Τρίτη, Σεπτεμβρίου 02, 2008

a.k.

Ο αέρας φυσάει στις συκιές του Ιούδα, στα ξερά τα χαμόκλαδα, στα κλήματα τα φτενά. Ο αέρας λυγάει τους κορμούς των κάκτων, τα άγρια βατόμουρα στους φράχτες, τα ελληνικά φραγκόσυκα, τα μαύρα φτερά του κόρακα. Ο αέρας διαβαίνει συρίζοντας σε παλιά καμπαναριά, χυμάει τρελός στις ανηφοριές, χώνεται ανάμεσα σε ξερές αγκινάρες και σε κάπαρες, λυχνίζει μονάχος του το κριθάρι στ' αλώνια.
Τα βήματα οδηγούν σε μονοπάτια του μεσαίωνα. Τα μονοπάτια του μεσαίωνα σε δρόμους πέτρινους. Οι δρόμοι πέτρινοι σε εκκλησιές. Οι εκκλησιές σε βοτσαλωτά. Μαύρο βότσαλο, βότσαλο λευκό και πάλι. Μαύρο βότσαλο, βότσαλο λευκό. Βότσαλα, αναμνήσεις Ντράγιερ.
Κι ύστερα, στον αέρα σκάλες κοχλίες, να οδηγούν πουθενά, στον ουρανό, στον ορίζοντα.
Στον ήλιο, βρήκα μιά Παναγιά. Δεξιά, ζερβά της, σαν αρχάγγελοι, παράστεκαν δυό μαύρα τοτέμ.

2 σχόλια:

μοναχικος καβαλαρης είπε...

ΞΑΝΑΣΤΕΙΛ' ΤΑ ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ.

quartier libre είπε...

@ μάλιστα :)
απλά, χρειάζομαι λίγη ώρα, για να τα ξαναβρώ.
ε, δεν είναι και τίποτα σπουδαία...