Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 03, 2007

A.K.

Σήμερα,
Το πράσινο χρώμα, μας πονάει.
Την κουκουναριά στο διπλανό χτήμα , που καθόμαστε από κάτω και σπάγαμε με τα δόντια τα σποράκια της, θέλω να την ξεχάσω.
Κι εκείνον τον γέρο πεύκο, όπου είχαμε κρεμάσει την κούνια μας, και κουνιόμαστε ψηλά, μια τα πόδια μπρος, μια πίσω, για να δίνεις φόρα, θέλω να τον ξεχάσω.
Θέλω να ξεχάσω τα τριαντάφυλλα. Μήτε μπομπόνες, μήτε εκατόφυλλες, μήτε βελούδινες, αναρριχώμενες, μυρωδάτες, μαγιάτικες. Θέλω να μη θυμάμαι.
Το άσπρο γιασεμί, πάνω απ’ τη στέρνα της παλιάς έπαυλης, τα λευκά ίρις, τα μανούσια, τους μωβ κρόκους, τα άγρια κυκλάμινα, ό, τι φύτρωνε στο χτήμα, κι ό, τι μ’ αυτό μεγαλώσαμε, δεν θέλω να το ξέρω πιά. Να μην τ’ αγαπώ. Να μην το χρειάζομαι. Να μην το σκέφτομαι. Να μην το χρειάζομαι.
Μήτε τις ελιές στην Ανάβυσσο, τις φορτωμένες καρπό.
Μήτε τις νερατζιές, και το σπιτικό γλυκό κουταλιού, που έφτιαχνε η μάνα.
Μήτε το ζάλισμα στις μυρωδιές του λεμονοδάσους, καθώς ανεβαίναμε με τα πόδια στον Γαλατά.
Βασιλικοί, θυμάρια δυόσμοι, ματζουράνες, βιολέτες, μενεξέδες, δεντρολίβανα, πληγώνουν.

Σήμερα,
Ο μικρόκοσμος, μας πονάει.
Πέρασα χρόνια, να παρακολουθώ τις συνομιλίες των μυρμηγκιών, τον αδιάκοπο αγώνα, και το τρεχαλητό τους τα καλοκαίρια.
Πέρασα χρόνια να ακολουθώ την αργή πορεία ενός σάλιαγκα μες στα χορτάρια και το βαρύ πάτημα της χελώνας.
Πυγολαμπίδες τις νύχτες μες στις δροσιές, και γρύλους.
Τζιτζίκια τα μεσημέρια, τις μέλισσες να ρουφάν αγιοκλήματα, τα χρώματα απ’ τις πεταλούδες.
Πέρασα χρόνια, μ’ όλα αυτά.
Απόψε θέλω να τ’ αρνηθώ. Πληγώνουν.

Τ’ αηδόνια, που μας ξύπνησαν στην Ικαριά, τα κοτσύφια το χάραμα, έξω απ’ τα παράθυρά μας, τις δεκαοχτούρες που γεννάν στα μπαλκόνια μας, τις μικρές νυχτερίδες, που φτερουγίζουν τα βράδυα στην ταράτσα , σκεπάζοντας το φεγγάρι, το σπουργίτι που ξύλιασε στο κρύο και φτιάξαμε τάφο και το θάψαμε, παίζοντας τους παπάδες, δεν τα θέλω πιά.
Μήτε τον σκύλο μας τη Ρουθ, που μου χάρισε άλλοτε ο Έρικ, μήτε τον μαύρο μας τον σκύλο, που τον λέγαμε μπέμπη, δεν θέλω ζώα πιά να σκέφτομαι. Μήτε να σκέφτομαι, πως τ’ αγαπούσα κάποτε.

Σήμερα,
κοιτάζω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη.
Φθαρτό.
Φθαρτό.
Εσύ, ίσως μπορούσες ν' αγαπήσεις ετούτη την φθορά. Μα λείπεις.
Κι εγώ, απόψε εδώ, σκιαγμένη.
Κορμοί από δρύς, άδειοι, πεσμένοι σε στάχτες.

9 σχόλια:

genna είπε...

...τη ξέρω τούτη τη κραυγή
τούτη την έλειψη
γι αυτό καλή μου φίλη
στη ρυτιδούλα σου φιλί
θ' αφήσω μήπως και υγράνει λίγο τη στέππα της ψυχής μας...

KAΛHMEPA, EINAI OMOPΦA OΛA TOYTA
KAI MEΣA ΣE XEIΛIA

30fylla θα σπείρουμε καινούργιους σπόρους δροσιάς...

quartier libre είπε...

kteos είπε :

ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΟΛΑ ΘΑ ΝΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ. ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΦΥΤΕΨΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΠΟΤΙΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ.

Negma είπε...

Έτσι νιώθουμε όταν ο πόνος είναι ακόμα νωπός... και οξύς... και βαθύς... Γι' αυτά που χάνονται...

Μετά όμως η ανάμνησή τους, είναι πολύτιμος θησαυρός...

(Υπέροχο κείμενο φιλενάδα, μπράβο!)

για την Αρλέτα είπε...

Σε διάβασα το πρωί και δάκρυσα.
Τώρα περασα για να σου πω πω έχεις μια φωτογραφία δώρο στο ποστ...

Καλήηνύχτα να χεις κι όσα είδαν τα μάτια σου κράτησε τα έξω απ τα όνειρα σου. Όνειρέψου ένα καλύτερο μέλλον, όλοι μας όσο μπορούμε.

Τίποτα είπε...

Αγαπημένη quartier libre...

Τίποτα είπε...

Αγαπημένη quartier libre...

quartier libre είπε...

έλειψα 4 ώρες,
και γύρισα και βρήκα αυτούς τους θησαυρούς σας !
τι να πω;
πολύτιμοι είσαστε...

e.e. είπε...

λείπουν και σε μένα οι άνθρωποι που είχα και θα μπορούσαν ν' αγαπήσουν τη φθορά.

κι' έτσι να την αλλάξουν..


(ευγνώμων στην Κλέλια που οδήγησε εδώ τα βήματά μου.)

quartier libre είπε...

@ e.e.,

καλώς να ορίσεις !