Δευτέρα, Μαΐου 28, 2007

la pluie
.

Il pleure dans mon coeur
Comme il pleut sur la ville,
Quelle est cette langueur
Qui pénètre mon coeur?
.

O bruit doux de la pluie
Par terre et sur les toits!
Pour un coeur qui s'ennuie
O le chant de la pluie!
.

Il pleure sans raison
Dans ce coeur qui s'écoeure.
Quoi! nulle trahison?
Ce deuil est sans raison.
.

C'est bien la pire peine
De ne savoir pourquoi,
Sans amour et sans haine,
Mon coeur a tant de peine!
.
.
.

Paul Verlaine, 1874 in "Romances sans paroles"
.
.
.
.
.


Στίχοι: Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική: Διονύσης Σαββόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Διονύσης Σαββόπουλος
.
.
Έρχεται βροχή, έρχεται μπόρα
έρχεται μπόρα και παγωνιά
Στα πόδια μας ζεστή μια θερμοφόρα
κόκκινη κουβέρτα και παλιά περιοδικά
.
Και στο γραμμόφωνο ο δίσκος που μ' αρέσει
Όλα έχουν τελειώσει κι είν' αργά
Στην πολυθρόνα και για τους δυο μας έχει θέση
Κλείσε τις κουρτίνες και πάρε με αγκαλιά
.
Σάμπως μέσα σε βουβή ταινία,
μια πολιτεία χοροπηδά
Δρόμοι, ανθρωπάκια και γραφεία,
πολυκατοικίες και κουρσάκια ιδιωτικά
.
Πόσο πολύ έχει αλλάξει αυτή η πόλη.
Βάλε τη τσαγιέρα στη φωτιά
Η νύχτα έρχεται, η μπόρα δυναμώνει
κι όλα είναι χαμένα και προπολεμικά
.
Τα παιδιά μεγάλωσαν και πάνε.
Τι ώρα να 'ναι και ποιος χτυπά
Στους δρόμους στρατιώτες τραγουδάνε.
Κλείδωσε την πόρτα και στάσου στη σκιά
.
Στα καταφύγια βουβά και τρομαγμένα
κι έξω οι σειρήνες σαν μωρά
Σβήσε τα φώτα, ΜΗΝ ΑΝΟΙΓΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑ,
.
Κλείσε τις κουρτίνες και πάρε με αγκαλιά
Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ !
.
-εσπερινός-
.

δεν είναι φωτό του google...
απόψε, μόλις σουρούπωσε, βγήκα στο μπαλκόνι
και χάζεψα τον ουρανό.
μες στο σκοτεινό μπλέ, έλαμπε μονάχη της
η Αφροδίτη !
για σας τράβηξα τη φωτογραφία...
όλα τα ωραία, θέλω να τα βλέπουμε μαζί.
-βλέπετε μιά φωτεινή κουκίδα, στο βάθος του ουρανού;-
είναι η αποψινή, εσπερινή μας
ΑΦΡΟΔΙΤΗ !
.
.
.
Signature
A.K.
1.

«ΡΩΕΣ, ΑΛΑΣΘΑΣ, ΑΡΙΜΝΑ
ΟΛΗΙΣ, ΑΪΑΣΑΝΘΑ, ΥΕΑΤΗΣ»

Οδ. Ελύτης


Όχι, δεν είν' ιερογλυφικά ή νεραϊδοκουβέντες
Μονάχα όνειρα σκοτεινά είναι
στο "φωτεινό μονοπάτι"
ερώτων ανταρτών








2.

Νερά, πολλά νερά και η θλίψη του ορίζοντα.
Όχι ακριβώς συννεφιά, μια θλίψη έτσι αχνή σαν πούσι, κοντά, γύρω μας και μακριά, ως πέρα, πέρα, στα βουνά τα γαλάζια, τα βουνά που μας συντρόφεψαν τόσα χρόνια, τα βουνά με τα λευκά μάρμαρα στα πληγωμένα σπλάχνα τους, τα βουνά με τους θάμνους τους μικρούς, τα μελίσσια, τις βρύσες τις στερεμένες , τα βουνά με τις αλλοτινές, τις νεανικές μας αγάπες στα ήσυχα, σιγανά μονοπάτια τους.
Μια θλίψη απλωμένη στα βουνά,
αχ, ας ήταν θάλασσες, ας ήταν ουρανοί, φεγγάρια να ήτανε, όχι βουνά,
ας ήταν αλλιώς η πλάση ολόκληρη, κι εσύ, σε μια αγκαλιά μικρή, μικρούλα φωλιά, προστατευμένη να ήσουνα,
να μη σ’ άγγιζε η θλίψη, η απουσία,
τίποτα να μη σ' άγγιζε, κανείς...








3.

Περηφάνια είν’ η ποίηση
κι εγώ περήφανος δεν το αντέχω απόψε να μαι .
Θα ταν ατόπημα να δηλώνω «περήφανος».
Έτσι αργά βαδίζω απόψε μοναχός , μέσα σε πεύκα και ελιές αιωνόβιες.
Αυτά μονάχα έχω. Πεύκα κι ελιές.
Εδώ εγώ,
αιωνόβιος, ο γέρο-Δήμος με το καριοφίλι του, που επιτέλους, μας αφίνει γειά.
Κι εγώ, φίδι φαρμακερό, οχέντρα, δεντρογαλιά σιχαμερή, σαϊτα, ύπουλο τέρας, πρόστυχο, που ξεδιάντροπα χτυπάει κι αφίνει πίσω του πόνο και συμφορά.
Εγώ, ντροπή της μάνας, ιχνογραφία πορνογραφίας, όνειδος των ανθρώπων, των ποιητών, καλλιτεχνών και των ζωγράφων .
Εγώ ψευτιά, εγώ ηδονή, εγώ επίορκος, εγώ πεταλούδα – γκεστάπο, S.S πέταγμα σιδερένιο, γκράπα-γκρούπα, από λουλούδι σε λουλούδι το νέκταρ βυζαίνοντας.
Εγώ Μελίνα, εγώ Αλίκη, εγώ « η φωνή μου που αγαπούσες, μαχαιρωμένη…»
Εγώ αχάριστος καρπός θυμού, ανθρώπων τυφλών και άδικων.
Όλα τα άντεξα !

Εγώ ο μηδενισμένος.
Ο ελάχιστος.








4.

Ο πάτος του πηγαδιού δεν έχει διάσταση, σα μια τελεία είναι.
βαθειά τελεία, μαύρη, υγρή.
δεν έχει αέρα ν’ ανασάνεις. υγρασία μονάχα. στενά τα πνεμόνια σου, δυσκολεύονται, φωνάζουν μήπως κανείς διαβάτης ακούσει τη φωνή και σκύψει.
μα δεν περνάει κανείς.
δεν είν’ εδώ ο δρόμος κανενός.
.
.
.



πήτερ παν,

να μου δανείσεις θέλω εκείνο το κειμενάκι…
εκείνο, με τη χούφτα χλόη στις βροχές ,
την μια ανεμώνη εδώ κι εκεί ,
τις δυο μαργαρίτες
και κάπου-κάπου τα χαμομήλια
... εγώ, δε θα φυσάω καπνό ...

Σάββατο, Μαΐου 26, 2007

ΚΑΤ' ΕΞΑΙΡΕΣΙΝ
θα γράψουμε σήμερα
.
.
-δεν μπορεί να γίνει αλλιώς...-
.
.
σε τρυφερό ροζ
.
.
Signature
A.K.
Λοιπόν, μικρή μου, θέλεις να παίξουμε;
θέλεις;
Μάνα είμαι, πολλά παιχνίδια έχω παίξει με τα παιδιά μου
πολλά παιχνίδια έπαιξα και με τα παιδιά του ξένου κόσμου
-που δεν είναι ποτέ ξένα παιδιά-...
θες, καρδούλα μου, να σου πω;
έχουμε και λέμε:
.
όταν είμαστε εμείς παιδιά, παίξαμε πολύ!
ομαδικά παιχνίδια, σχεδόν πάντα.
κρυφτό, κυνηγητό, η μικρή Ελένη κάθεται και κλαίει, φεγγαράκι μου λαμπρό φέγγε μου να περπατώ, γύρω-γύρω όλοι στη μέση ο Μανώλης, πούντο-πούντο το δαχτυλίδι ψάξε-ψάξε δε θα το βρεις, ένα λεπτό κρεμμύδι γκέο βαγκέο, μέλισσα-μέλισσα, στρατιωτάκια αμίλητα ακούνητα κι αγέλαστα, κουτσό, πόλεμο, παίζαμε τους δασκάλους, παίζαμε τους γιατρούς, ρολογά-ρολογά τι ώρα είναι;, παίζαμε και ξύλο, με σφεντόνες, τους χασάπηδες που κρεμάγανε στα τσιγγέλια τις μέλισσες (τα χουμε ξαναπεί αυτά), όταν μεγαλώσαμε λίγο και πονηρέψαμε, μας άρεσε να παίζουμε μπουκάλα κι έπειτα σκάκι, φιδάκι, ντόμινο, μονόπωλη, τρίβιαλ, σκραμπλ, χαρτιά.
.
Λοιπόν, σήμερα, ψυχούλα μου, θα σου δείξω ένα τρο -με -ρό παιχνίδι, που παίζαμε πολύ μικρά παιδιά, ίσως από τριών, ως έξι χρονών. αυτό:
.
πάμε στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς, δίνουμε, ας πούμε, μισή δραχμούλα (πού να θυμάμαι τώρα...), κι αγοράζουμε ακριβώς,
μα ακριβώς,
τις ζωγραφιές που βλέπεις, αυτές, με τ' αγγελάκια.
.
.


Παίρνει η μαμά μας ένα ψαλίδι και μας κόβει χωριστά, μία μία ζωγραφιά.
Έπειτα, παίρνουμε ένα βιβλίο και κρύβουμε τις ζωγραφιές, ανάκατα, μες στις σελίδες του.
Μετά καθόμαστε εσύ κι εγώ απέναντι και ξεφυλλίζουμε η κάθε μιά με τη σειρά της, το βιβλίο.
Μιά σελίδα εσύ, μιά εγώ.

Όποιος στη σελίδα του βρει ζωγραφιά, την παίρνει δική του.
Κερδίζει, όποιος μαζέψει τα πιό πολλά αγγελάκια.

Συνεχίζουμε ξανά το ίδιο παιχνίδι, με άλλη κάρτα όμως, αυτήν την κάρτα, με τις κούκλες.
Πάλι, μία σελίδα εσύ, μία εγώ.
Όποιος μαζέψει τις πιό πολλές ζωγραφιές, κέρδισε.


Ε, καλά, τώρα...
Βέβαια εσύ θα κερδίσεις, ψυχή μου.

.
.
κουράγιο σ' όλους μας έδινες

Παρασκευή, Μαΐου 25, 2007

B R A V O !
.
.
.
VOUS ETES LE MEILLEUR !
.
.
.
-LE PREMIER-
.
.
.
.

«Σε προσέχω σα δάκρυ»
.
.
Signature
A.K.

Σε προσέχω σα φως
Εκ φωτός
.
Σαν παιδί
Παιδί μου
.
Σαν πρωϊνό
Αγρυπνίας
.
Σα νύχτα που
θέλει να κλείσει τα μάτια
Στον ώμο σου
Να ονειρευτεί
.
Σα μεσημέρι
Πεινασμένο
Μην έχοντας στάλα ψωμί
.
Σε προσέχω
σαν την πρώτη
Μέρα της δημιουργίας
.
Σαν το ύδωρ
Της θάλασσας
Που αγαπάμε
και
Σαν τη «θάλασσα πλατειά
μιά στιγμή δεν ησυχάζεις»
.
Σε προσέχω
σαν τους βουνίσιους
σκίνους μου,
σαν τα λευκά σου
χιονολούλουδα των Άλπεων
.
σαν τα μικρά μας κοχύλια
τα θαμμένα
και τα λευκά σου κρίνα
στην άμμο
.
Σε προσέχω
Σαν σπάνιο
άνθος του κάκτου
και σαν τριφύλλι
με φύλλα τέσσερα
.
Σε προσέχω
Σαν το γάργαρο γέλιο
Που για σένα τ’ αρνήθηκα
Σαν την εγκράτεια
Που για σένα
Την άντεξα
.
Σε προσέχω
Σαν πολύτιμη σκέψη
Όχι σκέψη,
Αλήθεια
Σε νεφρούς και καρδία
.
Σε προσέχω
Σαν καταιγίδα στα σπλάχνα
για την πατρίδα μου
Και σαν λατρεία
στα θεία μάρμαρα
.
Σε προσέχω
Σαν τα ηλιοβασιλέματά μου
Στην έρημο
Και σαν τα δάση μου
Και τα ποτάμια
Της Δύσης
.
Σαν τον Αρχάγγελο
Στη Σύμη
Σε προσέχω
Και σαν το λόφο τ’ Αρχαγγέλου
Στη Νορμανδία
.
Σαν την κραυγή
Της ψυχής μου σε προσέχω
.
Άγρια κραυγή
Ανέλπιδη
Πιστή
Απελπισμένη
.
.
.
οφείλω πολλά...
δεν μπορούσα
παρά
να ΥΠΕΡΒΩ
τον μικρό μου
εαυτό ...

Τρίτη, Μαΐου 22, 2007

Του Μάη γαρουφαλιά μου,
Σαν απόψε σε γέννησα.


Κωνσταντίνου και Ελένης το βράδυ, άρχισε η κοιλοπόνια.
Εννιάμιση το πρωί την άλλη μέρα καταλήξαμε. Εσύ κι εγώ.
Εγώ κι εσύ, μικρό σαν ενάμιση πακέτο ζάχαρη, γυμνό να ουρλιάζεις έντρομο πάνω στο στήθος μου, εγώ, τρελή από αγωνία, τι να κάνω μ’ αυτό το πλάσμα που μου ακουμπήσανε πάνω μου κι ουρλιάζει, ώσπου σου φόρεσαν το βραχιολάκι μη σε μπερδέψουνε, σε πήρανε κι εγώ κοιμήθηκα. Εξαντλημένη.
Δε φταίς εσύ… η μάνα μου φταίει, που μου λεγε πάντα «Δε θα φωνάζεις! Θα σφίγγεις τα δόντια σου και δε θα φωνάζεις! Εγώ όταν πονάω, δε μιλάω. Έτσι κι εσύ, δε θα φωνάζεις…»
Κι εγώ η χαζή την άκουγα ! Άκου δε θα φωνάζεις! Γιατί παρακαλώ, να μη φωνάζεις; Εγώ, αντίθετα, όταν έρθει η δική σου ώρα, θα σου λέω «ούρλιαζε, για να ξεσπάς…»
Άκου, μη φωνάζεις! Και τι κατάλαβα που δε φώναζα; Εννιά ολόκληρες ώρες, με τους πόνους της τρέλας! Χτύπαγα τα δόντια μου, έμπηγα τα νύχια στα μπράτσα μου, μην τύχει κι ακουστώ…
Αυτή είναι ακόμα η οικογενειακή αντίληψη. «Ζήστε και μην ακούγεστε, καθόλου».
Μάλιστα. Ώσπου κάτι τυχαίνει στη ζωή, και βγαίνεις άξαφνα στη σέντραααα...
Κι αν το γλυτώσεις το εγκεφαλικό, μαθαίνεις τελικά, ένα σωρό πράγματα…
Ωραία! Απομακρύνθηκε πολύ η συζήτηση.

Σαν απόψε σε γέννησα,
του Μάη γαρουφαλιά μου.

Δύσκολοι οι μήνες Μάηδες.
Στις πέντε ενός Μάη, έφυγε «ο μικρός Ιεζεκιήλ».
Στις πέντε άλλου Μάη, έμαθε πως αρρώστησε.
Στις τριανταμία του ίδιου, εγχειρίστηκε.

Εντάξει, έχει και τέσσερα γερά καλά ο Μάης:
Που γεννήθηκες εσύ,
Που γεννήθηκε εκείνος
Les fleurs
Και
Η εργατική πρωτομαγιά !

Αυτά παιδούδι μου...
Κι εγώ απόψε στις κουζίνες να παριστάνω τη μαγείρισσα, διότι αύριο δουλεύω και ό, τι ζήτησες, πρέπει να φτιαχτεί απόψε, έστω κι αν ξημερώσω μαγειρεύοντας.
Άσε που μπήκα πάλι στον πειρασμό να τους ρίξω εδώ μέσα μια συνταγή ονειρεμένης τούρτας «Παύλοβα», με σπιτικές μαρέγγες, κρέμα και φράουλες, αλλά θ’ αρχίσουν πάλι τα «τι δουλειά έχω εγώ, εδώ μέσα, με τις μαγειρικές...», και ποιος ακούει τη γκρίνια τους … Βλέπεις, παιδί μου, με διανοούμενους έχουμε μπλέξει…
Έτσι λοιπόν, θα σου χαρίσω ένα όμορφο τραγούδι.

A.,
per te!

Θαλασσοπούλια μου
Νίκος Γκάτσος
Κάτω στην άσπρη που κοιμάσαι ακρογιαλιά
θα 'ρθω με τ' ουρανού τ' αστέρια
να σου κεντήσω με κοχύλια τα μαλλιά
με βότσαλα τα χέρια.
Απ' της καρδιάς την ανθισμένη τη φωλιά
θα στείλω κι άλλα περιστέρια
να νανουρίσουν τ' όνειρό σου με φιλιά
του Μάη γαρυφαλλιά.
Θαλασσοπούλια μου θαλασσοπούλια μου
κοιμάται η Πούλια μου, κοιμάται η Πούλια μου.

Κυριακή, Μαΐου 20, 2007

Κωνσταντίνου και Ελένης


Στην (rena) Ελένη μας !
.

Για τη δύναμη που έχεις κι αντιμετωπίζεις τη ζωή, με τέτοιο τρόπο!
Στο καλό μυαλό σου
Στην ανθρωπιά σου
.

αφιερώνουμε, απ’ την ψυχή μας :
.

Γιώργος Σεφέρης, "Ελένη", Ποιήματα, Αθήνα, Ικαρος, 151985, σσ. 239-242.

ΕΛΕΝΗ
.

ΤΕΥΚΡΟΣ ... ες γην εναλίαν Κύπρον ου μ' εθέσπισεν
οικείν Απόλλων, όνομα νησιωτικόν
Σαλαμίνα θέμενον της εκεί χάριν πάτρας
...............................................................
ΕΛΕΝΗ: Ουκ ήλθον ες γην Τρωάδ' , αλλ' είδωλον ήν
..............................................................
ΑΓΓΕΛΟΣ: Τι φής;
Νεφέλης άρ' άλλως είχομεν πόνους πέρι;
.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, ΕΛΕΝΗ

"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες''.

Αηδόνι ντροπαλό, μες στον ανασασμό των φύλλων,
σύ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους
στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές
αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν.
Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη
βήματα και χειρονομίες. δε θα τολμούσα να πω φιλήματα.
και το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας.

"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες".

Ποιες είναι οι Πλάτρες; Ποιος το γνωρίζει τούτο το νησί;
Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα:
καινούργιους τόπους, καινούργιες τρέλες των ανθρώπων
ή των θεών.
η μοίρα μου που κυματίζει
ανάμεσα στο στερνό σπαθί ενός Αίαντα
και μιαν άλλη Σαλαμίνα
μ' έφερε εδώ σ' αυτό το γυρογιάλι.
Το φεγγάρι
βγήκε απ' το πέλαγο σαν Αφροδίτη.
σκέπασε τ' άστρα του Τοξότη, τώρα πάει να 'βρει
την καρδιά του Σκορπιού, κι όλα τ' αλλάζει.
Πού είναι η αλήθεια;
Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης.
το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε.

Αηδόνι ποιητάρη,
σαν και μια τέτοια νύχτα στ' ακροθαλάσσι του Πρωτέα
σ' άκουσαν οι σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι έσυραν το θρήνο,
κι ανάμεσό τους-ποιος θα το 'λεγε-η Ελένη!
Αυτή που κυνηγούσαμε χρόνια στο Σκάμαντρο.
Ήταν εκεί, στα χείλια της ερήμου. την άγγιξα, μου μίλησε:
"Δεν είν' αλήθεια, δεν είν' αλήθεια" φώναζε.
"Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι.
Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία".

Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά, κι αυτό
το ανάστημα
ίσκιοι και χαμόγελα παντού
στους ώμους στους μηρούς στα γόνατα.
ζωντανό δέρμα, και τα μάτια
με τα μεγάλα βλέφαρα,
ήταν εκεί, στην όχθη ενός Δέλτα.
Και στην Τροία;
Τίποτε στην Τροία-ένα είδωλο.
Έτσι το θέλαν οι θεοί.
Κι ο Πάρης, μ' έναν ίσκιο πλάγιαζε σα να ήταν πλάσμα
ατόφιο.
κι εμείς σφαζόμασταν για την Ελένη δέκα χρόνια .

Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.
Τόσα κορμιά ριγμένα
στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης.
τόσες ψυχές
δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.
Κι οι ποταμοί φουσκώναν μες στη λάσπη το αίμα
για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη
μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου
για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.
Κι ο αδερφός μου;
Αηδόνι αηδόνι αηδόνι,
τ' είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ' ανάμεσό τους;

"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες".

Δακρυσμένο πουλί,
στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη
που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα,
άραξα μοναχός μ' αυτό το παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως αυτό είναι παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι
Δε θα ξαναπιάσουν
τον παλιό δόλο των θεών.
αν είναι αλήθεια
πως κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,
ή κάποιος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη
ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος που ωστόσο
είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια,
δεν το 'χει μες στη μοίρα του ν' ακούσει
μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε
πως τόσος πόνος τόση ζωή
πήγαν στην άβυσσο
για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.
.
.
.


Στον Κωστάκη μου,
.

που τον αγαπώ και τον πονάω σαν αδερφό μου,
κι ας με μαλώνει συνέχεια,
κι ας μου σουφρώνει διαρκώς αγριεμένα, τα κρητικά του φρύδια.
.

Σ’ ευχαριστώ για το kefir που μου φτιάχνεις χρόνια,
υπομονετικά, με τη στοργή σου, για να μη με πιάσει ποτέ αρρώστια…
Εσύ το φτιάχνεις, εγώ ξεχνάω να το πιώ, κι άντε πάλι απ’ την αρχή μαλώματα…
(Κωστή, μου τελείωσε πάλι…)
.

Σου στέλνω τις μελισσούλες απ’ τον χρυσόλακκο,
απ’ τα Μάλλια σου,
όπου πέρσι με γιατροπόρεψες, και μου κανες όλα τα χατίρια,
και κατάλαβες, και κατάλαβες και κατάλαβες,
και καταλαβαίνεις και καταλαβαίνεις…
(στις στέλνω τις μελισσούλες, μα είναι αλλουνού)


Ύλη: Χρυσός
Ανακαλύφθηκε στη Νεκρόπολη του Χρυσόλακκου Μάλιων.

Πρόκειται για ένα από τα ωραιότερα δημιουργήματα της μινωικής χρυσοχοΐας της παλαιοανακτορικής περιόδου.
Δύο έντομα με σώμα τρικωτό, σφήκες ή μέλισσες, είναι τοποθετημένα αντιθετικά. Πάνω από το κεφάλι τους φέρουν κλουβί από χρυσό σύρμα που περικλείει ένα είδος σφαιριδίου. Με τα πόδια τους κρατούν ένα δίσκο διακοσμημένο με λεπτή κοκκίδωση, που πιθανόν παριστάνει κηρήθρα.
Την ισορροπία του κεντρικού θέματος εξασφαλίζουν στα μεν πλάγια τα απλωμένα φτερά των δύο εντόμων, πλαισιωμένα από έξεργη πτυχωτή ταινία, ενώ στο κάτω μέρος τα τρία κρεμάμενα δισκάρια, τα οποία αρχικά περιείχαν μία χρωστική ουσία.

.

.

.

Στην αγαπημένη φίλη Ελένη Τ.,

και στον Κωστή της.

.


Για τα ξενύχτια και τη δουλειά που έχουμε τραβήξει, γράφοντας και διαβάζοντας, χρόνια ολόκληρα.


Για τα γέλια μας…


Για τ’ αγόρια που έχουμε άλλοτε ερωτευτεί…


Για τα ταξίδια μας και τη «μια ζωή περιπέτεια»…

Για κείνο το βράδυ στην Πορτογαλία, στο μοναστήρι-ξενοδοχείο, που πίναμε, καπνίζαμε και ρίχναμε τα δάκρυά μας στον Ατλαντικό…


Για κείνην την Βαρκελώνη… Για τα Παρισένια μας… Το Σετούμπαλ, τη Λισσαβώνα, το transit Amsterdam, το Vichy, Auvergne, τη Besancon, Ηélène, Ηélène μου, που εγώ στα νοσοκομεία, κι εσύ να μου κουβαλάς το δέντρο της ζωής…

Αχ, Ελένη! Αχ, Ελένη!


Σου στέλνω λίγο απ’ την


Ιθάκη μας

να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,

γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.

Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,

τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,

τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,

αν μεν' η σκέψις σου υψηλή,

αν εκλεκτή συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.

Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,

τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,

αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,

αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

.

.

.



Κι ένα έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη, που αγαπώ.

Καισαριανή
για τον Κωστή,
τον Κωνσταντίνο
και την Ελένη
μας.
Μικρό, φιλικό αφιέρωμα
στη black tulip
που είπε,
"είναι ωραίες οι τουλίπες" !
.
κι άλλες μαύρες
-εξωτικές-
.

κι οι κλασσικές μου κόκκινες
-παρέα με την ανεμοδούρα , την πεταλούδα-

η ημερωμένη μου κιτρινούλα
-πλάϊ, φύτρωσαν μονάχες τους (και ποζάρουν !)
κόκκινες καυτερές πιπερίτσες


ροζ και άσπρο

οι ροζ μου - άσπρες
Ήσυχος χώρος. Τριγύρω όμορφοι πίνακες – αφίσες, με τα αφιερώματα που έγιναν κατά καιρούς. Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας, Π. Τέτσης, Κάρολος Κουν, Γ. Μπουζιάνης, Μπαχ, Μότσαρτ, Α. Παπαδιαμάντης και άλλοι, και άλλοι… Η ελπίδα μας είναι στα παιδιά. Θα το προσπαθήσω κι εγώ.

Περπάτησα πολύ. Πολλά αυτοκίνητα, στη σειρά. Άλλοτε, τούτη δεν ήταν κεντρική αρτηρία… Χωράφια ήταν.
Κοίταξα λίγο τις βιτρίνες. Ανόρεχτα. Μπήκα και σ’ ένα παπουτσίδικο. Ένα ζευγάρι espadrilles μαύρες.
Espadrilles ισπανικές, γαλλικές, ψωνίζαμε πάντα chez Maggioros, εκεί, κάτω απ’ το υπουργείο των εξωτερικών, κοντά στην περίφημη «ταράτσα» του Αντρέα, τακ-τακ εσύ, τακ-τακ εγώ.
Έπειτα, το μαγαζί έκλεισε. Τώρα, ψωνίζει κανείς όπου βρεί. Απρόσωπα…
Στον δρόμο... Έπιασε ψιλόβροχο. Δεν έχω που να πάω. Δεν έχω ομπρέλα. Δεν ξέρω κατά που να κάνω. N' importe... Δε με περιμένει κανείς. Πουθενά. Τόσοι άνθρωποι γύρω… Τόσοι, μα τόσοι άνθρωποι… Πολυπληθής ερημία. Καν είς. Κι ο μακρινός, που σκέφτηκε να φυτέψει στον κήπο σου, ένα μικρούλι «τις». Καν είς, μακρινέ φίλε.
Μήτε εκείνος που πιστέψαμε, μήτε αυτός που νομίσαμε, μήτε αυτός που μας νόμισε…

Βρήκα μια μικρή πλατεία. Καταπράσινη. Θα μείνω εδώ, μες τις μουριές και τα πυράκανθα. Cafés τριγύρω. «Καφετέριες». Να προχωρήσω λίγο ακόμα. Πεζόδρομος. Πλακάκια κίτρινα, κόκκινα. Τα τραπεζάκια κι οι καρέκλες που βλέπετε. Καφενείον σχεδόν παραδοσιακόν.

Θα μείνω εδώ. Γιατί δίπλα, έχει ένα ανθισμένο αγιόκλημα, έναν μικρό πλάτανο, ένα άσπρο γιασεμί, και μια μυρτιά. Για τη μυρτιά κυρίως.
Το μαγαζί συνοδεύει το τσίπουρο με ζαρωμένες ελιές Θάσου και roquefort. Έστω, roquefort ! Αν είμαστε στη Γαλλία, παραδοσιακό δε θα ταν; !
Οι γέροντες κάθονται μέσα, πίνοντας τον ελληνικό τους, κι αναρωτιώνται , πώς βρέθηκε στο χώρο τους ξαφνικά ετούτη εδώ, με τα μπλοκάκια και τα στυλό με τις πένες…
Άγνωστη. Ξέμπαρκη.
Βροντάει. Πάνω, ο μαύρος, Σαββατιάτικος ουρανός που βλέπετε, με μια στάλα γαλάζιο στην άκρια.

Όλη νύχτα έβρεχε. Μπουμπουνητά. Ξύπνησα τρομαγμένη κι ήθελα να ρθω, να σου πω να μη φοβάσαι. Να φυλαχτείς από τους κεραυνούς. Θυμήθηκα το χειμώνα που κρύωσες.
-«Φυλάξου», είχα πει.
-«Μπορώ να προσέχω μόνος τον εαυτό μου», απάντησες.
Έτσι, λούφαξα. Δε θέλω άλλες προσβολές. Άλλη απονιά, δε θέλω. Έμεινα κι εγώ στο κρεβάτι μου, κι άκουγα ως το ξημέρωμα, κουκουλωμένη τους κεραυνούς. Θες φυλάξου, θες μη φυλάγεσαι.

Πέντε ώρες θα μείνω εδώ. Ως τις τρισήμιση, που θα τελειώσει το παιδί τις εξετάσεις.
Ήθελε να ρθω κοντά της. Το παιδί, που δεν απαιτεί ποτέ τίποτα. Σε τίποτα ποτέ δε με δυσκόλεψε. Ζήτησε σήμερα να ρθω κοντά. Έτσι τώρα, εδώ, θα την περιμένω πέντε ώρες.
Τα γερμανικά, που όσα λίγα ήξερα, κοντεύω πιά να τα ξεχάσω… Έχω όμως αυτήν, που παίρνει σε όλα τη σκυτάλη…

Στο δεύτερο τσίπουρο, ο μεζές πήρε προαγωγή ! Φρεσκοτηγανισμένο γαβράκι και ντομάτα τριαντάφυλλο. Όλα μαζί, euro τρία.
Ετοιμάζεται να κάνει κατακλυσμό. Κρυώνω, μα έξω θα μείνω. Παίρνει τηλέφωνο ο συγγραφέας.
-«η πρόεδρος της εταιρείας, μου λέει, δηλώνει συγκλονισμένη»
-«καλά, κόψε κάτι…» Ταπεινά ευχαριστώ τους ανθρώπους…
Ήταν να μην ανοίξεις το στρείδι, καλέ μου. Τώρα, αγάπη μου, που τ’ άνοιξες, θα χορέψουμε -κάποιοι- σκληρό ζεϊμπέκικο. Κι ας αποχώρησες εσύ... Ελεύθεροι άνθρωποι είμαστε, ο καθείς αποχωρεί όποτε θέλει… Εσύ, αποχώρησες νωρίς…

Να σου, απέναντι ο Ρώσος με το accordeon και τ’ αρχοντορεμπέτικα. Τ’ accordeon, που αγαπάς.
Υποκλίνεται στη συλλογισμένη μούρη μου, κι αλλάζει σκοπό. Αρχίζει να βροντάει ένα «paloma bianca”.
Για κοίτα! Αυτό σκέφτηκε ότι θα μ’ άρεσε;


Παρασκευή, Μαΐου 18, 2007

SOLDES !
.
Εκπτώσεις
στην αγορά αξιών
.
la porte étroite
.
.
στενό είν' το πέρασμα της αφοσίωσης
μα μόνο αυτό ξέρω να περπατάω σωστά.
γιατί αλλιώς, τι αξία να χει η ζωή μας
αν δεν μπορεί να ναι αξιόπιστη;
αδιαπραγμάτευτα αξιόπιστη ...
.
.
διαβάζω από παλιότερη σημείωση:
σε βιβλιο κριτική της Ρ. Γεωργακοπούλου, για το τελευταίο, της Ιωάννας Καρυστιάνη:
"... η Ιωάννα Καρυστιάνη, ... πιστεύει ακόμα στη δύναμη της αγάπης και δεν διστάζει να το πει.
Μια αγάπη ωστόσο, που έχει ανελαστικά προαπαιτούμενα και ρήτρα σε σκληρό νόμισμα
....................................................................................................
δεν υπάρχει θέση, για όσες γυναίκες... δεν διαθέτουν
το σπάνιο χάρισμα της αυταπάρνησης
και της χωρίς προϋποθέσεις αφοσίωσης.
Μια αρετή, που ένας ψυχίατρος θα κοίταζε καχύποπτα...»
.
.
Νομίζω, είναι εξαιρετικές παρατηρήσεις!

moi, je t' offrirai
des perles de pluie