αντιπροσώπων του ατυχούς λαού, του τόσον δεινοπαθούντος και τυραννουμένου.

Αλλ’ ενώ η παρουσία του Λάμπρου του Βατούλα καθίστα ήδη ανίσχυρον το μόνον όπλον του, εις επίμετρον προσετέθη και έφοδος του Μανόλη του Πολύχρονου, όστις θα έλεγέ τις ότι ήλθεν επίτηδες διά να παραστεί δωρεάν εις περίεργον οικογενειακήν κωμωδίαν.
Ουδέν άλλο καταφύγιον είχε ή να ζητήσει μικράν ανακωχήν·
-Ας είναι, είπε, θα ιδούμε· σήμερα Τρίτη, ως την Κυριακή που θα είναι οι εκλογές, θα μας φωτίσει ο Θεός τι να κάνουμε…
-Όχι! Όχι! έκραξεν η γυνή γελώσα ακουσίως, αρχίσασα φαίνεται και αυτή να εννοή το κωμικόν της θέσεως. Όχι! Όχι!

Και εκτύπα θορυβωδώς τον δεξιόν γρόνθον επί της παλάμης της αριστεράς.
-Όχι! Να δώσης τώρα το λόγο σου! Ν’ αποφασίσης τι θα κάμης. Δεν τους έχεις τους ανθρώπους σαν τα ζωντανά σου, να έρχωνται και να ξαναέρχωνται χίλιες φορές.
Ο Λάμπρος και ο Μανόλης μετά μειδιάματος ευχαρίστησαν την σύζυγον τού Σπληνογιάννη διά το φιλοφρόνημα.
-Μα κάμε φρόνιμα, γυναίκα! έκραξεν αγανακτών ο ποιμήν. Είναι τρόπος αυτός να επιμένεις τόσον εσύ, εμπρός εις τόσους άνδρας! Αλλοίμονό μας, αν αρχίσουν να μας κουμαντάρουν οι γυναίκες μας!
-Ακούστε τον! ακούστε τον! Με βρίζει κι όλα…με φοβερίζει! ανέκραξεν η γυνή δράττουσα περί τους κροτάφους τους δύο κρεμαμένους θυσάνους της κόμης της.
-Δεν ξέρω στην παραπάνω σκάλα, είπε με πικρόν τόνον τρωθείσης αξιοπρεπείας, ρίπτων εμφαντικόν βλέμμα προς τους επισκέπτας ο ποιμήν, δεν ξέρω αν οι σοϊλήδες, αυτοί που κάνουν τον άρχοντα, στρέγουν να τους κουμαντάρουν οι γυναίκες τους· μα ημείς οι βοσκοί δεν το καταδεχόμαστε με κανέναν τρόπο! Ο παπάς που μας εστεφάνωσε άκουσα να λέη την ώρα που διάβαζε τον Απόστολο, πριν ειπή το Βαγγέλιο, πως «η γυνή πρέπει να φοβείται τον άνδρα».

Ο Λάμπρος ο Βατούλας μειδιών, ίσως διά να δώση αφορμήν ειρηνεύσεως εις τα δύο πρόσωπα της σκηνής, τρέπων το θέμα επί το αστειότερον, είπε·
-Μα ξέρεις, κουμπάρε, τι την δασκαλεύει τη νύφη η μάννα της;
-Τι;
-Την ώρα που λέει αυτόν τον λόγον ο παπάς, την ορμηνεύει να πει μέσα της τρεις φορές: «Αστοχιά στο λόγο σου, παπά μ’ , δάκω τη γλώσσα σου».
Εγέλασαν όλοι και αυτή η Σπληνογιάνναινα.

Ο Λάμπρος εγερθείς μετά την παρατήρησιν ταύτην επλησίασεν εις την θύραν, όπου εστάθη επί τινα λεπτά, ως να εσκέπτετο αν έπρεπε ν’ απέλθη. Αλλ’ ουχ ήττον επανήλθε πάλιν εις την θέσιν του και εκάθισεν.
Ο Μανόλης ηγέρθη και αυτός, επλησίασεν εις το παράθυρον, εστήριξε τα νώτα επί του τοίχου κι εστάθη αναποφάσιστος.
Ουδείς εκ των δύο απεφάσιζε να δώση πρώτος το παράδειγμα της αποχωρήσεως. Ο μεν Λάμπρος εσκέπτετο ότι ο Μανόλης, τελευταίος ελθών, ήτο ο αδιάκριτος, και επομένως ώφειλε να τους αφήση ησύχους να τελειώσουν την συνδιάλεξιν ην είχον ή υπετίθετο ότι είχον μετά του οικοδεσπότου, ο δε Μανόλης εφρόνει ότι, αφού ήλθε τελευταίος, τελευταίος έπρεπε και να απέλθη.

Τέλος ο Λάμπρος εσκέφθη ότι η σκηνή αύτη έπρεπε να λάβη πέρας και όπως ευπροσώπως εξέλθει εκ της δυσχερούς θέσεως·
-Ας είναι, είπε, κουμπάρε Σπληνογιάννη, ημείς δεν είμαστε από κεινούς οπού πάνε και βάζουν σκάνδαλα στ’ ανδρόγυνα· κάμε ό,τι σε φωτίσει ο Θεός, καθώς είπες. Κι ένα ψήφο να μας δώσεις στη μία μας κάλπη μοναχά, για να δώσεις κι από κει (δείξας τον Μανόλην) και μικτόν να δώσης και στα δύο κόμματα, ημείς θα σου το γνωρίζουμε χάρη.
-Όχι! Όχι! επέμεινεν η γυνή. Στον κουμπάρο έδωκε τον λόγον του από μπροστύτερα.

Ο Λάμπρος εκινήθη να εξέλθη, ο δε Μανόλης μείνας επί δύο ή τρία λεπτά, αφού αντήλλαξε με ψίθυρον φωνήν ολίγας λέξεις με τον οικοδεσπότην και με την συμβίαν του, τους ευχήθη την καλήν νύκτα, και από του εξώστου μεγάλη τη φωνή, διά να ακουσθεί από τον Λάμπρον, όστις δεν θα ήτο μακράν, είπε·
-Καλά τους λένε, κουμπάρε Σπληνογιάννη, χαλασοχώρηδες.
-Όλοι σας, απήντησεν ετοίμως ο ποιμήν, να πούμε την αλήθεια, κουμπάρε, είστε πάρ’ τον ένανε, χτύπα τον άλλονε.
-Το λοιπόν κι ημείς είμαστε χαλασοχώρηδες σαν αυτούς;
-Δεν είσθε χαλασοχώρηδες, απήντησε σαρκαστική εις το σκότος η φωνή του Λάμπρου Βατούλα· είσθε ανδρογυνοχωρίστρες!





Κεφάλαιο Ε'



Χαλασοχώρηδες εκαλούντο τέως οι του κόμματος του Λάμπρου, από δε της νυκτός ταύτης οι του άλλου κόμματος ωνομάσθησαν «οι ανδρογυνοχωρίστρες».

Από της αυγής της επαύριον Τετάρτης ο Μανόλης και δύο των φίλων του, λαβόντες βάρκαν, εξήλθον εις το Μαραγκό, νησίδιον φράττον προς εύρον τον λιμένα κι επαραμόνευαν πότε θα ενεφανίζοντο όπισθεν της Άρκτου και της Τρυπητής, δύο άλλων ανατολικώτερον κειμένων νησίδων, αι βάρκαι αι φέρουσαι τον ροφόν, κατά το λεξιλόγιον του Μανόλη του Πολύχρονου. Αλλ’ από βαθέος όρθρου, ο Λάμπρος ο Βατούλας οσφρανθείς, φαίνεται, το δόλωμα των αντιπάλων έσπευσε να εξυπνίση τον καπετάν-Νικολάκην, το Τρυποκαρύδι, ένα των στενωτέρων φίλων του, και επιβιβασθέντες οι δύο εις ωραίον κότερον, έλυσαν τα πανιά, εσήκωσαν την άγκυραν και ανάψαντες τους ναργιλέδες των με τα κάρβουνα, τα οποία είχαν λάβει από το καφενείον του γερο-Ακούκατου, όστις αγρυπνότερος αλέκτορος ήνοιγε το καφενείον τέσσαρας ώρας πριν φέξει, εξηπλώθησαν παρά την πρύμνην καπνίζοντες και πλέοντες τη βοηθεία της πρωινής απογείου αύρας. Εξήλθον εις το Ασπρόνησον, βορειοανατολικώς, όπου έκαμναν καρτέρι περιμένοντες πότε ήθελε φανεί το κελεπούρι, κατά το ύφος του Λάμπρου του Βατούλα. Οι Χαλασοχώρηδες κάμψαντες την ακτήν είχαν κρυφθεί όπισθεν του Ασπρονήσου, και οι Ανδρογυνοχωρίστρες ούτε τους είδαν, ούτε τους υπώπτευον καν ότι τους είχαν προλάβει.
Μετά ικανήν ώραν, άμα τη ανατολή του ηλίου, προέκυψαν από του απέναντι ακρωτηρίου δύο βάρκαι ερχόμεναι προς τα εδώ, αίτινες έχουσαι ούριον τον άνεμον, καθότι είχε σουρώσει ήδη το μελτέμι, ταχέως επλησίασαν. Οι Χαλασοχώρηδες με το κότερόν των έπλευσαν εις προϋπάντησιν των δύο λέμβων. Ανεγνώρισαν δε μετ’ ου πολύ τα πρόσωπα, τα οποία έφερον αύται. Της μιας τούτων επέβαινον ο Αλικιάδης και ο Αβαρίδης, της δευτέρας επέβαινον ο Γεροντιάδης, ο Καψιμαΐδης και ο Χαρτουλάριος, και οι πέντε υποψήφιοι βουλευταί. Είχον ορμηθεί εκ της πρωτευούσης της Επαρχίας και ήρχοντο προς άγραν ψήφων και προς επίσκεψιν των εν τω δευτερευόντι δήμω φίλων των. Τούτων ο Αλικιάδης εκ της μιας λέμβου και ο Καψιμαΐδης εκ της άλλης υπηρετούντο, χωρίς να είναι συνδυασμένοι, από τους Χαλασοχώρηδες, ο δε Γεροντιάδης και ο Αβαρίδης υπεστηρίζοντο, χωρίς να αποτελώσι συνδυασμόν, από τις Ανδρογυνοχωρίστρες. (Διότι όλα τα εις ιδης και αδης, ως να προέβλεπον, θα έλεγέ τις, μέλλουσαν εξορίαν και διωγμόν, είχον ζητήσει εγκαίρως να εξασφαλισθώσιν εις τον προσφυή εκείνον τόπον). Όσον αφορά τον πέμπτον, τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον, ούτος ήτο το μήλον της έριδος και αμφότερα τα τοπικά κόμματα εμάχοντο ποίος να τον πρωτοϋπηρετήση.
Ο Λάμπρος ο Βατούλας δεν ευχαριστήθη πολύ ιδών τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον επιβαίνοντα της αυτής λέμβου μετά δύο άλλων υποψηφίων. Επεθύμει και ήλπιζε να τον έβλεπεν επί χωριστής λέμβου πλέοντα. Διότι διά τον Αλικιάδην και Καψιμαΐδην δεν τον έμελλε και πολύ, καθόσον ούτοι ως φανερώς υποστηριζόμενοι υπό του κόμματος και μη έχοντες άλλους φίλους, δεν είχον ανάγκη πολλών περιποιήσεων, αλλά διά τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον, τον οποίον αυτός διενοείτο να υπηρετήση αριστερά τη χειρί και διά λογαριασμόν του, είχε πλεύσει μέχρι Ασπρονήσου, σχεδιάζων να τον παρακαλέση να μεταβή τιμητικώς εις το κότερον και να υψώση και σημαίαν εις τον ιστόν, άμα θα εισέπλεον εις τον λιμένα. Δυστυχώς τώρα η υπόθεσις περιεπλέκετο. Ούτε τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον μόνον ηδύνατο ευπροσώπως να αποσπάση εις το κομψόν και λευκόν χρωματισμένον κότερον, ούτε τους άλλους, τους δύο φανερούς υποψηφίους του, ηδύνατο ευλόγως να καρπολογήσει από τας δύο χωριστάς λέμβους. Την στιγμήν εκείνην ο καπετάν-Νικολάκης, το Τρυποκαρύδι, μόνος ιδιοκτήτης και κυβερνήτης του κοτέρου, αναλογισθείς το φιλοδώρημα, το οποίον ήτο δυνατόν να δώσουν οι υποψήφιοι, αν τους έπειθε να επιβιβασθώσιν εις το κότερον, όπως εισπλεύσωσιν εις τον λιμένα μετά πομπής, αποβλέψας εις την εγγύτερον ισταμένην λέμβον, ης επέβαινον οι δύο των υποψηφίων, μετέβη εις την πρώραν και ήρχισε να φωνάζη·
- Ορίστε, κύριοι, στο κότερο! Κύριε Αλικιάδη! κύριε Αβαρίδη! θα ισάρουμε και μπαντέρα μες στο λιμάνι…

Την ιδίαν στιγμήν ο Λάμπρος ο Βατούλας ήρχισε να νεύη απελπιστικώς και να χειρονομεί από της πρύμνης προς τον νεαρόν ναυτικόν αποτρέπων αυτόν. Διότι την στιγμήν εκείνην, αφού πολύ εσκέφθη, του είχεν έλθει η ιδέα ότι, αφού τα πράγματα του παρουσιάζοντο ούτω πολύπλοκα, ο άριστος τρόπος προν λύσιν της δυσχερείας ήτο να καλέσωσιν επί του κοτέρου τους τρεις υποψηφίους, τους επί της άλλης λέμβου. Ούτω θα είχον το πλεονέκτημα ότι θα είχον δύο αντί ενός ή μάλλον τρεις αντί δύο να περιποιηθώσι. Διότι ναι μεν ο εις των τριών ο Γεροντιάδης, ήτο από το άλλο κόμμα, αλλ’ ο τρίτος, ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, κατά τους υπολογισμούς του Βατούλα, ήξιζε τουλάχιστον διά δύο. Και τούτο θα ήτο το μέγιστον κέρδος, ως ήτο και ο σκοπός της θαλασσίας εκδρομής του, το να έχει τον Χαρτουλάριον υπό τας όψεις και υπό την χείρα του. Αλλ’ ο καπετάν-Νικολάκης, το Τρυποκαρύδι, επειδή «δεν ήτο μέσα του» δια να ηξεύρη τους πόθους και τους υπολογισμούς του, επεδίωκε δε ως αμαθής ναύτης το προχειρότερον και το ευκολώτερον κέρδος, δεν έδωκε προσοχήν εις τα νεύματα και εις τας χειρονομίας του και εξηκολούθησε να φωνάζει προς τους κ.κ. Αλικιάδην και Αβαρίδην:
-Θα κοτσάρουμε και την μπαντέρα, κύριοι!

Συγχρόνως ο Λάμπρος ο Βατούλας απελπισθείς ότι θα τον ενόει ποτέ αυτός ο  «χονδροκέφαλος» ο Νικολάκης, το Τρυποκαρύδι, έστρεψε τα νεύματα και τας χειρονομίας του προς τους εν τη άλλη λέμβω και ήρχισε να τους χαιρετίζη με το καπέλο, με το μανδήλι και με την φωνήν·
-Καλώς ωρίστε, κύριοι! ορίστε στο κότερο! κύριε Γεροντιάδη! κύριε Καψιμαΐδη! κύριε Χαρτουλάριε! ορίστε!

Σύγκρουσις τότε επήλθε δικαιωμάτων, απαιτήσεων και πόθων και σύγχυσις βλεμμάτων, φωνών και φρενών. Ο μεν κυβερνήτης από της πρώρας προσεκάλει εις το πλοίον τους εκ της μιας λέμβου δύο, ο δε επιβάτης από της πρύμνης, πλοιάρχου εξουσίαν αντιποιούμενος, προσεκάλει τους εκ της άλλης λέμβου τρεις. Οι μεν δύο, και αν ήθελον, ημποδίζοντο να έλθωσιν εκ της προσκλήσεως των άλλων τριών, οι δε τρεις εκωλύοντο εκ της προσκλήσεως των άλλων δύο. Και ούτοι και εκείνοι έμενον κοιτάζοντες [αλλήλους] αναποφάσιστοι, οι πορθμείς των δύο λέμβων εφ’ ων είχον πλεύσει, ζηλότυποι και οργίλοι, ήρχισαν φανερά να γογγύζωσι·
-Δεν έχουν ανάγκην ναρθούν στο κότερο!
-Ξέρουμε κι εμείς από πού μπαίνουν στο λιμάνι!
-Ξέρουμε το δρόμο να πάμε στη σκάλα ν’ αράξουμε…
-Έχουμε κι εμείς μπαντέρα να ισάρουμε…
-Και καινούργια μάλιστα…προχτές ακόμα την έρραψα…
-Ψες ακόμα μπογιάτισα το κοντάρι…ακόμα μυρίζει λαδομπογιά…

Την ιδίαν στιγμήν οι Ανδρογυνοχωρίστρες με την βάρκαν των, σχεδόν χωρίς να τους εννοήση, παρατηρήσαντες προ πολλού την εμφάνισιν των δύο λέμβων, είτα την συνάντησιν αυτών μετά του κοτέρου, είχαν πλησιάσει σιγά και γοργά και είχαν φθάσει ήδη εις το μέρος όπου είχαν σταματήσει πλησίον αλλήλων αι τρεις λέμβοι, ενώ αντήχει ακόμη η πρόσκλησις του Λάμπρου του Βατούλα·
-Ορίστε, κύριοι, στο κότερο!
Και η κραυγή του καπετάν-Νικολάκη·
-Θα κοτσάρουμε και την μπαντέρα, κύριοι!

Ο Μανόλης ο Πολύχρονος χωρίς δισταγμόν ιδών με το πρώτον βλέμμα εις ποίαν λέμβον ευρίσκετο ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, ήτις λέμβος ήτο άλλως και η πλησιεστέρα προς το μέρος εξ ου αυτός ήρχετο, προσήγγισε με την βάρκαν του, εισεπήδησεν εις την ξένην λέμβον, απέπεμψε την ιδικήν του ειπών εις τους συντρόφους του να γυρίσωσι μόνοι εις τον λιμένα, ηυχήθη το «καλώς ωρίσατε» εις τους τρεις υποψηφίους και εν μεγίστη ελευθερία, ενώ ο πορθμεύς και ο ναύτης του εκοίταζον έκπληκτοι, εκάθισε παρά το πλευρόν του Γιαννάκου του Χαρτουλαρίου και ήρχισεν αμέσως εμπιστευτικάς ανακοινώσεις εις το ους αυτού.
Τούτον ως είδεν ο Λάμπρος ο Βατούλας εν τοιαύτη θαυμαστή προπετεία και θρασύτητι ζηλευτή κατορθώσαντα ούτω απλώς να τον υπερφαλαγγίση, έλαβε μόνος την κώπην, ενώ ο κυβερνήτης ο Νικολάκης, το Τρυποκαρύδι, ορθός επί της πρώρας ιστάμενος εξηκολούθει ακόμη να φωνάζη προς τους επί της πρώτης λέμβου δύο υποψηφίους·
- Θα σας ισάρουμε την μπαντέρα, κύριοι!…, και επλησίασε προς την δευτέραν λέμβον, ότε, χωρίς να είπη λέξιν εις τον καπετάν-Νικολάκην, εισώρμησε και αυτός εις την λέμβον, όπου ήτο ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, εχαιρέτησε τους τρεις υποψηφίους και εκάθισεν επί της ετέρας πλευράς του περιμαχήτου υποψηφίου βουλευτού, όπως αρχίσει και αυτός τας ιδικάς του ανακοινώσεις, ενώ ο πορθμεύς και ναύτης του τον εκοίταζον έκθαμβοι με ανοικτόν το στόμα.

Όστις έβλεπε μακρόθεν ούτω πως αντίπρωρα ισταμένας τας τεσσάρας ταύτας λέμβους, υπηνέμους, δίπλα εις το Ασπρόνησον, θα υπέθετεν ότι πράγματι την πρωίαν εκείνην είχε πέσει, κατά το εικονικόν ύφος του Μανόλη του Πολύχρονου, έκτακτος ροφός εις το μέρος εκείνο, ότι τα παραγάδια των τεσσάρων λέμβων εμπερδεύθησαν εις τοιούτον δυσαπάλλακτον τρόπον, ώστε δεν ηδύνατο να διακρίνη τις εις ποίον παραγάδι ανήκε το άγκιστρον εις ο είχε συλληφθεί ο ροφός, και ότι οι αλιείς εμάχοντο προς αλλήλους με κίνδυνον να ξεπιασθή και να τους φύγει το άγρευμα, περί κυριότητος και κατοχής του τε παραγαδίου, του ροφού και του αγκίστρου.
Τέλος αι δύο λέμβοι αι φέρουσαι τους υποψηφίους εξεκίνησαν διά να εισπλεύσωσιν εις τον λιμένα. Η βάρκα του Μανόλη με τους δύο συντρόφους του είχε γίνει άφαντος ήδη. Το δε κότερον, αφ’ ου είχε μείνει μόνος ο κυβερνήτης του, ήρχετο τελευταίον.
Ο καπετάν-Νικολάκης «ήτο φούρκα» ιδών ότι έχασε το ελπιζόμενον φιλοδώρημα και ότι εγκατελείφθη υπό του Βατούλα. Εν τούτοις ήνοιξε το κάτασπρον ως τα πτερά του γλάρου πανίον του, άναψε τον ναργιλέν του, εξηπλώθη παρά το πηδάλιον κρατών την σκόταν κι εξεκίνησεν. Αν ήθελε, καίτοι μόνος, καίτοι αι δύο λέμβοι αρμένιζαν με πανιά και με κουπιά, ήτο ικανός με το κομψότατον, νεοπαγές και κοπτερόν σκάφος του να προσπεράση τας δύο λέμβους, να τας αφήσει «στα μπούνια» ρίπτων «κολοκυθάνες» οπίσω του. Αλλά προς καιρόν ωρτσάριζε κι έκοπτε τον δρόμον του πλοίου. Όταν τα τρία πλοία κάμψαντα τον κάβον εισέπλευσαν εις τον λιμένα, τότε, την ώραν καθ’ ην επλησίαζαν εις την αποβάθραν και ο κόσμος από της αγοράς τους εκοίταζε, τότε, δι’ επιτηδείου χειρισμού, επειδή τα μελτέμια του θέρους έπιαναν εν μέρει εις τον ανατολικόν λιμένα της πολίχνης, έτρεξε κατέμπροσθεν των λέμβων, ύψωσε την σημαίαν του σκεπτόμενος ότι αυτός το κάτω-κάτω ως ναυτικός ήτο τόσον άξιος της τιμής ταύτης διά της σημαίας του ιδίου πλοίου του όσον και πας άλλος, επροσπέρασε τας δύο λέμβους, τας άφησε δέκα οργυιάς οπίσω και ελθών ηγκυροβόλησε πρώτος μετά κρότου, κράξας θριαμβευτικώς προς τους επί των δύο λέμβων υποψηφίους και λοιπούς·
- Τ’ν καραβοκυρά σας!










Τρίτη, Νοεμβρίου 05, 2013



II

 Οι Χαλασοχώρηδες



Διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. 


το διήγημα - το οποίο δημοσιεύεται σε συνέχειες -,
καθώς και το λεξιλόγιο (γλωσσάρι)
και τις εισαγωγικές σημειώσεις
βρήκα σε αυτόν τον ιστότοπο : 



 

Κεφάλαιο Β' 

.

Την εσπέραν εκείνην, Τρίτην της εβδομάδος, πέντε ημέρας προ της εκλογής, περί την ογδόην ώραν, ο Λάμπρος ο Βατούλας ήναψε μετά το δείπνον το φαναράκι του και συνοδευόμενος από τρεις ή τέσσαρας φίλους εξήλθεν εις επισκέψεις κατ’ οίκους προς ψηφοθηρίαν. Διήλθον διά της αγοράς και είτα, δι’ ανωφερούς δρομίσκου, εβάδισαν ανερχόμενοι εις την άνω λαϊκήν συνοικίαν. Μόλις επροχώρησαν ολίγα βήματα, και δευτέρα συνοδεία, μετά φανού και αυτή, προέβαλε κατόπιν των ανερχομένη. Ήτο ο Μανόλης ο Πολύχρονος με την παρέα του , από το άλλο κόμμα. 
Ο Λάμπρος ο Βατούλας είχε «τα μάτια τέσσερα» αλλ’ εκείνην την στιγμήν ησχολείτο αυτός και απησχόλει και τους φίλους του, ενώ εβάδιζαν, διηγούμενος διαφέρουσαν προς αυτούς ιστορίαν. 
Ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, αφού είχε κάμει λεπτά εις το Κάιρον, εμπορευόμενος επί δώδεκα έτη ως αλευράς, κατ’ άλλους ως φούρναρης, έφθασε με το καλόν εις την πατρίδα του, την πρωτεύουσαν της επαρχίας και το είχεν απόφασιν να πολιτευθή. Εφαίνετο μορφωμένος, είχεν ιδεί κόσμον· τον εγνώριζεν αυτός παιδιόθεν και προ ημερών, ότε μετέβη εις την πρωτεύουσαν της επαρχίας, ανενέωσε την γνωριμίαν. Ο νεοφερμένος από την ξενιτείαν είχεν αισθήματα, εξέφερε γενικάς σκέψεις επί των πολιτικών πραγμάτων, «ξύλα, κούτσουρα, δαυλιά καμένα». Δεν ωμοίαζε με τον Αλικιάδην, όστις επολιτεύετο χάριν των δημοσίων έργων, ούτε με τον Γεροντιάδην, όστις εξελέγετο βουλευτής δια το καλόν της πατρίδος. Ήτον αφελής τους τρόπους και έτι αφελέστερος τας ιδέας. Ήθελε να πολιτευθεί «για δόξα». Ευκαιρία λαμπρά.
Ο Αλικιάδης ήτο παμπόνηρος και τα χέρια του ωμοίαζαν με γάντζους. Δεν ημπορούσε να του βγάλεις λεπτά ούτε με το δόλωμα ούτε με το «παρασούβλι». Δεν έδιδε πέντε χωρίς να είναι βέβαιος ότι θα λάβει δέκα. Εβραίος σωστός. Ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος ήτον αγαθός, «ψυχαράκι, ο καημένος». Πώς εφαίνετο ότι ήρχετο από μακριά! Σωστός Κελεπούρης! Είχε παραδάκια καλά, παιδιά, σκυλιά τίποτα. «Εφυσούσε». ( Και ο Λάμπρος ο Βατούλας συνώδευε δι’ ελαφρού φυσήματος, ως και διά προστριβής του αντίχειρος επί του δείκτου, υπό το φως του φαναρίου, την λέξιν: «φυσάει-φυσάει»). Πού θα την εύρισκαν άλλην φοράν τοιαύτην ευκαιρίαν; Τον παλαιόν καιρόν οι υποψήφιοι βουλευταί κατήρχοντο σύνδυο εις τον αγώνα, έκαμναν κολληγιές. Επειδή όμως εκάστοτε ο έτερος των συνδυαζομένων ή οι στενώτεροι των περί αυτόν, εκόντος ή άκοντος αυτού, παρεσπόνδουν κι έκρινον καλόν να μαυρίσουν τον σύντροφον, δίδοντες αποκλειστικήν την ψήφον των εις τον ιδικόν των, εξέλιπεν η εμπιστοσύνη, και οι συνδυασμοί εξέπεσαν κατά μικρόν εις την επαρχίαν, εωσότου ολοσχερώς κατηργήθησαν.
Τώρα, ο καημένος ο Γιαννάκος, επειδή, καθώς σας είπα, ήρχετο από μακριά, εζήτησεν εν τη αθωότητί του να συνδυασθεί με τον Αλικιάδην, και ο τσιφούτης προθύμως τον εδέχετο. Άλλοι όμως, πονηρότεροί του, τού άνοιξαν τα μάτια, κι έτσι ο συνδυασμός εναυάγησε. «Τόσο το καλύτερο για μας, παιδιά». Αν ο συνδυασμός κατηρτίζετο, ο Αλικιάδης θα διηύθυνε το οικονομικόν μέρος και θα του έτρωγε τα λεφτά χωρίς να του δώση ψήφους. Τώρα όμως ο Χαρτουλάριος θα διεπραγματεύετο απ’ ευθείας προς αυτούς (εκτός αν τον ήρπαζε το σκυλί, ο Μανόλης ο Πολύχρονος, με τους ιδικούς του, αλλ’ ο Λάμπρος θα είχε τον νουν του), και εύκολα, ήλπιζε, θα τον έβαζαν στο χέρι. Αν ημπορούσαν να του δώσουν καμμιά εκατοστή ψήφους (εκείνος βουλευτής δεν θα έβγαινε, κι ας το είχε σίγουρο, μόνον για το ονόρε) από κείνους τους σμιγούς, τους φθηνούς, που θα τους αγόραζαν προς 4 έως 5 δραχμάς το κομμάτι και θα του τους επουλούσαν προς 15, ας είναι και προς δέκα δραχμάς, χαρά στην τύχη τους! Αφού είπε τοιαύτα τινά ο Λάμπρος, ευθύς προσέθηκε:
-Τάχα, ο λόγος το λέει, εμείς δεν είμαστε από κεινούς… Α! ο Μανόλης, ναι, εκείνος είναι γι’ αυτές τις δουλειές.

Συγχρόνως ανήρχετο κατόπιν των η άλλη συνοδεία, και ο Μανόλης ο Πολύχρονος, εν τω μέσω ιστάμενος, έλεγε ταπεινή τη φωνή με αλληγορικάς, ως συνήθιζε, φράσεις:
- Αύριο, παιδιά, πέφτει το μεγάλο ψάρι…Να ’χετε το νου σας…μη μας φάη το θεριό (κι εδείκνυεν εκατόν βήματα απωτέρω, διά μέσου του σκότους, περί την κινουμένην αμυδράν λάμψιν του προπορευομένου φανού τον Λάμπρον τον Βατούλαν με την συνοδείαν του). Να πιάσουμε τα πόστα… Μη μας φάει το ψάρι ο γιαλός… Ως το μεσημέρι ο ροφός αριβάρει (να πάρουμε στα χωρατά μια βάρκα να πεταχτούμε ως τα νησιά, να κάμουμε καρτέρι)… ροφός εφταοκαδιάρικος, φρέσκος!… θα πέσουν και κάτι συναγριδάκια, δε σας λέω… Μα βάρδα απ’ το σκυλόψαρο ( κι εδείκνυε τον Λάμπρον τον Βατούλαν). Διπλές απετουνιές, τριπλά παραγάδια… με χονδρούς φελλούς και με μολυβήθρες πενηντάρικες… Και τα μάτια σας τέσσερα… Να στέκεσθε αρόδο, να ’χετε απρόντο και τις πράγκες και τα καμάκια… και το σηπιογιάλι έτοιμο… γιατί αλλοιώς δε βγαίνει λαδιά.
Είτα ο Μανόλης προσέθηκεν:
Ας είναι, εμείς τέτοιοι δεν είμαστε… Μα έπρεπε κάτι τι να γίνει, στο πείσμα εκείνου του θεριού, εκείνου του σκυλόψαρου.

Οι περί τον Μανόλην εγέλων πεπνιγμένους γέλωτας ακούοντες και άμα προυχώρουν, ώστε παρ’ ολίγον έφθασαν την πρώτην συνοδείαν, ης τα μέλη ηκροώντο τας λεπτομερείς και σπουδαίας ανακοινώσεις του Λάμπρου, κι εκοντοστέκοντο, και πάλιν εβάδιζον. Τότε είς των πέντε ακούσας βήματα εστράφη και είδε την δευτέραν συνοδείαν και την υπέδειξεν εις τους μετ’ αυτού, ούτοι δε ετάχυνον το βήμα.

Εισήλθον πρώτον ο Λάμπρος και δύο των συν αυτώ, εις τον οικίσκον του Περμαχογιάννη, γέροντος χωρικού, έχοντος τρεις υιούς εκλογείς, οι δε λοιποί δύο της συνοδείας έμειναν εις το προαύλιον ως καραούλι. Εκ της άλλης συντροφίας, ο Μανόλης και δύο άλλοι ανέβησαν εις την οικίαν του Ζυγαράκια, έχοντος τέσσαρας υιούς και ημίσειαν δωδεκάδα ανεψιών, όλους ψηφοφόρους, δύο δε και εκ της συνοδείας ταύτης έμειναν έξω της θύρας, βιγλίζοντες. Δεύτερον ανέβησαν οι περί τον Λάμπρον εις την οικίαν του ζευγηλάτου Στροφλιώτου, οι δε περί τον Μανόλην εισήλθον εις την καλύβην του Μαλλιοδήμου του αιγοβοσκού. Ακολούθως επεσκέφθησαν και άλλας οικίας, κατά την αυτήν πάντοτε τακτικήν, δύο εξ εκατέρας συνοδείας μενόντων πάντοτε ως ουραγών έξω της θύρας ή κάτω της λιθίνης κλίμακος. Ήτο δε ογδόη ή δεκάτη εσπέρα αύτη, καθ’ ην ο Μανόλης και ο Λάμπρος μετά των αυτών ή άλλων οπαδών δεν έπαυσαν επισκεπτόμενοι τας οικίας των χωρικών και ψηφοθηρούντες. Παντού ελάμβανον και έδιδαν λιπαράς διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις δαψιλείς, τόσον χορταστικάς, ώστε εις των μετά του Μανόλη, συνοδεύσας αυτόν πολλάς εσπέρας εις τοιαύτας εκδρομάς, αλλά πρώτην φοράν εφέτος βλέπων εκλογάς, καθόσον ήτο ναυτικός και συνήθως απεδήμει, έλεγεν εύπιστος, οικτείρων της αντιθέτου μερίδος τους τόσους δρόμους·
- Τι χαλνούν τα παπούτσια τους! Τώρα πια οι ψήφοι μάς περισσεύουν!
Αλλ’ ο Μανόλης ο Πολύχρονος, λίαν πεπειραμένος περί τα τοιαύτα, έσεισεν οικτιρμόνως την κεφαλήν και του είπε·
- Αχ! δεν ξέρεις, παιδί μ’, απ’ αυτά. Το ψάρι, ενώ θαρρείς ότι το κρατείς, έξαφνα γλιστράει και φεύγει. «Χάνος είμαι, χάνομαι… μπέρκα ’μαι, δεν πιάνουμαι… γιούλος είμαι, σε γελώ… και τα δίχτυα σου χαλώ».


Εν τω μεταξύ, ο Λάμπρος μετά των δύο συντρόφων του ανέβησαν εις του γέροντος πορθμέως μπαρμπα-Διοματάρη, εις καλύβην ανώγεων μετά μικρού σοφά, όπου εύρον τον γηραιόν ναυτικόν καθήμενον, αν και ήτο θέρος ήδη, παρά την εστίαν, καπνίζοντα ελεεινόν καπνόν με την πίπαν του και θερμαίνοντα τας δύο κνήμας, ων η μία είχε παγώσει προ ετών εις τον Δούναβιν και ερεθιζομένη από καιρού εις καιρόν τον καθίστα ανίκανον προς εργασίαν. Η γραία επαιδεύετο να βράσει δύο ή τρία σκορπιδάκια, τα οποία της είχε φέρει ο γέρων αργά φθάσας την εσπέραν εκείνην με την μικράν βάρκαν του εκ της ημερησίας ανά τον λιμένα εκδρομής. Ο Λάμπρος εκάθισεν επί τινος παλαιού κιβωτίου με γλυφάς και με καρφία διετεθειμένα προς κόσμον εις ρόμβους και εις σταυρούς, οι δε δύο ακόλουθοί του εκάθισαν επί τινος κουλουριασμένου τριχίνου σχοινίου, χρησίμου εις την αλιευτικήν. Παραγάδια και δίκτυα επί κονταρίων ηπλωμένα εκρέμαντο από τον χθαμαλόν όροφον έως το δάπεδον. Όλα, και το σχοινίον και το κιβώτιον και τα κιλίμια και η ψάθα και οι μύστακες του μπαρμπα-Διοματάρη και το φουστάνι της γραίας του, όλα εμύριζαν ψαρίλες.
Ο Λάμπρος ήρχισε να εξηγή τον σκοπόν της επισκέψεώς του, λέγων ότι την φοράν ταύτην επί τέλους ευρέθη άνθρωπος να φροντίσει δια την φτώχεια και να έβγαζαν βουλευτήν τον Αλικιάδην, θα έκαμναν χρυσή δουλειά, διότι αυτός ο Αλικιάδης ήτο φιλότιμος και είχε να ζήση, και δεν είχεν ανάγκην να διορίση εις θέσεις τους ανεψιούς του και τον υιόν της κουμπάρας του, και αν έβγαινε βουλευτής, θα εφρόντιζεν αποκλειστικώς για την φτώχεια. Δεν ωμοίαζε με κάμποσους άλλους «όνομα και μη χωριό». Και ο Λάμπρος δεν είχε αμφιβολίαν ότι αυτήν την φοράν ο μπαρμπα-Διοματάρης θα έδιδεν αποκλειστικήν την ψήφον του εις τον Αλικιάδην. Αυτά τα είπεν εντέχνως ο Λάμπρος ελπίζων να εύρη τον σφυγμόν του γέροντος ναυτικού. Αλλ’ ο μπαρμπα- Διοματάρης, ως να εζήτει αφορμήν να ξεσπάσει, ήρχισε να διηγήται διά μακρών τι του είχε συμβεί κατόπιν της άλλης εκλογής, καθ’ ην είχε δώσει ψήφον εις τους αντιθέτους.
…Είχεν υπάγει εις τον Γεροντιάδην προ της διαλύσεως της βουλής, φέρων όλα τα έγγραφά του, τα χαρτιά του, τα πιστοποιητικά του. Αυτός όμως αγρόν ηγόραζε. «Πού σ’ είδα, πού σε ξέρω;». Δεν τον άφηναν ήσυχον επί τέλους; Ποίαν υποχρέωσιν είχε να τρέχει δι’ όλες τις παλιοκαϊάσσες, όσοι εζήτουν να πάρουν σύνταξιν από το απομαχικόν; Αυτός, όσους ψήφους επήρε, τους είχεν αγοράσει ακριβά. Όλους πληρωμένους. Ένα εκλογέα δεν άφησεν απλήρωτον. Διεπραγματεύετο χονδρικώς με τον Μανόλην τον Πολύχρονον, όσους ψήφους - τόσα διπλά τάλληρα, ή όσους ψηφοφόρους - τόσα δεκάρικα. Ανάγκην αυτός δεν είχε να σκοτίζεται, να συναλλάσσεται απ’ ευθείας με ένα έκαστον των εκλογέων. Ο Μανόλης ο Πολύχρονος, εκείνος έλυνε και έδενε, εκείνος έμβαζε κι έβγαζε. Και εις το τέλος του λογαριασμού ακόμη, οι ψήφοι έβγαιναν ολιγώτεροι από τα δεκάρικα. Άρα και πολλοί πληρωμένοι τον είχαν μαυρίσει.
Ο Μανόλης ο Πολύχρονος, ως τετραπέρατος που ήτο, τα εμβάλωνε λέγων ότι πρέπει να ξεπεσθούν από τον λογαριασμόν τόσα δεκάρικα, όσα επήγαν εις γενικά έξοδα, ή και εις κεράσματα ακόμη μη αρκέσαντος του κονδυλίου του ειδικού. Τέλος πάντων, ό,τι έγινεν έγινεν, αλλά μετά την επιτυχίαν δεν εννοούσε να πληρώσει λεπτόν παραπάνω. Και ου μόνον τούτο, αλλ’ ήθελε να μη χάση και την ησυχίαν του. Είχεν εξοφλήσει, ως ενόμιζεν. Επήρε χίλιους εκατόν ψήφους και εξώδευσε χίλια διακόσια δεκάρικα, δώδεκα χιλιαδούλες σωστές. Του ήλθε σχεδόν από ένδεκα δραχμάς, κατ’ ακριβολογίαν από δέκα και ενενήντα έν λεπτά, παρά έν κλάσμα, η ψήφος. Δεν εξελέχθη αυτός βουλευτής, δια να τρέχει δια τις δουλειές των εκλογέων καθώς άλλοι, εξελέχθη δια τα γενικά συμφέροντα της επαρχίας, και όχι μόνον της επαρχίας αλλά και του έθνους όλου. 
Τι λέγει το Σύνταγμα; «Έκαστος βουλευτής αντιπροσωπεύει όλον το έθνος και όχι μόνον την επαρχίαν εξ ής εκλέγεται». Και ευτυχώς, η προλαβούσα βουλή δεν ήτο ως αι προκάτοχοί της, αίτινες διελύοντο μετά εν έτος ή και μετά οκτώ μήνας από του σχηματισμού των. Έφαγε τρεις σωστές συνόδους τακτικάς και δύο εκτάκτους. Εφαίνετο ότι δεν έμελλε ποτέ να διαλυθή, αλλ’ επί τέλους, περί τα τέλη της Γ΄ συνόδου διελύθη.
Κατά την πρώτην σύνοδον ο Γεροντιάδης εφρόντισε να διορίση εις μικράς ή μεγάλας θέσεις όλους τους ανεψιούς του, επτά τον αριθμόν, καθώς δύο εξαδέλφους του και τρεις δευτέρους εξαδέλφους, ως και δύο κουμπάρους και τον υιόν της κουμπάρας του και τον αδελφόν της υπηρετρίας του και άλλους. Κατά την δευτέραν σύνοδον ο Γεροντιάδης κατώρθωσε ν’ ακυρώση δικαστικώς όλα τα ενοικιαστήρια των οικιών των αντιπάλων του ως δημοσίων γραφείων και να ενοικιάση μίαν οικίαν του ως επαρχείον, την άλλην ως ελληνικόν σχολείον, καθώς και της τρίτης μεγάλης παραθαλασσίου οικίας του το μεν άνω πάτωμα ως εφορίαν, το δε κάτω πάτωμα ως λιμεναρχείον. Έμενεν ακόμη το ταμείον, το τελωνείον και το ειρηνοδικείον, αλλά δυστυχώς δεν είχεν άλλας οικίας ιδικάς του προς ενοικίασιν. Κατά την τρίτην σύνοδον επρόφθασε κι έβαλε δύο εκ των υιών του υποτρόφους δύο διαφόρων κληροδοτημάτων, καθ’ ο ανομοίου κλίσεως και προορισμού. Όσον δια την κόρην του, αυτήν την εισήγαγε τη συναινέσει και της μητρός της, νομίμου συζύγου του, εις το «Σχολείο της Αμαλίας», ως ασφαλέστερον, μη ευρών άλλο πρόχειρον παρθεναγωγείον ίνα την εισαγάγη. Και άλλα ακόμη θα κατώρθωνε, διότι η Βουλή εκείνη παραδόξως εφαίνετο έχουσα «μέρες απ’ το Θεό» διά να ζήσει. Δυστυχώς και παρ΄ ελπίδα διελύθη τον τέταρτον μήνα της Γ' συνόδου άγουσα.


 

Κεφάλαιο Γ' 

.

Τοιαύτα ήρχισε να διηγήται εις τον Λάμπρον, όστις τα εγνώριζε καλλίτερα απ’ αυτόν, ο μπαρμπα-Διοματάρης, παρενθέτων ενίοτε εις την σειράν της διηγήσεως έν «καθώς έμαθα, καθώς μου είπαν». Τα πλείστα όμως προς συμπλήρωσιν της εικόνος τα προσέθηκε, διακόπτων τον γέροντα αλιέα, ο Λάμπρος αυτός, όστις δεν έπαυεν εις το τέλος εκάστης περιόδου του απλοϊκού αφηγητού να κατανεύη διά της κεφαλής, επιδοκιμάζων και προσδοκών αίσιον δι’ αυτόν το αποτέλεσμα. Αλλά το περιεργότερον ήτο το πείσμα και η οξύτης, μεθ’ ων τα ήρτυεν ο μπαρμπα-Διοματάρης. Αληθώς δε ο Λάμπρος δεν το επερίμενε και μεγάλως εξεπλάγη, όταν εις το τέλος της διηγήσεως ο αφηγητής προσέθηκε·
-Τέτοιοι είναι όλοι τους! Ύστερα, δώσε τους ψήφο. Δεν πάω ούτε να ψηφοφορήσω, να μου λένε πως μ’ αγόρασαν.
-Τι λες, μπαρμπα-Διοματάρη; ανέκραξεν ο Λάμπρος. Αυτήν τη φορά δεν είναι ο Γεροντιάδης… είναι ο Αλικιάδης, και δεν έχεις να κάμης με τον Μανόλην τον Πολύχρονον, έχεις να κάμης μ’ εμένα…
-Όλοι το ίδιο είναι! επανέλαβε μετά πεισμονής ο μπαρμπα-Διοματάρης, αμεριμνών αν προσέβαλλε κατά πρόσωπον τον Λάμπρον τον Βατούλαν.
-Πώς όλοι το ίδιο είναι! επανέλαβεν ο Λάμπρος. Ημείς δεν καταδεχόμαστε, μπαρμπα-Διοματάρη, να κάνουμε τις δουλειές που κάνει ο Μανόλης ο Πολύχρονος.
-Δεν το καταδιώχνετε! ανεκάγχασε σκληρώς ο τραχύς ναύτης.
-Ναι, αυτό που σου λέω εγώ. Δεν μου λες, μπαρμπα-Διοματάρη, στην άλλη εκλογή επήρες παράδες απ’ το Μανόλη;
-Εγώ να πάρω παράδες; είπε βλοσυρός ο γέρων πορθμεύς· εμένα μου έταξαν να βγάλουν την σύνταξή μου.
-Δεν σημαίνει· έκαμες κακά να μην πάρεις παράδες.
-Γιατί;
-Γιατί ο Μανόλης θα σε πέρασε για πληρωμένον, αυτό να το ξέρης σίγουρα.
-Τώρα το κατάλαβα κι εγώ, και γι’ αυτό ούτε ξαναπάω πλια να ρίξω ψήφο.
-Είσαι κουριόζος άνθρωπος, μπαρμπα-Διοματάρη, εστέναξεν ο Βατούλας.
-Το ξέρω κι εγώ…Δεν θα υπάρχουν πολλοί τέτοιοι σαν εμένα.
-Δεν υπάρχει κανείς…Είσαι μοναχός σου…Δεν έχεις ταίρι.

Και ο Λάμπρος εστέναξεν εκ δευτέρου αναλογιζόμενος ότι, αν υπήρχον πενήντα τοιούτοι εκλογείς, μη δεχόμενοι χρήματα αλλά υποσχόμενοι, ουχί όπως ο μπαρμπα-Διοματάρης, να ψηφοφορήσουν, κατ’ ευχήν θα εκέρδιζε και αυτός πενήντα χάρτινα δεκάδραχμα από μίαν εκλογήν. Εφθόνει δε και τον Μανόλην τον Πολύχρονον, όστις ήξευρε τον τρόπον, υποσχόμενος εις τον ένα διορισμόν, εις τον άλλον σύνταξιν, εις τον τρίτον αισίαν έκβασιν της δίκης, να ευρίσκει απληρώτους εκλογείς, τους οποίους να περνά εις το κατάστιχόν του ως πληρωμένους. Εν τοσούτω δεν απηλπίσθη να μεταπείσει τον μπαρμπα-Διοματάρην, και ηξεύρων ότι, αν επέμενεν αποτόμως κατ’ αυτήν την ιδίαν εσπέραν, θα εστόμωνε μόνον το γεροντικόν πείσμα του χελωνοδέρμου ναυτικού, τον εκαληνύκτισε δι’ απόψε, επιφυλαχθείς να επανέλθη μετά δύο εσπέρας.
Ακολούθως ο Λάμπρος ο Βατούλας μετά των συνοδών του ανήλθεν εις την μικράν οικίαν του Θανάση του Τσιρογιάννη.
-Καλώς τα κάνετε! Καλησπέρα, Θανάση με τη φαμίλια σου! έκραξεν ο Λάμπρος με την λιγυράν και θωπευτικήν φωνήν του και με την μελισταγή ευπροσηγορίαν του.
-Καλώς τον κυρ-Λάμπρο με την παρέα του.
-Ε; είμαστε για νάμαστε;
-Μα βέβαια… Εσείς δεν εφανήκατε κανένας σας, ούτε σεις ούτε οι άλλοι…Είπα κι εγώ, μαθέ, γιατί δε μου μιλεί κανένας;…Να μη μ’ πη κανένας ένα λόγο;…
-Να που ήρθαμε…

Ο οικοδεσπότης ωμολόγει αφελώς ότι ήτο έτοιμος να δώση τον λόγον του εις εκείνον των κομματαρχών, όστις πρώτος θα έσπευδε να τον αγκαζάρη. Ηγάπα, ως φαίνεται, τας θωπείας και εθεώρει ως τιμήν προσγινομένην αυτώ το να έλθη τις παρακαλών να του δώση την ψήφον του.
«Άλλο σόι άνθρωπος αυτός», είπε μέσα του ο Λάμπρος ο Βατούλας. «Καλά που πρόφτασα κι ήρθα…πώς δεν το πήρε μυρουδιά εκείνο το σκυλί, ο Μανόλης ο Πολύχρονος, να έρθη να μου τον πάρει!». Ο Θανάσης ο Τσιρογιάννης προσέφερεν οίνον και στραγάλια εις τους επισκέπτας, ο δε Λάμπρος του έδωκε παχείας υποσχέσεις δι’ οιανδήποτε απαίτησιν και αν είχεν από τον μέλλοντα βουλευτήν, όστις ήτο σίγουρος «με το παραπάνω», και τον παρεκάλεσε να περάση από το γραφείον του, όπου είναι το εκλογικόν κέντρον, διά να τα ειπούν καλλίτερα.
Μόλις απήλθεν ούτος μετά των ακολούθων του, και ο Μανόλης με τους ιδικούς του ανήλθεν εις την οικίαν.
-Λοιπόν, κουμπάρε, πώς είμαστε;
Ο Μανόλης είχε συνηθίσει ν’ αποκαλεί κουμπάρους σχεδόν όλους, και τους συντέκνους των συμπεθέρων του.
-Τώρα, κουμπάρε, έδωσα το λόγο μ’.
-Σε ποιόνε;
-Στο Λάμπρο τον Βατούλα… Τώρα- δα, τώρα- δα, ότι κατέβηκε… Δεν ηξεύρατε ναρθήτε μισή ώρα μπροστά;













Κυριακή, Νοεμβρίου 03, 2013

Οι Χαλασοχώρηδες

Διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. 



το διήγημα - το οποίο θα δημοσιεύσω σε συνέχειες -,
καθώς και το λεξιλόγιο (γλωσσάρι)
και τις εισαγωγικές σημειώσεις
βρήκα σε αυτόν τον ιστότοπο : 








ευχαριστώ πολύ την road art ist
 που με βοήθησε να προσεγγίσω
το έργο !

Λίγα εισαγωγικά :

Οι Χαλασοχώρηδες

.

Διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα Ακρόπολις, από τις 12 έως τις 22 Αυγούστου του 1892. Εκτυλίσσεται σ' ένα νησί (προφανώς τη Σκιάθο), κατά την τελευταία εβδομάδα της προεκλογικής περιόδου και ανήμερα των εκλογών.

Το διήγημα του Παπαδιαμάντη γράφτηκε υπό την επήρεια των εκλογών της 3ης Μαϊου 1892, που έφεραν στην εξουσία τον Χαρίλαο Τρικούπη. Ένα χρόνο αργότερα, η Ελλάδα πτώχευσε. 

Ο «κοσμοκαλόγερος» των ελληνικών γραμμάτων σατιρίζει τα πολιτικά και εκλογικά ήθη της εποχής του και προβάλλει τις παθογένειες του ελληνικού κράτους.
Με το διήγημα αυτό, ο Παπαδιαμάντης αφήνει την καθαρά ηθογραφική περίοδο της πεζογραφίας του κι εγκαινιάζει τη μοραλιστική και σατιρική, χτυπώντας και ελέγχοντας τα τρωτά της εποχής του σαν κοινωνικός ανατόμος και παρατηρητής.

Οι Χαλασοχώρηδες έκαναν μεγάλη αίσθηση στους πνευματικούς κύκλους της εποχής του Παπαδιαμάντη. Στο εισαγωγικό σημείωμά του, ο εκδότης της Ακροπόλεως, Βλάσης Γαβριηλίδη, ανέφερε:

“ …Θα καταλάβουν πρωτίστην θέσιν εν τη διανοητική παραγωγή του συγγραφέως, δια την ψυχολογικήν επιβολήν και την ηθολογικήν έννοιάν των… Τύποι και ήθη και ιδέαι αποτυπούνται πιστότατα… Αλλά δεν έχουν μόνον σημασίαν υψίστην οι Χαλασοχώρηδες. Και υπό ηθική έποψιν θα επιβληθούν εις τους αναγνώστας. Ο κ. Παπαδιαμάντης δεν είναι απλούς διηγηματογράφος, είναι πνευματικός και ηθικός εργάτης, αγωνιστής της προόδου, της ημερώσεως, της δικαιοσύνης… ”

Ο δημοσιογράφος και πεζογράφος Μιχαήλ Μητσάκης (1868-1916) σε γράμμα του προς τον Παπαδιαμάντη τονίζει την αξία και τη σημασία του έργου για τη νεοελληνική πεζογραφία, γιατί ανοίγει «νέους ορίζοντες εις την μελέτην και την καλλιτεχνικήν αναπάραστασιν της πραγματικότητας».
 




Κεφάλαιο Α'

.

Αφού περιήλθον όλα τα μαγαζία της παραθαλασσίου αγοράς, όπου έπιον όχι ολίγον εις υγείαν και των δύο αντιπάλων μερίδων, ο Κωνσταντής ο Καλόβολος και ο Γιάννης της Χρυσάφως κατήντησαν και εις το μικρόν καπηλείον του Δημήτρη του Τσιτσάνη, όπου εισελθόντες απήτουν από τον οινοπώλην να τους κεράσει. Αλλ’ ο κάπηλος ίστατο συλλογισμένος και ηρνείτο επιμόνως να κεράση, λέγων ότι κατά το έτος τούτο δεν είχε σκοπόν «να το κάμει φόρα» προς χάριν κανενός, διότι άλλοτε, όπου είχε φανεί φιλότιμος με το παραπάνω, την είχε πάθει στα γερά. Διότι ο Λάμπρος ο Βατούλας και ο Μανόλης ο Πολύχρονος, αυτοί που είχαν το λύειν και το δεσμείν εις τα δύο κόμματα, του έταξαν «φούρνους με καρβέλια», δώσαντες αυτώ ουχί πλείονας των είκοσι δραχμών μετρητά απέναντι, καθώς του είπαν, και παρακινήσαντες αυτόν να εξοδεύση κι απ’ τη σακκούλα του όσα θέλει άφοβα, διότι θα πληρωθεί μέχρι λεπτού, σύμφωνα με τον λογαριασμόν, όν ήθελε παρουσιάσει. Τότε αυτός πιστεύσας «εξανοίχθηκε» κι εξώδεψε ιδικά του λεπτά, παραπάνω από ένα εκατοστάρικο· αλλά μετά τας εκλογάς, ο Λάμπρος ο Βατούλας (τον οποίον αυτός ηρέσκετο να ονομάζει σήμερον «ο Λάμπρος ο Φαταούλας») έκαμε πως δεν τον εγνώριζε και του εγύριζε τις πλάτες. 
Πού επερίσσευε τραμπούκος απ’ αυτούς που έχουν δόντια, κατάλαβες, για να φάνε κι οι άλλοι, οι παραμικροί; Ο Λάμπρος ο Βατούλας κι ο Μανόλης ο Πολύχρονος κι άλλοι μερικοί πέφτουν με τα μούτρα στη λαδιά, στο μούχτι… κι ηξεύρουν πώς να κυνηγούν το πλιάτσικο. Έχουν βλέπεις αυτοί, οι διάβολοι, τον τρόπον να τα κάμουν πλακάκια. Αν ερωτάς κι από κοντραπούντους κι από μπουλούκια… κανείς δεν μπορεί να βγάλει πλώρη μαζί τους. Είναι εις όλα πρώτο νούμερο. Αλλ’ όταν μίαν φοράν καεί η γούνα ενός ταβερνιάρη, ενός καφετζή ή ενός μικρομπακάλη (δεν σου λέγω, είναι άλλοι που καίονται στα πολιτικά κι έχουν κρεμασμένο δια τας εκλογάς το ζουνάρι τους… κι είναι πάλιν άλλοι που ξέρουν με τρόπο και τα καταφέρνουν, παίρνοντας λεπτά κι από τα δύο κόμματα, μαυρίζοντες πότε το έν, πότε το άλλο κι εβγαίνοντες πάντοτε λάδι), τότε πολύ βλαξ θα είναι, αν τους επιτρέψη να τον κοροϊδέψουν και δευτέραν φοράν.

Τοιαύτας θεωρίας εξέφερεν ο Δημήτρης ο Τσιτσάνης, αρνούμενος να κεράση τους δύο φίλους, οίτινες ευθυμότατοι είχον εισέλθει εις το καπηλείον του. Αλλά δεν ήσαν και διψασμένοι. Ήτο εσπέρα ήδη και από της δείλης είχον περιέλθει το ήμισυ της πολίχνης, παντού κερνώμενοι και πίνοντες. Ο Κωνσταντής ο Καλόβολος ήρχισε να παραδίδη μάθημα εκλογικής ορθοφροσύνης εις τον κάπηλον, λέγων ότι αυτός οπού τού θέλει το καλόν του λυπείται να τον βλέπη να πηγαίνη πάντοτε ωσάν τον κάβουρα, και τούτο ένεκα αδικαιολογήτου παραξενιάς. Το να μη θέλη «να το κάμει φόρα» νομίζει ότι είναι δι’ αυτόν το συμφερώτερον;
Κάθε άλλο, εξ εναντίας, με τούτο εμπνέει δυσπιστίαν και εις τα δύο κόμματα, και ένεκα τούτου δεν αποφασίζουν να δώσουν χρήματα εις ένα άνθρωπον κρυψίνουν, «στριμμένον», όστις θέλει να κάμη τον ανεξάρτητον, χωρίς να ξεύρη καλά καλά τι πράγμα είναι ανεξαρτησία. Ενώ, αν αποφασίση να κηρυχθεί θερμός ή και χλιαρός υπέρ του ενός κόμματος, τότε, ενώ του κόμματος τούτου θα εφελκύση ασφαλώς την εμπιστοσύνην, δεν είναι παράξενον να προκαλέση κολακείας και φιλοφρονήσεις και από το άλλο κόμμα, οι άνθρωποι του οποίου θα προσπαθήσουν με κάθε τρόπον να τον κάμουν να τα γυρίση, ή θα πασχίσουν τουλάχιστον να τον μετριάσωσιν. Εάν θέλη μάλιστα να πάρη λεπτά και από τα δύο κόμματα, ο ασφαλέστερος τρόπος είναι να κηρυχθή φανερά υπέρ του ενός. 
Δεν παίρνει παράδειγμα απ’ αυτόν κι από τον φίλον του, τον Γιάννην της Κ’σάφους; Ενώ άλλοι φανατίζονται και «χαλνούν την ζαχαρένια τους» και χολοσκάνουν, αυτοί οι δύο «ζευγαράκι ταιριαστό», παράδειγμα υγιούς εκλογικής φιλοσοφίας εις όλον το χωρίον, ανήκοντες εις δύο αντίπαλα και μέχρι καταστροφής πολεμούντα άλληλα κόμματα, περνούν με γέλια και με χαρές, τρώγοντες, πίνοντες, ευωχούμενοι εις υγείαν όλων των υποψηφίων, ευλόγως θέτοντες την φιλίαν των υπεράνω κομμάτων. Και με τοιούτον τρόπον «το έχουν δίπορτο». Με όποιον κόμμα νικήσει θα είναι φίλοι και οι δύο, αφού θα είναι ο είς. «Όποιος γάιδαρος, κι αυτοί σαμάρι».

Τοιαύτα πρακτικής ηθικής διδάγματα έδιδεν ο Κωνσταντής ο Καλόβολος εις τον Δημήτρην τον Τσιτσάνην. Είναι αληθές ότι τα πλείστα είχεν ακούσει την προτεραίαν παρά δικολάβου τινός, όστις τα ανέπτυσσε προς τους φίλους του. Ο κάπηλος τον ήκουε σείων την κεφαλήν, λέγων ότι αυτά τα ήξευρε πρωτύτερα απ’ εκείνον. Αλλ’ είναι μεγάλη διαφορά να είναι τις αγωγιάτης απλώς ή ξωμερίτης, όπως αυτοί οι δύο, από του να έχει μαγαζί. Διότι πρέπει να τηρή τις και κάποιαν αξιοπρέπειαν, «να φυλάγη την θέσιν του», αν θέλη να μην ξεπέση «στην παρακατινή σκάλα». Οι δύο φίλοι τον ήκουον μειδιώντες, ουδόλως προσβαλλόμενοι, διότι τους υπεβίβαζε. Μόνον ο Γιάννης της Κ’σάφους τελευταίον είπεν ότι «δεν του γεμίζει το μάτι κι αυτός και το μαγαζί του». Ο κάπηλος επειράχθη τότε και ήρχισε να τους ονειδίζη σκληρώς, αλλ’ ο Κωνσταντής ο Καλόβολος με ατάραχον μειδίαμα ,του είπεν, ότι «αν θέλη να έχη μαγαζί, πρέπει να έχη και κοιλιά σαν το μαγαζί του, μεγαλύτερη μάλιστα απ’ το μαγαζί του».
Ενταύθα ήτο η λογομαχία, και ο κάπηλος είχεν ανάψει την λάμπαν, διότι είχε νυκτώσει ήδη, όταν εισήλθε κομματική ομάς οδηγουμένη από τον Λάμπρον τον Βατούλαν, εκείνον ον ο Τσιτσάνης ωνόμαζε Φαταούλαν. Ήτο ανήρ μεγαλόσωμος, ωραίος, μετ’ επιτηδεύσεως ενδεδυμένος, φιλοφρονέστατος και μελιχρός τους τρόπους.
Άμα εισελθών, διέταξεν έξ μαστίχες δια τους μεθ’ εαυτού, είτα, ελθών όπισθεν του λογιστηρίου, έκυψεν εις το ούς του καπήλου και ήρχισε να του κρυφομιλή και να τον κατηχή. Μετ’ ολίγα λεπτά της ώρας, αφού του είπε πολλά και ο οινοπώλης του απήντα μόνον διά κατανεύσεων της κεφαλής, επέστρεψε πάλιν προς την τράπεζαν, περί ήν είχε στρωθή η παρέα του, και διέταξεν εκ νέου μαστίχες.
Επλήρωσεν εν κρότω δεκαρών τα ποτά, είτα απευθύνας τον λόγον προς τον Κωνσταντήν τον Καλόβολον, όστις ίστατο παράμερα με τον φίλον του, τον Γιάννην της Κ’σάφους·
-Έ! Τι έχουμε, Κώστα;…Πώς πάει το κόμμα σας; είπε.
-Ποιο κόμμα μας, κυρ-Λάμπρο; απήντησεν ο Κωνσταντής ο Καλόβολος· το κόμμα μας είναι το κόμμα σας.
-Τι; είμαστε από ένα κόμμα;
-Δεν το ξέρετε;
-Τότε, πώς δεν ξεχωρίζετε από τον Γιάννη τον φίλον σου;
-Η φιλία φιλία και το κόμμα κόμμα.
-Ας είναι, τέλος πάντων, ο Θεός κι η ψυχή σας. Πίνετε από μια μαστίχα;
-Απόνα κρασί… αν μας κεράσετε.

Και ο Λάμπρος ο Βατούλας διέταξε δύο κρασιά. Εν τω μεταξύ εισήλθεν εις το καπηλείον και άλλη ομάς εκ του αντιθέτου κόμματος.
-Εβίβα! Καλή επιτυχία.
Οι δύο φίλοι συνέκρουσαν τα ποτήρια και έπιον.
Η νεωστί εισελθούσα ομάς διέταξε και αυτή ποτά. Επί κεφαλής της ομάδος ήτο ο Μανόλης ο Πολύχρονος, μεσήλιξ, μελαχροινός, εύθυμος, αστείος.
-Α! εδώ είσθε σεις, που βυζαίνετε δύο μαννάδες;
-Το καλό αρνί, κυρ-Μανόλη, απήντησεν ο Γιάννης της Κ’σάφους, τρώει από δυο προβατίνες.
Ο Μανόλης διέταξε τον κάπηλον να τους κεράσει και τότε έπιον εις υγείαν του κόμματος, το οποίον εξεπροσώπει ο Μανόλης.


Με τοιαύτην τακτικήν εκαλοπερνούσαν εις τας εκλογάς οι δύο αγαπημένοι φίλοι. Είχον δε πίει την ημέραν εκείνην όχι ολίγα εις βάρος αμφοτέρων των κομμάτων. Ο Μανόλης ο Πολύχρονος εγερθείς, μετέβη όπισθεν του λογιστηρίου, όπως είχε κάμει προ μικρού ο Λάμπρος ο Βατούλας, και ήρχισε να ομιλή εις το ούς του καπήλου.
Το λογιστήριον εκείνο, φαίνεται, ωμοίαζε κάπως μ’ εξομολογητήριον φραγκοκκλησιάς, όπου, μία- μία εισερχόμεναι, ελαφρύνουσι την συνείδησίν των αι κομψοπρεπείς μετανοούσαι. Αφού δε του είπεν ό,τι είχε να του είπη ταπεινη τη φωνή, ενώ ο Λάμπρος ο Βατούλας δεν έπαυσε να τους κοιτάζει με τον κανθόν του οφθαλμού, επιστρέψας εις την θέσιν του ο Μανόλης ηθέλησε να κουρδίση ολίγον τους δύο φίλους.
-Όλα καλά, τους είπε, μα εσείς οι δύο το καταλαβαίνετε, που μας κοροϊδεύετε όλους, ή όχι;
-Αλήθεια! επεβεβαίωσεν από της πέραν τραπέζης και ο ηγέτης της άλλης ομάδος, ο Λάμπρος ο Βατούλας, όστις ηγάπα πάντοτε να είναι φιλόφρων προς τους αντιπάλους· αλήθεια, μας κοροϊδεύετε.

Οι δύο φίλοι, μόλις κρατούμενοι εις τους πόδας των, ήρχισαν να διαμαρτύρονται θορυβωδώς·
-Όχι! μα το φως μου, κυρ-Μανόλη…
-Μα την αγάπη μας, κυρ-Λάμπρο…
-Έτσι να έχω καλά γεράματα.
-Να χαρώ το στέφανό μου, κουμπάρε.
Και λέγοντες εστράφησαν ο είς προς την τράπεζαν, περί ήν ήτο συγκεντρωμένη η ομάς του Λάμπρου, ο έτερος προς την άλλην τράπεζαν, περί ήν εκάθηντο οι σύντροφοι του Μανόλη, στρέφοντες προς αλλήλους τα νώτα, χειρονομούντες υπερμέτρως ως αδέξιοι υποκριταί, ανοίγοντες τας αγκάλας προς περίπτυξιν των δύο αρχηγών των κομματικών ομάδων.

-Αν θέλετε να σας πιστέψουμε ότι δεν μας κοροϊδεύετε, είπεν ο Μανόλης ο Πολύχρονος, πρέπει ή ν’ αποκόψετε ο ένας από τον άλλον αυτές τις ημέρες που θα είναι οι εκλογές ή…
-Αυτό θα είναι σκληρά καταδίκη δι’ αυτούς, είπε γελών ο Λάμπρος ο Βατούλας.
-Ή τουλάχιστον, εξηκολούθησεν ο Μανόλης ο Πολύχρονος, να μας δώσετε τώρα αμέσως απόδειξιν ότι ενδιαφέρεσθε ειλικρινώς και ολοψύχως ο ένας σας υπέρ του ενός κόμματος, ο άλλος υπέρ του άλλου.
-Παίρνω όρκο, είπε υψών την χείρα ο Γιάννης της Κ’σάφους.
-Κι εγώ παίρνω όρκο, είπε και ο Κωνσταντής ο Καλόβολος.
-Οι όρκοι είναι σήμερα το φθηνότερο πράμα, είπε σαρκαστικώς ο Μανόλης ο Πολύχρονος.
-Σου δίνω το λόγο μου, κουμπάρε, είπε ο Γιάννης της Κ’σάφους.
-Τι να τον κάμω το λόγο σου, κουμπάρε; είπεν ο Μανόλης· καλλίτερα είχα να μου έδινες τα παλιά τα τσαρούχια σου.

Ο Γιάννης της Κ’σάφους κύψας έλυσεν από των ποδών τα πέδιλα και ορθωθείς σοβαρώς τα προσέφερεν εις τον Μανόλην.
-Πάρ’ τα, κουμπάρε!
Τα απέθηκεν επί της τραπέζης και είτα, γυμνόπους, εστράφη προς την θύραν να εξέλθη.
Όλοι εγέλασαν προς το σκηνικόν τούτο του κραιπαλώντος, αλλ’ ο Μανόλης τον ανεκάλεσεν:
-Έλα δω, κουμπάρε!
Ο Γιάννης της Κ’σάφους επιστρέψας εστάθη ενώπιον του Μανόλη.
-Εις τους ορισμούς σου, κουμπάρε.
-Θέλω, είπε, να μας δώσετε απόδειξιν αναμφισβήτητον της πίστεώς σας εις τα δύο κόμματα.
-Τι απόδειξιν;
-Ιδού, είπεν ο Μανόλης, απευθυνόμενος μάλλον προς τον Λάμπρον τον Βατούλαν· δεν είναι αληθές πως ό,τι επιθυμεί κανείς εκείνο και πιστεύει;
-Δηλαδή; είπεν ο Λάμπρος ο Βατούλας.
-Δηλαδή, δεν βλέπομεν πολλάκις δύο ανθρώπους να στοιχηματίζουν μεγάλα ή μικρά ποσά, δι’ εν πράγμα, του οποίου άδηλος είναι η έκβασις, πιστεύοντες και ο εις και ο άλλος ότι θα γίνη εκείνο το οποίον επιθυμούν;
-Καθώς λόγου χάριν εις τας εκλογάς, σαν καλή ώρα, είπεν ο Λάμπρος ο Βατούλας, όπου βάζουν στοίχημα ότι θα βγει εκείνος τον οποίον θέλει ο καθένας.
-Ίσα- ίσα! είπεν ο Μανόλης. Λοιπόν, δεν είναι καλό να βάλουν οι δυο τους τώρα μπροστά μας ένα στοίχημα;
-Σαν τι στοίχημα;
-Να στοιχηματίσετε, συ, κουμπάρε Γιάννη, ότι θα κερδίση το δικό μας το κόμμα και συ, Κωνσταντή, ότι θα κερδίση το άλλο κόμμα.
-Εγώ βάζω το γάιδαρό μου! ανέκραξεν ο Γιάννης της Κ’σάφους.
-Κι εγώ το βόδι μου! εφώνησεν ο Κωνσταντής ο Καλόβολος.
-Ο γάιδαρός σου ας έχη ζωή, κουμπάρε Γιάννη, και το βόδι σου σού χρειάζεται δια να ζήσης, Κωνσταντή Καλόβολε. Μόνον αρκεί να βάλετε κάτι τι που να τρώγεται, που να μασιέται εύκολα, για να ξεφαντώση όλο το ασκέρι, που καλώς ανταμωθήκαμε εδώ, καλή μας ώρα, όταν θα γίνουμε φίλοι μετά τας εκλογάς. Εσύ, κουμπάρε Γιάννη, δεν έχεις, θαρρώ, δύο προβατίνες κι ένα κριάρι;
-Τα θυσιάζω! ανέκραξεν ο Γιάννης της Κ’σάφους. Για το χατήρι σου, κουμπάρε, κουρμπάνι γίνομαι.
-Κι εγώ, για την αγάπην σου, κυρ-Λάμπρο! εφώνησεν ο Κωνσταντής ο Καλόβολος.
-Δεν είναι ανάγκη να θυσιάσης τις προβατίνες, κουμπάρε Γιάννη, το κριάρι μας αρκεί.
-Βάζω το κριάρι, είπεν ο Γιάννης.
-Κι εγώ βάζω τέσσαρα ζευγάρια κότες που έχω, είπεν ο Κωνσταντής.
-Λοιπόν, σύμφωνοι· αν κερδίσωμεν και τους δύο βουλευτάς ημείς, εσύ, Καλόβολε, θα βάλης τα τέσσαρα ζευγάρια κότες, κι αν κερδίσουν οι άλλοι, εσύ, κουμπάρε Γιάννη, θα θυσιάσης την προβατίνα. Εάν όμως βγάλουμε από έναν βουλευτήν τα δύο κόμματα, τότε έχεις κέρδος εσύ, κουμπάρε, την προβατίνα σου, γλυτώνεις και εσύ, Κωνσταντή, τις κότες σου.
-Σύμφωνοι!
Έδωκαν τας χείρας και απεχωρίσθησαν.








Θέατρο Altera Pars


Οι Χαλασοχώρηδες
Δραματοποιημένη Λογοτεχνία - Διάρκεια: 110' 






 



Τετάρτη, Οκτωβρίου 30, 2013




ΜΙΚΡΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ 28Η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ



Του ΣΤΑΘΗ*
 
Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Μεγάλος Πόλεμος, βρήκε τον κόσμο μέσα στην καλή χαρά της belle époque. Κανείς δεν περίμενε ότι θα ξεσπάσει. Ο καπιταλισμός με την πρώτη παγκοσμιοποίηση, laisser faire, μοίραζε παιχνίδι, ο πλούτος των εθνών αυξανόταν για τις άρχουσες τάξεις, την παλιά αριστοκρατία και την αστική, ενώ η εργατική τάξη ζούσε ακόμα σε συνθήκες Ντίκενς, προσπαθώντας να αναδυθεί κοινωνικά και να οργανωθεί πολιτικά.

Η γκέλα που οδήγησε στον πόλεμο, ανατρέποντας το ευγενικά παραδοσιακό και διπλωματικώς μάλλον ασφαλές modus vivendi μεταξύ των κρατών, δεν ήταν καν για τη μοιρασιά, παρά μάλλον μια τυχαιότητα η οποία εμπεριείχε την ειρωνεία μιας νομοτέλειας που δεν είχε γίνει ακόμα αντιληπτή. Απ’ τη δολοφονία στο Σεράγιεβο ώς το Βερντέν ο κόσμος διήνυσε μια διαδρομή που ανέτρεψε ό,τι έως τότε κυριαρχούσε στην ανθρώπινη ιστορία -οι άνθρωποι οδηγήθηκαν κατά μάζες στο σφαγείο, κυρίως οι εργάτες και οι αγρότες, σε κλίμακα αδιανόητη-, ο δυτικός τρόπος πολέμου έφθασε στα έσχατα, μέσα απ’ τα χαρακώματα αναδύθηκε κατάφρακτος ο τρομερός 20ός αιώνας. Ολα είχαν αλλάξει. Οι τέχνες, η καθημερινότητα, οι προτεραιότητες, οι επικοινωνίες, ο τρόπος τού σκέπτεσθαι, όλα άλλαξαν. Και μ’ ένα γιγάντιο βήμα η ανθρωπότητα έφθασε στα Χειμερινά Ανάκτορα. Μια πολιτική πυρηνική έκρηξη είχε συμβεί! Η εργατική τάξη αποκτούσε και κατασκεύαζε το πρώτο εργατικό κράτος στον κόσμο. Η αστική επανάσταση του 1789 έδινε τη σκυτάλη στην εργατική επανάσταση του 1917. Η ΕΣΣΔ είχε γεννηθεί. Με φριχτούς πόνους, με περικύκλωση γύρω της που προσπάθησε να τη στραγγαλίσει, με ιδρώτα και αίμα το νεαρό κράτος των κολασμένων στάθηκε στα πόδια του.

Ηταν πλέον φανερό ότι τα δύο παιδιά του διαφωτισμού, ο αστισμός και ο σοσιαλισμός, χώριζαν τα τσανάκια τους. Ηταν επίσης φανερό ότι ο επόμενος πόλεμος θα ήταν ιδεολογικός. Κι έγινε αμέσως πιο φανερό ότι ο Μεσοπόλεμος δεν θα ήταν παρά μια πολεμική ειρήνη ή μάλλον ένας «εμφύλιος» ευρωπαϊκός πόλεμος, ακήρυκτος και κηρυγμένος.

Μπορεί οι αιτίες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου να βρίσκονταν στην αθλιότητα των συνθηκών ειρήνης που τερμάτισαν τον Α’ Παγκόσμιο εις ό,τι αφορά την ηττημένη Γερμανία, αλλά βρίσκονταν το ίδιο και στην ιμπεριαλιστική βουλιμία των αστικών δημοκρατιών, παλαιών και πονηρών όπως η Αγγλική, νεόκοπων και ληστρικών (μάλιστα με τρόπους φαρ-ουέστ) όπως η Αμερικανική. Σε αυτό το πλαίσιο σύγκρουσης των καπιταλιστικών δυνάμεων μεταξύ τους κι όλων μαζί με την ΕΣΣΔ, η αστική τάξη σε πολλές χώρες ξέφυγε, παρεξέκλινε από την έως τότε προσοδοφόρο φιλελεύθερη παράδοση κι άρχισε να επιστρατεύει σκοτεινές δυνάμεις που αναδύονταν απ’ τον πάτο των κοινωνιών. Ο Μουσολίνι έγινε περιζήτητος για την ιταλική αστική τάξη, όσον η Μαφία για την αμερικανική, όταν και οι δύο τσάκιζαν στους δρόμους τις εργατικές απεργίες τη δεκαετία του ’20 στην Ιταλία και του ’30 στις ΗΠΑ.

Η αστική τάξη είχε κάνει την επιλογή της. Γυρίζοντας την πλάτη στα υπόλοιπα τέκνα του διαφωτισμού, τους κομμουνιστές και τους σοσιαλιστές, έδωσε το χέρι της στο σκοτεινό τέκνο του ανορθολογισμού. Ο φασισμός είχε νομιμοποιηθεί.  .
Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος,οι φασιστικές δικτατορίες στην Ουγγαρία, την Πολωνία, τη Ρουμανία και αλλού δεν αφήνουν καμμία αμφιβολία για το τι ήθελαν οι πολιτικές δυνάμεις του αστισμού που είχαν το πάνω χέρι στις δημοκρατίες. Το «ατύχημα»  υπήρξε ο Χίτλερ. Ο ευφυής αυτός άνθρωπος υπερέβη, και μάλιστα γρήγορα, το ρολάκι που είχαν ράψει για τα «μέτρα του», όπως νόμιζαν, οι Κρουπ και οι Ζήμενς και άρπαξε τη Γερμανία στα χέρια του. Η δωδεκαετής δαιμονιώδης πορεία του είναι γνωστή. Αρχισε να βουτάει κομμάτια από τα κράτη, κράτη ολόκληρα (Ανσλους), να μαντρώνει τις τάξεις, να εξοντώνει τους αντιπάλους του, κομμουνιστές, σοσιαλιστές, χριστιανοδημοκράτες αλλά και όσους αυτός με το κόμμα του είχαν προγράψει, Εβραίους, Σλάβους, τσιγγάνους και άλλους. Ενα πρωτοφανέρωτο κράτος-τέρας ορθώθηκε μέσα στα σπλάχνα της Ευρώπης. Εν πρώτοις και κυρίως αντικομμουνιστικό, χωρίς θεσμούς  στην πραγματικότητα, με υπέρτατο νόμο τη θέληση του φύρερ. Ενας απερίγραπτος βολονταρισμός -κομματικός, κρατικός, παρακρατικός-, που νομιμοποιούσε τη ζούγκλα της ισχύος των «υπερανθρώπων» έναντι των αδυνάτων, έπνιξε τη Γερμανία κι όποιο άλλο κομμάτι της Ευρώπης κατέκτησε. Η συμμετοχή στο ναζιστικό κόμμα έδινε τη δυνατότητα να εγκληματεί κανείς ατιμωρητί για οικονομικούς λόγους, ρατσιστικούς ή ό,τι άλλο κάθε κολασμένη ψυχή μπορούσε να εκδηλώσει. Ενα όργιο τρόμου, ένα λουτρό αίματος, μια δαιμονιώδης ανηθικότης, μόλις μέσα σε δώδεκα χρόνια, απέδειξε ότι η ανθρωπότης δεν ήξερε ακόμα «τι είναι ο άνθρωπος». Μια πρωτοφανέρωτη αγριότητα στιγμάτισε έναν λαό, τους Γερμανούς (διότι συμμετείχαν και συνέχισαν να συμμετέχουν κι αφού εγνώρισαν, είδαν και κατάλαβαν περί τίνος επρόκειτο), αλλά κυρίως στιγμάτισε την αστική τάξη διεθνώς. Διότι η τάξη αυτή δεν ήθελε να πολεμήσει το τέρας που δημιούργησε! ήθελε το τέρας που δημιούργησε να πολεμήσει την ΕΣΣΔ.  .
Κατά έναν τραγικά ειρωνικό τρόπο η εισβολή στην Πολωνία υπήρξε για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ό,τι το Σεράγιεβο για τον Α’ Πόλεμο. Κανείς δεν περίμενε ότι ο Χίτλερ «θα το κάνει», ούτε ο Χίτλερ περίμενε ότι οι Αγγλογάλλοι (επιτέλους) θα αντιδράσουν. Αν παρατηρήσει κανείς τα χρόνια του πολέμου ώς τη μάχη της Αγγλίας, θα διαπιστώσει ότι οι Χιτλερικοί ήλπιζαν να τα βρουν με τους Δυτικούς, ενώ οι Δυτικοί πλην Τσώρτσιλ τα είχαν βρει μαζί τους, είτε διά της ανοχής, είτε διά της υποταγής ή ήθελαν να τα βρουν μαζί τους διά των διαπραγματεύσεων. (Σε ορισμένες περιπτώσεις, ώς το τέλος του πολέμου, κι ενώ οι πάντες εγνώριζαν τι ήταν ο ναζισμός, μέρος των αστικών δυνάμεων ήλπιζε ότι θα τα βρει με το τέρας, όπως και ο ναζισμός στο λυκόφως του ήλπιζε ότι θα τα ξαναβρεί με τις αστικές δυνάμεις ). Τίποτα απ’ αυτά δεν έγινε. Το σύμφωνο Μολότωφ - Ρίμπεντροπ (από πλευράς ΕΣΣΔ για να κερδίσει χρόνο κι από πλευράς Ράιχ για να αποκοιμίσει την ΕΣΣΔ) έδωσε τη θέση του στο ξέσπασμα της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα. Ο πρωταρχικός στόχος του Χίτλερ, να αποκτήσει ζωτικό χώρο στην Ανατολή (αλλοιώς, το καθεστώς του θα κατέρρεε), έφερε σε δεύτερη και μάλλον αμυντική μοίρα τις επιχειρήσεις στη Δύση και σε πρώτη, καθώς και θανάσιμη μοίρα τις επιχειρήσεις στην Ανατολή. Και πράγματι η ψευδαίσθηση του Χίτλερ ότι δεν θα εμπλακεί σε πόλεμο δύο μετώπων, αλλά ότι θα ξεμπερδέψει με την ΕΣΣΔ σε τρεις με έξι μήνες, χάθηκε μέσα σε μια τιτανομαχία χωρίς προηγούμενο στην ανθρώπινη ιστορία. Πρώτη και δεύτερη πορεία προς τη Μόσχα, 1941, 1942, πολιορκία του Λένιγκραντ, καμπή στο Στάλιγκραντ, συντριβή στο Κουρσκ. Οι Σοβιετικοί μάχιμοι και άμαχοι, καταβάλλοντας έναν ανείπωτο φόρο αίματος, έσπαγαν τα δόντια του θηρίου και το έπαιρναν στο κυνήγι. Με εξίσου βαρειές απώλειες το 1944 οι Σοβιετικοί, έφθασαν το 1945 στο Βερολίνο, επιχείρηση Μπαγκρατιόν, η μεγαλύτερη στην ιστορία. Το μέτρο της προσφοράς των Σοβιετικών κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου το καταδείχνουν οι αριθμοί των θυμάτων. Στη Δύση μετριούνται με χιλιάδες, στην Ανατολή με δεκάδες εκατομμυρίων.
 .
Μετά την 9η Μαΐου 1945, πάλι τίποτα δεν ήταν ίδιο στην Ευρώπη και τον κόσμο. Οπως ο τρομερός 20ός Αιώνας βγήκε αιμάσσων απ’ το Βερντέν, άλλο τόσο βγήκε αιμάσσων απ’ τα Στρατόπεδα Συγκέντρωσης, απ’ την  Εθνική Αντίσταση των λαών κατά των ναζί και από τα Μέτωπα. Τίποτα πάλι δεν ήταν όπως πριν. Το αίμα που είχε χυθεί ζητούσε έναν καλύτερο κόσμο. Εργατική κυβέρνηση στην Αγγλία, μεγάλα κομμουνιστικά κόμματα στη Δύση, νεαρές λαϊκές δημοκρατίες στην Ανατολή. Εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στην Αφρική και την Ασία.  .
Ο μεταπολεμικός άνθρωπος έθετε στο κέντρο της προόδου τον εαυτόν του. Με μια αστική τάξη να παρακολουθεί εκούσα άκουσα τις εξελίξεις, αλλά και να τις διαμορφώνει γρήγορα προς ένα νέο modus vivendi πολύ πιο ασφαλές για την ίδια, τον Ψυχρό Πόλεμο. Στο μεταξύ ο ναζισμός στη Γερμανία είχε πεθάνει μέσα σε ένα λουτρό αίματος τον Γενάρη - Μάη του 1945 κι ως διά μαγείας εξαφανίσθηκε εν μια νυκτί, 9 Μαΐου του 1945 ξημερώνοντας 10, σαν μην υπήρξε ποτέ. Οι Σύμμαχοι δίκασαν ορισμένους αρχιναζί στη Νυρεμβέργη και απορρόφησαν τους υπόλοιπους, κατά μέρος στις ίδιες τις ΗΠΑ και κατά μέρος επανδρώνοντας τη νέα, μισή Γερμανία, την ΟΔΓ. Οι παλιές καλές επαφές του αστισμού με το τέρας του που είχαν διακοπεί βιαίως το 1939, αποκαταστάθηκαν στο λάου - λάου το 1945. Μεταμορφισμένες. Με το σκοτεινό τέκνο του αντιδιαφωτισμού «νεκρό» στα χέρια της η αστική τάξη πήρε πάνω της εκ νέου τον αντικομμουνισμό και στη θέση της συμμαχίας με την ΕΣΣΔ που έσωσε τις αστικές δημοκράτες, έβαλε τη νέα αντιπαράθεση, τη νέα περικύκλωση, τον Ψυχρό Πόλεμο. Η ΕΣΣΔ πήγε στα άστρα, η ύπαρξή της ανάγκασε τις αστικές δημοκρατίες να ανεχθούν τη λειτουργία του κοινωνικού κράτους, αλλά τον Ψυχρό Πόλεμο η ΕΣΣΔ τον έχασε. Ισως επειδή δεν έγινε ποτέ δημοκρατική και γι’ αυτό έπαψε να ’ναι επαναστατική. Η ΕΣΣΔ αποπολιτικοποίησε τον λαό της και τα έθνη της μέσα σε ένα κομφορμιστικό σύστημα που έδωσε στο καλσόν, τους αναπτήρες μπικ και την κόκα κόλα μεγαλύτερη αξία στα μάτια ανθρώπων απ’ τις ουμανιστικές αξίες και τα σοσιαλιστικά ιδανικά. Το πρώτο εργατικό κράτος που πέτυχε σε τομείς όπως η ισοκατανομή, η υγεία ή η εκπαίδευση, ό,τι καλύτερο είχε ως τότε να παρουσιάσει η ανθρωπότητα, απέτυχε στην ισηγορία, στην ισονομία και στη διασφάλιση της ελευθερίας. Κι έτσι χάσαμε, διότι έπρεπε να χάσουμε.  .
Μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ η παλινόρθωση της αντίδρασης οδήγησε στη δεύτερη παγκοσμιοποίηση, στο νέο laisser faire, η ομογενοποιημένη διακυβέρνηση ενός οικονομικού εξτρεμισμού προς όφελος του αστισμού, δεν έχει πλέον κανένα λόγο να μην μπαίνει στον πειρασμό ενός νέου εκφασισμού. Αυτήν τη φορά προληπτικού. Κι εφεδρικού. Εχοντας εξαναγκάσει τους εργαζόμενους να επιστρέψουν στην εποχή του Ντίκενς, πριν απ’ το οκτάωρο και το όποιο κοινωνικό κράτος, ο αστισμός έχει κάθε λόγο να παίρνει τα μέτρα του. Για την ώρα δεν χρειάζεται το τέρας ένστολο· το αφήνει να σαπίζει στον τάφο του, χρειάζεται όμως το πνεύμα του τέρατος. Χρειάζεται την καταστολή, χρειάζεται την ακροδεξιά για να συγκυβερνά με την κεντροδεξιά και να ενσωματώνει την κεντροαριστερά. .
Πάνε δεκατρία χρόνια απ’ όταν ο 20ός Αιώνας παρέδωσε το σπαθί του στον 21ο Αιώνα, έναν Αιώνα που φαίνεται να ’χει στο μυαλό του τον 19ον Αιώνα και στην καρδιά του τους αιώνες πριν από τον διαφωτισμό και την αναγέννηση - για να εκφρασθώ κάπως σχηματικά.  .
Οι Ελληνες πολέμησαν στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο σαν ήρωες, Και σαν ήρωες προσπάθησαν  να μπουν στη μεταπολεμική εποχή των μεγάλων ελπίδων, χωρίς να το καταφέρουν∙ έσπευσαν οι Άγγλοι και στη συνέχεια ανέλαβε ο Ψυχρός Πόλεμος. Ο φόρος αίματος που πλήρωσαν οι Έλληνες κατά τον Πόλεμο ήταν δυσανάλογος του πληθυσμού τους και ανάλογος  της ιστορίας τους - μιας ιστορίας τραγωδιών, αλλά και μεγαλείου. Ο εμφύλιος μάς σημάδεψε. Αιματοβαμμένος ο λαός προσπάθησε να ξαναχτίσει τη ζωή του και, με πολλές περιπέτειες και σκαμπανεβάσματα, φθάσαμε έως εδώ - σε ένα παράξενο τοπίο. 
Μια χώρα ρημαγμένη εν καιρώ ειρήνης, ανίσχυρη μέσα σε μια πανίσχυρη Ενωση, αμήχανη, εκπίπτουσα σε μια ειδική οικονομική ζώνη - ένας Κρανίου Τόπος. Ενας αιχμάλωτος λαός.
  .
Τι γιορτάζουμε λοιπόν σήμερα; Στον νου μου έρχονται τα λόγια ενός Ιρλανδού: «έχουμε τόσες πολλές ήττες να γιορτάσουμε, που θα έπρεπε να μεταρρυθμισθεί και πάλι το ημερολόγιο». Περίπου το ίδιο ισχύει και για μας, όπως και για πολλούς άλλους βασανισμένους λαούς, τα πένθη μας, τα κάλλη μας.  .
Σήμερα λοιπόν, πιστεύω, οι Ελληνες γιορτάζουν τα φυλαχτά τους και τα ποιήματά τους. Τις κιτρινισμένες επιστολές απ’ το Μέτωπο, και τις τελευταίες λέξεις των εκτελεσμένων -σκαλίσματα στους τοίχους των κελλιών- το «πεθαίνω, μάνα μου για την Ελλάδα», εκείνης της κόρης στην Καισαριανή με το κόμμα της στην ψυχή και το όνειρο στα μάτια. Πλήθος κεράκια αυτή η γιορτή, Κάνδανος, Καλάβρυτα, Κοκκινιά, Καισαριανή, Δίστομο, τόποι μαρτυρίου, τρόποι θυσίας. Εχει αυτή η γιορτή περισυλλογή, ιστορίες Γιαννοαγιάννηδων και μια μουσική χιλιόχρονη θαλασσινή, που καθησυχάζει τον ήλιο όταν δύει ότι πάλι θα ανατείλει. Στρατιώτες που έγιναν κομμάτια απ’ τα κανόνια των αφεντικών, που πάγωσαν, που τους έφαγε η ψείρα και η δυσεντερία, ο λυγμός της αδερφής, το χθόνιο βέλασμα της μάνας, το μουγκρητό του πατέρα, έγιναν οι απώλειες αγάλματα. Κι έχουν πολλά αγάλματα να κουβαλάνε οι ευαίσθητοι, πολύ δούλεμα να τρώνε από τους κυνικούς - έτσι είναι η εποχή, δεν σηκώνει θλιμμένα εννέα όγδοα να αστράφτουν στις πλατείες και γίνεται η γιορτή κρυφή σαν κρυφό σχολειό· μέσα στο μυαλό σου πετούν οι αητοί, μην τους πάρουν μυρωδιά οι χαφιέδες, θα σε ρεζιλέψουν για σαλό και αλλοπαρμένο. Οι λιτανείες πρέπει να γίνονται κατά μόνας, όχι σαν πομπή μα σαν μοναχικός περίπατος, εσύ κι όσα τολμάς να θυμηθείς. .
Κι αν κάποιος από μας είναι αράθυμος και λιγουρευτεί φουστανελάδες και χύσει χοές σε αντάρτες και βάλει τα γράμματα σε μια σειρά να πει λέξεις μυαλωμένες, εγώ του βγάζω το καπέλο. Γιατί δεν χαμπαριάζει από ραγιάδες και γενίτσαρους, δωσίλογους και λαϊφσταλάδες. Γιατί αυτόν δεν τον έχει καταβάλει η κεντρώα τρομοκρατία των νηφάλιων, το θρασύτατο δηλητήριο των πονηρών.
/
Η μέρα σήμερα είναι σοβαρή, περιέχει πολλά μηνύματα, δεν προσφέρεται για πατριδοκάπηλους και πανηγυρικούς δεκάρικους, περιέχει παιδιά που πρέπει να μάθουν την αλήθεια, σημαίες που κλαίνε με όσα έχουν δει τα μάτια τους. Η μέρα σήμερα περιέχει συμβολισμούς, αγίους και διδάγματα. Δασκάλους που θέλουν να ξαναστήσουν τα μεροκάματα στα πόδια τους κι εργάτες που θέλουν να ξαναβγάλουν κυριακάτικη βόλτα την αξιοπρέπεια όλων των ανθρώπων. Είναι η γιορτή των πληβείων και των άμωμων, μοσχοβολάει μπαρούτι.



*Δημοσιεύθηκε στο "enikos.gr" την Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013
και
μου το έστειλε η Διώνη.









Σάββατο, Οκτωβρίου 12, 2013


Πρόγραμμα - ERT Open









Ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά
να την ξεμοναχιάσει μες στη νύχτα ;
ουρλιάζουν και σφυρίζουν φορτηγά
σαν ψάρι μ’ έχουν πιάσει μες στα δίχτυα

Για κάποιον μες στον κόσμο είν’ αργά
ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά;

Ποιος τη ζωή μου, ποιος παραφυλά
στου κόσμου τα στενά ποιος σημαδεύει ;
πού πήγε αυτός που ξέρει να μιλά
που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει ;


στίχοι : Μάνος Ελευθερίου
μουσική : Μίκης Θεοδωράκης


ποιός τη ζωή μας,
ποιός την κυνηγά ;



Τσομπανάκος  ήμουνα
και είμαι, δηλαδή !










Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 19, 2013



Λίγες αράδες από κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι
με θέμα :  
"ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι" !

Ελευθεροτυπία
Φεβρουάριος 1993

" Ο φασισμός στις μέρες μας φανερώνεται με δυο μορφές.
Ή προκλητικός, με το πρόσχημα αντιδράσεως σε πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα που δεν ευνοούν την περίπτωσή τους  
ή παθητικός μες στον οποίο κυριαρχεί ο φόβος για ό,τι συμβαίνει γύρω μας. 

Ανοχή και παθητικότητα λοιπόν. Κι έτσι εδραιώνεται η πρόκληση. Με την ανοχή των πολλών. "







σχετικό
quartier libre 2007:

το θηρίο !











Τρίτη, Σεπτεμβρίου 10, 2013


η εποχή της αθωότητας γιά την Ελληνική κοινωνία πέρασε.
ανεπιστρεπτί.
εδώ που φτάσαμε σήμερα, δεν γίνεται πιά να δίνουμε συγχωροχάρτια σε δημόσια πρόσωπα, τα οποία ανοίγουν ανερυθρίαστα το στόμα τους και κάτω από μία μάσκα δήθεν επιστημοσύνης, με παροιμιώδη ψυχραιμία εκφράζουν επανειλημμένα απόψεις ανθελληνικές, αντικοινωνικές, ανιστόρητες, αντιεπιστημονικές. 

η εποχή της αθωότητας γιά την Ελληνική κοινωνία πέρασε.
χρήσιμο είναι, να κρίνουμε όσα λέν τα δημόσια πρόσωπα, και δίκην προθέσεων.

δεν γίνεται να μην αναρωτιόμαστε γιά την σκοπιμότητα...

γιά παράδειγμα,
ποιά συμφέροντα εξυπηρετεί ένα δημόσιο πρόσωπο όταν κάνει την πρόταση να καταργηθούν τα αρχαία ελληνικά απ' την εκπαίδευση, διότι, ως ισχυρίζεται, είναι νεκρή γλώσσα !
τίνος συμφέροντα εξυπηρετεί ένα τέτοιο δημόσιο πρόσωπο ;
και κάτω από ποιαν ομπρέλα καλύπτεται ;

ποιό, ισχυρό (;) λόμπι υπηρετεί 
και ποιό λόμπι τον χρησιμοποιεί ;

με τι σκοπό ;;;

έχει περάσει η εποχή της αθωότητας.
τίποτα πιά δεν είναι τυχαίο...
το κάθε τι που λέγεται ή γίνεται , από κάπου εκπορεύεται και κάπου προσβλέπει.

έχω περιέργεια, γιά το αν θα αντιδράσει με κάποιον τρόπο η επιστημονική κοινότητα, απέναντι σε τέτοιου είδους προκλήσεις...
δε ζητάω να μας πουν τα υπάρχοντα πολιτικά κόμματα τη θέση τους, αν δηλαδή η αρχαία ελληνική γλώσσα είναι νεκρή και άρα χρειάζεται κατάργηση από το σχολείο ή μείωση.
τα υπάρχοντα πολιτικά κόμματα έχουν εν πολλοίς απαξιώσει την ηθική τους υπόσταση (πάντα εξαιρούνται φυσικά κάποιοι έντιμοι άνθρωποι...) και η άποψη των κομμάτων δεν θεωρείται εν γένει αξιόπιστη, από την ελληνική κοινωνία...
οι επιστημονικοί ταγοί όμως του έθνους, η intelligencia, υποχρεούνται να λάβουν θέση !

- γιά μιάν ακόμη φορά, μέσα στους αιώνες της αγραμματοσύνης μας και της α- πατρίας μας,
τίθεται το γλωσσικό ζήτημα...



Τσομπανάκος ήμουνα