O bruit doux de la pluie
Il pleure sans raison
C'est bien la pire peine
Paul Verlaine, 1874 in "Romances sans paroles"

Ε, καλά, τώρα...
Ύλη: Χρυσός
Ανακαλύφθηκε στη Νεκρόπολη του Χρυσόλακκου Μάλιων.
Πρόκειται για ένα από τα ωραιότερα δημιουργήματα της μινωικής χρυσοχοΐας της παλαιοανακτορικής περιόδου.
Δύο έντομα με σώμα τρικωτό, σφήκες ή μέλισσες, είναι τοποθετημένα αντιθετικά. Πάνω από το κεφάλι τους φέρουν κλουβί από χρυσό σύρμα που περικλείει ένα είδος σφαιριδίου. Με τα πόδια τους κρατούν ένα δίσκο διακοσμημένο με λεπτή κοκκίδωση, που πιθανόν παριστάνει κηρήθρα.
Την ισορροπία του κεντρικού θέματος εξασφαλίζουν στα μεν πλάγια τα απλωμένα φτερά των δύο εντόμων, πλαισιωμένα από έξεργη πτυχωτή ταινία, ενώ στο κάτω μέρος τα τρία κρεμάμενα δισκάρια, τα οποία αρχικά περιείχαν μία χρωστική ουσία.
.
.
.
Στην αγαπημένη φίλη Ελένη Τ.,
και στον Κωστή της.
.
Για τα ξενύχτια και τη δουλειά που έχουμε τραβήξει, γράφοντας και διαβάζοντας, χρόνια ολόκληρα.
Για τα γέλια μας…
Για τ’ αγόρια που έχουμε άλλοτε ερωτευτεί…
Για τα ταξίδια μας και τη «μια ζωή περιπέτεια»…
Για κείνο το βράδυ στην Πορτογαλία, στο μοναστήρι-ξενοδοχείο, που πίναμε, καπνίζαμε και ρίχναμε τα δάκρυά μας στον Ατλαντικό…
Για κείνην την Βαρκελώνη… Για τα Παρισένια μας… Το Σετούμπαλ, τη Λισσαβώνα, το transit Amsterdam, το Vichy, Auvergne, τη Besancon, Ηélène, Ηélène μου, που εγώ στα νοσοκομεία, κι εσύ να μου κουβαλάς το δέντρο της ζωής…
Αχ, Ελένη! Αχ, Ελένη!
Σου στέλνω λίγο απ’ την
Ιθάκη μας
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μεν' η σκέψις σου υψηλή,
αν εκλεκτή συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
.
.
.
Κι ένα έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη, που αγαπώ.
Θα μείνω εδώ. Γιατί δίπλα, έχει ένα ανθισμένο αγιόκλημα, έναν μικρό πλάτανο, ένα άσπρο γιασεμί, και μια μυρτιά. Για τη μυρτιά κυρίως.
Το μαγαζί συνοδεύει το τσίπουρο με ζαρωμένες ελιές Θάσου και roquefort. Έστω, roquefort ! Αν είμαστε στη Γαλλία, παραδοσιακό δε θα ταν; !
Οι γέροντες κάθονται μέσα, πίνοντας τον ελληνικό τους, κι αναρωτιώνται , πώς βρέθηκε στο χώρο τους ξαφνικά ετούτη εδώ, με τα μπλοκάκια και τα στυλό με τις πένες…
Άγνωστη. Ξέμπαρκη.
Βροντάει. Πάνω, ο μαύρος, Σαββατιάτικος ουρανός που βλέπετε, με μια στάλα γαλάζιο στην άκρια.
Όλη νύχτα έβρεχε. Μπουμπουνητά. Ξύπνησα τρομαγμένη κι ήθελα να ρθω, να σου πω να μη φοβάσαι. Να φυλαχτείς από τους κεραυνούς. Θυμήθηκα το χειμώνα που κρύωσες.