Παρασκευή, Μαρτίου 21, 2014

ποίηση


ΕΑΡΙΝΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ !



Ο. Ε.


Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία όπως ένας είναι ο ουρανός.

Το ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό.
Εγώ τον έχω δει από καταμεσίς της θάλασσας.











Ελάχιστες αναφορές,

με αφορμή την ημέρα της ποίησης






Από την Οδύσσεια του Ομήρου



ἀπόδοση στὴ νέα ἑλληνικὴ: Νίκος Καζαντζάκης - Ἰωάννης Κακριδῆς.





Η ΙΘΑΚΗ





Οδύσσεια Α΄, στίχ. 48 – 60




Μα καίγεται η καρδιά μου, ως σκέφτουμαι τον αντρειανό Οδυσσέα,
τον έρμο, χρόνια που παιδεύεται μακριά από τους δικούς του



σ᾿ ένα νησί, που 'ναι της θάλασσας το αφάλι, κυκλωμένο
από τα κύματα, πολύδεντρο᾿ θεά εκεί πάνω μένει,
του Άτλαντα η κόρη του κακόγνωμου, που τους βυθούς κατέχει
του κάθε πέλαου και μονάχος του σηκώνει τις κολόνες
τις αψηλές, που δεν αφήνουνε γη κι ουρανός να σμίξουν.



Δικιά του η κόρη που τον άμοιρο κρατάει᾿ στα σύθρηνά του
να τον πλανέσει με τα λόγια της πασκίζει, την Ιθάκη
για να του βγάλει από τη θύμηση᾿ κι εκείνος, λαχταρώντας
και μοναχά καπνό απ᾿ τον τόπο του να ιδεί ν᾿ ανηφορίζει,
ανέλπιδος ποθεί το θάνατο.







Κ. Καβάφης



Ἰθάκη


Σὰ βγεῖς στὸν πηγαιμὸ γιὰ τὴν Ἰθάκη,
νὰ εὔχεσαι νἆναι μακρὺς ὁ δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.

Τοὺς Λαιστρυγόνας καὶ τοὺς Κύκλωπας,
τὸν θυμωμένο Ποσειδῶνα μὴ φοβᾶσαι,
τέτοια στὸν δρόμο σου ποτέ σου δὲν θὰ βρεῖς,
ἂν μέν᾿ ἡ σκέψις σου ὑψηλή, ἂν ἐκλεκτὴ
συγκίνησις τὸ πνεῦμα καὶ τὸ σῶμα σου ἀγγίζει.

Τοὺς Λαιστρυγόνας καὶ τοὺς Κύκλωπας,
τὸν ἄγριο Ποσειδώνα δὲν θὰ συναντήσεις,
ἂν δὲν τοὺς κουβανεῖς μὲς στὴν ψυχή σου,
ἂν ἡ ψυχή σου δὲν τοὺς στήνει ἐμπρός σου.

Νὰ εὔχεσαι νά ῾ναι μακρὺς ὁ δρόμος.
Πολλὰ τὰ καλοκαιρινὰ πρωϊὰ νὰ εἶναι
ποὺ μὲ τί εὐχαρίστηση, μὲ τί χαρὰ
θὰ μπαίνεις σὲ λιμένας πρωτοειδωμένους·

νὰ σταματήσεις σ᾿ ἐμπορεῖα Φοινικικά,
καὶ τὲς καλὲς πραγμάτειες ν᾿ ἀποκτήσεις,
σεντέφια καὶ κοράλλια, κεχριμπάρια κ᾿ ἔβενους,
καὶ ἡδονικὰ μυρωδικὰ κάθε λογῆς,
ὅσο μπορεῖς πιὸ ἄφθονα ἡδονικὰ μυρωδικά.

Σὲ πόλεις Αἰγυπτιακὲς πολλὲς νὰ πᾷς,
νὰ μάθεις καὶ νὰ μάθεις ἀπ᾿ τοὺς σπουδασμένους.
Πάντα στὸ νοῦ σου νἄχῃς τὴν Ἰθάκη.
Τὸ φθάσιμον ἐκεῖ εἶν᾿ ὁ προορισμός σου.

Ἀλλὰ μὴ βιάζῃς τὸ ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλὰ νὰ διαρκέσει.
Καὶ γέρος πιὰ ν᾿ ἀράξῃς στὸ νησί,
πλούσιος μὲ ὅσα κέρδισες στὸν δρόμο,
μὴ προσδοκώντας πλούτη νὰ σὲ δώσῃ ἡ Ἰθάκη.

Ἡ Ἰθάκη σ᾿ ἔδωσε τ᾿ ὡραῖο ταξίδι.
Χωρὶς αὐτὴν δὲν θἄβγαινες στὸν δρόμο.
Ἄλλα δὲν ἔχει νὰ σὲ δώσει πιά.

Κι ἂν πτωχικὴ τὴν βρῇς, ἡ Ἰθάκη δὲν σὲ γέλασε.
Ἔτσι σοφὸς ποὺ ἔγινες, μὲ τόση πείρα,
ἤδη θὰ τὸ κατάλαβες ᾑ Ἰθάκες τί σημαίνουν.








Ντίνος Χριστιανόπουλος



ΙΘΑΚΗ


Δὲν ξέρω ἂν ἔφυγα ἀπὸ συνέπεια
ἢ ἀπὸ ἀνάγκη νὰ ξεφύγω τὸν ἑαυτό μου,
τὴ στενὴ καὶ μικρόχαρη Ἰθάκη
μὲ τὰ χριστιανικά της σωματεῖα
καὶ τὴν ἀσφυχτική της ἠθική.
Πάντως, δὲν ἦταν λύση, ἦταν ἡμίμετρο.
Κι ἀπὸ τότε κυλιέμαι ἀπὸ δρόμο σὲ δρόμο
ἀποχτώντας πληγὲς κι ἐμπειρίες.
Οἱ φίλοι ποὺ ἀγάπησα ἔχουνε πιὰ χαθεῖ
κι ἔμεινα μόνος τρέμοντας μήπως μὲ δεῖ κανένας
ποὺ κάποτε τοῦ μίλησα γιὰ ἰδανικά…
Τώρα ἐπιστρέφω μὲ μίαν ὕποπτη προσπάθεια
νὰ φανῶ ἄψογος, ἀκέραιος, ἐπιστρέφω
κι εἶμαι, Θεέ μου, σὰν τὸν ἄσωτο ποὺ ἀφήνει
τὴν ἀλητεία, πικραμένος, καὶ γυρνάει
στὸν πατέρα τὸν καλόκαρδο, νὰ ζήσει
στοὺς κόλπους του μίαν ἀσωτία ἰδιωτική.
Τὸν Ποσειδῶνα μέσα μου τὸν φέρνω,
ποὺ μὲ κρατάει πάντα μακριά.
Μὰ κι ἂν ἀκόμα δυνηθῶ νὰ προσεγγίσω,
τάχα ἡ Ἰθάκη θὰ μοῦ βρεῖ τὴ λύση;





από το «Δεύτερο Μπογιάτι»

Αλέξανδρου  Παναγούλη

η Ιθάκη


Οδυσσέα σαν βγήκες στην Ιθάκη
τι δυστυχία θα νιωσες
Αφού κι άλλη ζωή μπροστά σου είχες
γιατί τόσο νωρίς να φτάσεις;

Χωρίς σκοπό έμεινες πια
από μεγάλος έμεινες μικρός
«Πιο μακρυνή ας ήταν η Ιθάκη»
πιστεύω πως ψιθύρισες
και πως δεν θέλησες
καινούρια πια Ιθάκη να ζητήσεις
γιατί φοβήθηκες
πως και σ’ αυτή νωρίς θα φτάσεις

Απ’ την αρχή έπρεπε
αλλιώτικη Ιθάκη να ζητούσες
Ιθάκη όμορφη και μακρυνή
που να τη φτάσει
δεν ζητά μονάχα ένας

Τέτοια δεν ήταν η δική σου
αφού μονάχος την ποθούσες
κι αν όμορφη την είδαν οι πολλοί
στην πέννα ενός Ομήρου το χρωστάει.









 Οι ΑΝΕΜΟΙ





Από την Οδύσσεια του Ομήρου



ἀπόδοση στὴ νέα ἑλληνικὴ: Νίκος Καζαντζάκης - Ἰωάννης Κακριδῆς.



 



Οδύσσεια Ε΄

στίχ. 291 – 298



Σαν είπε αυτά, μαζώνει σύγνεφα, το πέλαο συνταράζει
κρατώντας το τρικράνι κι άσκωσε τρανό μπουρίνι, κι όλους
ολούθε αμόλησε τους ανέμους,
και σκέπασε με νέφη
στεριές μαζί και πέλαα, κι άπλωσε θολή απ᾿ τα ουράνια νύχτα.



Μαζί νοτιάς, λεβάντες χίμιξαν κι ανήμερος πονέντης,
μαζί βοριάς αιθερογέννητος
, τρανό κυλώντας κύμα'
και τότε του Οδυσσέα τα γόνατα λύθηκαν κι η καρδιά του






Στίχ. 328 – 332



Πως ο βοριάς χινοπωριάτικα σαρώνει μες στον κάμπο
τ᾿ αγκάθια, κι όλα κουβαριάζουνται μαζί σφιχτά᾿ παρόμοια



κι αυτήν οι ανέμοι μες στο πέλαγο τη σέρναν δώθε κείθε᾿ μια στο βοριά ο νοτιάς την έριχνε, μαζί του να τη σύρει,
και μια ο λεβάντες την παράδινε να τη χτυπά ο πονέντης.








Οδύσσεια Τ΄

στίχ. 204 - 209



Κι εκείνη έχυνε δάκρυα ακούγοντας και φύραινε η θωριά της.



Πως λιώνει σε βουνά ψηλόκορφα το χιόνι, που ο πονέντης
πρώτα το στοίβαξε, και το 'λιωσε φυσώντας ο σιρόκος,
κι ως λιώνει, τα ποτάμια φούσκωσαν και κατεβάζουν — όμοια
κι εκείνη έχυνε δάκρυα κι έλιωνε το μηλοπρόσωπό της,
κι έκλαιε τον άντρα της, που κάθουνταν μπροστά της















Οδυσσέας Ελύτης





ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ
από ΤΟ ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΝ 





ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΟΡΕΣ ΑΝΕΜΟΙ που ιερουργούνε
που σηκώνουν το πέλαγος σα Θεοτόκο
που φυσούν και ανάβουνε τα πορτοκάλια
που σφυρίζουν στα όρη κι έρχονται

Οι αγένειοι δόκιμοι της τρικυμίας
οι δρομείς που διάνυσαν τα ουράνια μίλια
οι Ερμηδες με το μυτερό σκιάδι
και του μαύρου καπνού το κηρύκειο

Ο Μαΐστρος, ο Λεβάντες, ο Γαρμπής
ο Πουνέντες, ο Γραίγος, ο Σιρόκος
η Τραμουντάνα, η Όστρια



 γιά την ισημερία !
γιά την άνοιξη !
γιά την ποίηση !
2014











Κυριακή, Μαρτίου 16, 2014

χαιρετισμοί









Α´
Τῌ ΠΑΡΑΣΚΕΥῌ
ΤΗΣ Α´ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ


ΣΤΑΣΙΣ ΠΡΩΤΗ


Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς·

Χαῖρε, ἀστήρ ἐμφαίνων τὸν Ἥλιον·

Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι᾿ ἧς κατέβη Θεός·

Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμαράντου κλῆμα·

Χαῖρε, γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον·

Χαῖρε, ὅτι λειμῶνα τῆς τρυφῆς ἀναθάλλεις·
(Χαῖρε γιατὶ κάνεις νὰ ἀνθίσει λιβάδι πνευματικῆς ἀπόλαυσης·)




Β´
Τῌ ΠΑΡΑΣΚΕΥῌ
ΤΗΣ Β´ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

ΣΤΑΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ


Χαῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον·

Xαῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος.

Χαῖρε, ἀστέρος ἀδύτου Μήτηρ· χαῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας.

Χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν·




Γ´
Τῌ ΠΑΡΑΣΚΕΥῌ
ΤΗΣ Γ´ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

ΣΤΑΣΙΣ ΤΡΙΤΗ



Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας· χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας.

Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί· χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ᾿ οὗ σκέπονται πολλοί.

Χαῖρε, στολὴ τῶν γυμνῶν παῤῥησίας· χαῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα.
(Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ γίνεσαι στολὴ γιὰ τοὺς γυμνοὺς ἀπὸ πνευματικὴ παρρησία · χαῖρε στοργὴ ποὺ νικᾶς κάθε πόθο.)

Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα· χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα.

Χαῖρε, τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα·
(Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἕνωσες μεταξύ τους τὰ ἀντίθετα·)

Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα· χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα.

Χαῖρε, ὅτι ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί· χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί.

Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα· χαῖρε, τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα.
(Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ διαλύεις τοὺς περίπλοκους συλλογισμοὺς καὶ σοφίες τῶν Ἀθηναίων· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ γεμίζεις τὰ δίχτυα τῶν πνευματικῶν ψαράδων.)

Χαῖρε, ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι· χαῖρε, λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων.
(Χαῖρε, πλοῖο αὐτῶν ποὺ θέλουν νὰ σωθοῦνε, χαῖρε, λιμάνι αὐτῶν ποὺ ταξιδεύουν στὸ πέλαγος τῆς ζωῆς.)




Δ´
Τῌ ΠΑΡΑΣΚΕΥῌ
ΤΗΣ Δ´ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

ΣΤΑΣΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ


Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως·

Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ Ἡλίου· χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους.

Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν· χαῖρε, ὅτι τὸν πολύῤῥητον ἀναβλύζεις ποταμόν.

Χαῖρε, λουτὴρ ἐκπλύνων συνείδησιν· χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν.
(Χαῖρε λουτήρα ποὺ ξεπλένεις τὴ συνείδηση· χαῖρε, κανάτι ποὺ κερνᾶς ἀγαλλίαση.)

Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία·
(Χαῖρε, τοῦ σώματός μου ἡ θεραπεία·)














Τρίτη, Μαρτίου 04, 2014

VIII.




Βιβλιοθήκη Ελλήνων και ξένων συγγραφέων
.
ΛΙΝΟΥ ΠΟΛΙΤΗ Ποιητική Ανθολογία

Βιβλίο έκτο

.
Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ
Εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑ
Σελίδες 216
ΔΡΧ.20
 
Λορέντσος Μαβίλης

Λήθη

Καλότυχοι οἱ νεκροὶ ποὺ λησμονᾶνε
τὴν πίκρια τῆς ζωῆς. Ὅντας βυθίση
ὁ ἥλιος καὶ τὸ σούρουπο ἀκλουθήση,
μὴν τοὺς κλαῖς, ὁ καημός σου ὅσος καὶ νἆναι.

Τέτοιαν ὥρα οἱ ψυχὲς διψοῦν καὶ πᾶνε
στῆς λησμονιᾶς τὴν κρουσταλλένια βρύση·
μὰ βοῦρκος τὸ νεράκι θὰ μαυρίση,
ἂ στάξη γι᾿ αὐτὲς δάκρυ ὅθε ἀγαπᾶνε.

Κι ἂν πιοῦν θολὸ νερὸ ξαναθυμοῦνται.
Διαβαίνοντας λιβάδια ἀπὸ ἀσφοδίλι,
πόνους παλιούς, ποὺ μέσα τους κοιμοῦνται.

Ἂ δὲ μπορής παρὰ νὰ κλαῖς τὸ δείλι,
τοὺς ζωντανοὺς τὰ μάτια σου ἂς θρηνήσουν:
Θέλουν - μὰ δὲ βολεῖ νὰ λησμονήσουν.




Καλλιπάτειρα

«Ἀρχόντισσα Ροδίτισσα, πῶς μπῆκες;
Γυναῖκες διώχνει μιὰ συνήθεια ἀρχαία
ἐδῶθε.» - «Ἔχω ἕνα ἀνίψι, τὸν Εὐκλέα,
τρία ἀδέρφια, γιό, πατέρα, Ὀλυμπιονίκες·

νὰ μὲ ἀφήσετε πρέπει, Ἑλλανοδίκες,
κι ἐγὼ νὰ καμαρώσω μὲς τὰ ὡραῖα
κορμιά, ποὺ γιὰ τὸ ἀγρίλι τοῦ Ἡρακλέα
παλεύουν, θαυμαστὲς ψυχὲς ἀντρίκειες.

Μὲ τὲς ἄλλες γυναῖκες δὲν εἶμ᾿ ὅμοια·
στὸν αἰῶνα τὸ σόι μου θὰ φαντάζη
μὲ τῆς ἀντρειᾶς τ᾿ ἀμάραντα προνόμια·

μὲ μάλαμα γραμμένο τὸ δοξάζει
σὲ ἀστραφτερὸ κατεβατὸ μαρμάρου
ὕμνος χρυσός, τοῦ ἀθάνατου Πινδάρου.»




Ἰωάννης Γρυπάρης


Μάθε τὸν πόνο τὸ γερὸ
βουβὸς στὰ δόντια σου ν᾿ ἀλέθης
.
Χύνε τῆς λήθης τὸ νερὸ
μὲς στὸ τρελὸ κρασὶ τῆς μέθης.
……………………………………





Τὸ ἀπόβροχο


Τὴ νύχτ᾿ ἀπόψε - θλίψη της μ᾿ ἀνάστησε τρανή,
τὴ θλίψη μας σὰ νὰ εἶχε μελετήσει-
τὴ νύχτ᾿ ἀπόψε ἀνοίξανε οἱ ἕβδομοι οὐρανοὶ
καὶ πόντισε νερὸ κατακλυσμὸς τὴ χτίση.

Στὰ σκοτεινὰ ἐξεχείλισαν τῶν θλίψεων οἱ πηγὲς
καὶ χύθηκαν οἱ κρατημένοι οἱ θρῆνοι
κ᾿ ἐλπίδα πιὰ δὲν ἔμεινε γιὰ νέες πάλι αὐγὲς
τὴ νύχτα, ποὺ εἶπες στερνὴ πὼς θὰ εἶχε μείνει.

Μὰ ἔδωκε καὶ ξημέρωσε ἀνέλπιστη αὐγὴ
καὶ στὴ δροσιὰ τοῦ ἀπόβροχου λουσμένη
σὰ θάμα νέο πεντοβολᾷ κι ἀναγαλλιάζ᾿ γῆ,
ὅσ᾿ χρυσὸς θρίαμβος τοῦ Ἥλιου προβαίνει.

Στὸ μυριοθορυβούμενο κ᾿ ἡλιόβολο γιαλὸ
οἱ ναῦτες τὰ πανιὰ τῶν πλοίων ἀνοίγουν
καὶ ἰδές! φαντάζουν τ᾿ ἄρμενα στὸ κῦμα τὸ ψηλὸ
πῶς πρίμα καρτεροῦνε τὸν καιρὸ νὰ φύγουν.

Πῶς μᾶς πλανεύει τὸ ὄνειρο τῆς εὐτυχίας ξανὰ
σὰν νὰ ἦταν μία φορὰ νὰ μᾶς γελάση!
σὲ νέα ταξείδια μᾶς καλοῦν τὰ πλοῖα στὰ γαλανὰ
τὰ κύματα, ποὺ ὡς νὰ ἤπιαν φῶς κ᾿ ἔχουν χορτάσει.

Κι ἂν τὰ κρατοῦνε οἱ ἄγκυρες τ᾿ ἄρμενα ἐκεῖ στὴ γῆς
κι ἂν τὰ τιμόνια στὴ στεριὰ βγαλμένα,
κρυφὴ λαχτάρα ἐπέρασε τὰ βάθη μιᾶς ψυχῆς
κι ἀνατριχιάζουν τὰ φτερὰ τὰ διπλωμένα.

K᾿ ᾖρθε κ᾿ ἐστάθη μιὰ ψυχὴ σ᾿ ἀπόψηλη κορφὴ
καὶ τὶς ζυγὲς φτεροῦγες δοκιμάζει,
ξεχνώντας ποὺ τὶς λάβωσε - ψυχή, πικρὴ ἀδερφή!
τ᾿ ἀστροπελέκι τὸ παλιὸ καὶ τὸ χαλάζι.





Ἑστιάδες


Βαθιά ἄκραχτα μεσάνυχτα, τρισκότεινοι οὐρανοὶ
πάν᾿ ἀπ᾿ τὴ Πολιτεία τὴ κοιμισμένη
κι ἄξαφνα σέρνει τοῦ Κακοῦ τὸ Πνεῦμα μία φωνή,
-
τρόμου φωνή- κι ὅλοι πετιοῦνται αλαλιασμένοι.

Ἒσβησ᾿ ἄσβηστη φωτιάκι ὅλοι δρομοῦν φορὰ
τυφλοὶ μέσα στὴ νύχτα νὰ προφτάσουν,
ὄχι μ᾿ ἐλπίδα πὼς μπορεῖ νἆν᾿ ψεύτρα συμφορὰ
παρὰ νὰ δοῦν τὰ μάτια τους καὶ τὴ χορτάσουν.

Θαρρεῖς νεκροὶ κι ἀπάριασαν τὰ μνήματ᾿ ἀραχνὰ
σύγκαιρα ὀρθοὶ γιὰ τὴ στερνὴ τὴ κρίση,
κι ἐνῷ οἱ ἀνέγνωμοι σπαρνοῦν μὲς σὲ κακὸ βραχνὰ
μὴ τύχει, τρέμουνε, κανεὶς καὶ τοὺς ξυπνήση.

Μ᾿ ἕνα μονόχνωτο ἀναφιλητὸ σκυφτοὶ
πρὸς τῆς Ἑστίας τὸ ναὸ τραβοῦνε
καὶ μπρὸς στὴ πύλη διάπλατα τὴ χάλκινη ἀνοιχτῆ
ἕνα τὰ μύρια γίνονται μάτια νὰ ιδοῦνε.

Καὶ βλέπουν: μὲ τῆς γνώριμης ἀρχαίας τῶν ἀρετῆς
τὸ σχήματ᾿ ἀνωφέλευτο ντυμένες
στὸν προδομένο τὸ βωμὸ ἐμπρὸς γονυπετεῖς
τὶς Ἐστιάδες τὶς σεμνές, μὰ κολασμένες.

Τὸ κρῖμα τους ἐστάθηκε μιά ἄβουλη ἀνεμελιὰ
κι ἀραθυμιὰ -σὰν τῆς δικῆς μας νιότης!
Μὰ Ἅγια Φωτιά, μιὰ πόσβησε, δὲ τὴν ἀνάβει πλιὰ
ἀνθρώπινο προσάναμμα πυροδότῃς.

Κι ὅσο κι ἂν μὲ τὶς φοῦχτες των σκορπίζουν στὰ μαλλιὰ
μὲ συντριβὴ καὶ μὲ ταπεινοσύνη,
τοῦ κάκου! Στὴ χλιὰ χόβολη καὶ μὲς στὴ στάχτη πλιὰ
σπίθας ἰδέα οὐδ᾿ ἔλπιση δὲν ἔχει μείνει.

Κι εἶναι γραμμένη τοῦ χαμοῦ ἡ Πολιτεία, ἐχτὸς
ἂν πρὶ ὁ καινούργιος ἥλιος ἀνατείλη
κάμη τὸ θάμα του ὁ οὐρανὸς καὶ στ᾿ ἄωρα τῆς νυχτὸς
μακρόθυμος τὸν κεραυνό του στείλη.

Κι ἂν είν' και πέση απάνω τους, ἂς πέση! ὅπως ζητᾷ
τὸ δίκιο κι οἱ Παρθένες τὸ ζητοῦνε,
ποὺ ἰδού τις, μὲ τὰ χέρια τους στὰ οὐράνια σηκωτὰ
καὶ τὴν ψυχὴ στὰ μάτια τοὺς τὸν προσκαλοῦνε.
...........................................................................

Τάχα τὸ θάμα κι έγινε; -Πές μου το νὰ στὸ πῶ,
γνώμη ἄβουλη, γνώμη ἄδικη μιᾶς νιότης
σὰν τὴ δικιά μας, πόσβησεν ἔτσι χωρὶς σκοπὸ,
κι ἀκόμα ζη καὶ ζένεται- μὲ τὸ σκοπό της!






Κωστής Παλαμάς

Από τον Δωδεκάλογο του Γύφτου


Στην αργατιά, στη χωριατιά, το χιόνι, η γρίπη, η πείνα, οι λύκοι,
ποτάμια, πέλαγα, στεριές, ξολοθρεμός και φρίκη.
Χειμώνας άγριος - κι η φωτιά, καλοκαιριά στην κάμαρά μου.
Ντρέπομαι για τη ζέστα μου και για την ανθρωπιά μου.











Σάββατο, Φεβρουαρίου 22, 2014


VII.



Βιβλιοθήκη Ελλήνων και ξένων συγγραφέων
.
ΛΙΝΟΥ ΠΟΛΙΤΗ Ποιητική Ανθολογία

Βιβλίο έκτο

.
Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ
Εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑ
Σελίδες 216
ΔΡΧ.20


Ἀργύρης Ἐφταλιώτης

Τραγούδι τ᾿ ἀργαλειοῦ

το δημοσιεύω αυτό, γιατί κατέληξε να είναι ένα θαυμάσιο δημοτικό τραγούδι !

στις παιδικές χορωδίες, οι δάσκαλοι, μας έμαθαν να το τραγουδάμε.

το χορέψαμε ως τσάμικο !


Πέρνα, σαΐτα μου γοργή, μὲ τὸ ψιλὸ μετάξι,
νἄρθει ὁ καλός μου τὴ Λαμπρὴ νὰ βρεῖ χρυσὰ ν᾿ ἀλλάξει,
                        Τάκου τάκου ὁ ἀργαλειός μου,
                        τάκου κι ἔρχεται ὁ καλός μου.


Μαντήλι ἀπὸ τὸ δάκρυσμα δὲν τοὔμεινε στὰ ξένα.
Ἀρχοντοποῦλες τὸν ζητοῦν κι αὐτὸς πονεῖ γιὰ μένα.
                        Τάκου τάκου στὴν αὐλή μου,
                        ὥσπου νάρθει τὸ πουλί μου.


Ἐγὼ τὸ φάδι θὰ γενῶ κι ἐκεῖνος τὸ στημόνι,
ποὺ νὰ μπλεχτεῖ μὲς στὸ πανὶ καὶ πιὰ νὰ μὴ γλυτώνει.
                        Τάκου καὶ σὲ λίγο φτάνει
                        γιὰ φιλὶ καὶ γιὰ στεφάνι.


Πέτα, σαΐτα μου γοργή, χτύπα, χρυσό μου χτένι,
ἡ ἀτέλειωτη Σαρακοστὴ μερόνυχτο νὰ γένει.
                        Τάκου τάκου ὁ ἀργαλειός μου,
                        τάκου κι ἔρχεται ὁ καλός μου.



--------------------------------------------------------------


από το ποίημα "ΑΓΑΠΗΣ ΛΟΓΙΑ"


IX

Μέρες που θάτανε μ' εσέ μαργαριτάρια,
χωρίς εσέ μες στου καιρού τα βάθη πάνε,
ψυχρές και ανωφέλητες, σαν τα λιθάρια
που μες στη θάλασσα μικρά παιδιά πετάνε !



-------------------------------------------------------------



από το ποίημα "ΔΕ ΖΩ..."


Δε ζω με την αγάπη σου, με τα φιλιά σου,
και μήτε με την ψεύτρα την ελπίδα.
Κι όμως ακόμα βρίσκουμαι στην αγκαλιά σου,
την αγκαλιά του ονείρου που είδα



--------------------------------------------------------------




Κωστής Παλαμάς

από το "Ο ΝΑΟΣ" 


Ἐγὼ δὲν εἶμαι λειτουργός, τοῦ μυστηρίου
τὸ φοβερὸ κλειδὶ δὲν ἔπιασα, κι ἀκόμα
δὲν ἄγγιξα, δειλὰ ἢ ἀπότολμα, τὴν πύλη
ποὺ φέρνει στῆς ζωῆς τ᾿ ἀγνώριστα Ἐλευσίνια.





από την "ΦΛΟΓΕΡΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ" 
και πόσο επίκαιρο, στ' αλήθεια,
είναι τούτο το απόσπασμα !
 
Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μεσ’ τη Χώρα.
Στην εκκλησιά, στον κλίβανο, στο σπίτι, στ’ αργαστήρι
παντού, στο κάστρο, στην καρδιά, τ’ αποκαΐδια, οι στάχτες

Πάει κι ο ψωμάς, πάει κι ο χαλκιάς, πάει κ’ η γυναίκα,
πάνε
τα παλικάρια, οι λειτουργοί, και του ρυθμού οι τεχνίτες,
του Λόγου και οι προφήτες.

Τα χέρια είναι παράλυτα, και τα σφυριά σπασμένα
και δε σφυροκοπά κανείς τ’ άρματα και τ’ αλέτρια
κι’ η φούχτα κάποιου ζυμωτή λίγο σιτάρι αν κλείσει
δεν βρίσκει την πυρά ζεστή ψωμί για να το κάνει.

Κι’ από κατάκρυα χόβολη μεστή η γωνιά, κι’ ακόμα
κι απ’ τη γωνία του σπιτιού, πιο κρύα η καρδιά είναι.
Κακοκατάντησε η καρδιά του ανθρώπου.  Κρίμα…κρίμα!



--------------------------------------------------------------------.














Σάββατο, Φεβρουαρίου 15, 2014


 한국 외국어 대학교

έφτασε ένα βιβλίο στα χέρια μου.
περιεχόμενο σελίδες 47
το μισό τυπωμένο σε μιά γλώσσα ακατανόητη, γλώσσα - ζωγραφιστή.

παρατηρώ :
μακρά γραμμή κάθετη ενώνεται με βραχεία γραμμή οριζόντια
βραχεία γραμμή οριζόντια ενώνεται σε ευθεία με κύκλο τονούμενο

μακρά γραμμή κάθετη ενώνεται με μακρά γραμμή οριζόντια
μακρά γραμμή οριζόντια ενώνεται προς τα πάνω, εις το μέσον με βραχεία γραμμή κάθετη
βραχεία γραμμή κάθετη ενώνεται σε ευθεία με κύκλο τονούμενο 


 το περιεχόμενο αυτού του βιβλίου είναι ποιήματα του Κωνσταντίνου  Καβάφη, ζωγραφισμένα σε γλώσσα μακρινή κι ακατάληπτη...

 한국 외국어 대학교

διαβάζω στους τίτλους  :
Τμήμα Ελληνικών Σπουδών στην Νότια Κορέα, του Πανεπιστημίου Χανκούκ

και
"το ενδιαφέρον των Κορεατών φοιτητών , για την Ελληνική Γλώσσα και τον Ελληνικό Πολιτισμό".


ξαναδιαβάζω,
γιά να το χωνέψει καλά το μυαλό μου :

"το Τμήμα Ελληνικών Σπουδών στην Νότια Κορέα, του Πανεπιστημίου Χανκούκ".


"το ενδιαφέρον των Κορεατών φοιτητών , για την Ελληνική Γλώσσα και τον Ελληνικό Πολιτισμό".

 한국 외국어 대학교


κι εμείς, αυτάδελφοι ;
εμείς ;


όλοι οι φίλοι μου το γνωρίζουν, τα περισσότερα χρόνια της ενήλικης ζωής μου, τα έχω περάσει σε αυστηρή πειθαρχία με τον εαυτό μου.
γιά χρόνια έζησα σαν ένας στρατιώτης, ας πούμε, που μέσα στην μάχη δεν επιτρέπεται να κλαίει.
το κλάμα του στρατιώτη, σε καιρό αγώνα, μπορεί να υποσκάψει το ηθικό των ανθρώπων γύρω του...
ένας στρατιώτης σε αποστολή, σε σκληρή δουλειά, σε επαγγελματική δουλειά, σε κοινωνική δουλειά, σε ό, τι ασήμαντο ή σημαντικό κάνει, δεν μπορεί να δείχνει λιποψυχιά, μήτε αδυναμία.
έτσι έλεγα όλον τον καιρό μέσα μου...
και μέχρι πριν λίγα χρόνια, σε όλα τα δύσκολα της ζωής, απαγόρευα αυστηρά στον εαυτό μου να κλάψει.
 

ιδού λοιπόν απόψε εγώ εδωδά, με το κλάμα μου
κρατώντας στα χέρια ένα βιβλίο με μιά γλώσσα ζωγραφιστή που δεν κατανοώ   
- βραχεία γραμμή οριζόντια ενώνεται σε ευθεία με κύκλο τονούμενο -
ο Κωνσταντίνος Καβάφης μεταφρασμένος στην Νότια Κορέα,
Τμήμα Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Χανκούκ,
το ενδιαφέρον των Κορεατών φοιτητών , για την Ελληνική Γλώσσα και τον Ελληνικό Πολιτισμό



και πειράζει, αυτάδελφοι,  που με πήραν απόψε τα δάκρυα ;

τα δάκρυα, που δεν είναι μονάχα από θλίψη, μα από οργή περισσότερο, κι από ντροπή.
οργή γιά την δική μας αδιαφορία για την Ελληνική Γλώσσα και τον Ελληνικό Πολιτισμό και τον Ανθρώπινο Πολιτισμό.
μήπως, ό, τι έχουμε και δεν έχουμε, η παραγωγή μας, η βαρειά βιομηχανία του τόπου μας, μήπως δεν είναι πρώτα απ' όλα η γλώσσα μας κι ο πολιτισμός ;
τα ξεπετάξαμε κι αυτά. όπως ξεπετάξαμε ό, τι άλλο ακριβό και πολύτιμο...
όποιον θεσμό... όποια λογική... όποιαν κοινωνική δικαιοσύνη... όποιαν ανθρωπιά...

δάκρυα από θλίψη κι οργή γιά την κατάσταση της δικής μας παιδείας κι εκπαίδευσης
θλίψη κι οργή γιατί τα δικά μας παιδιά είτε στέκονται εδώ άπραγα, είτε πήραν τις στράτες της γης γιά να σπουδάσουν ή γιά να βγάλουν το ψωμί τους, 
θλίψη κι οργή και ντροπή γιατί αστόχαστα εγκαταλείψαμε το χώμα και τους καρπούς της γης μας
θλίψη κι οργή γιατί διαλύσαμε την υγεία και την κοινωνική περίθαλψη, όσα με τόσο κόπο κερδήθηκαν μέσα στα χρόνια
θλίψη κι οργή γιατί όλο και περισσότεροι άνθρωποι ρίχνονται στο περιθώριο
θλίψη κι οργή, γιατί μας έχουν κάνει όλους αριθμούς και στατιστικές
θλίψη κι οργή γιά το απρόσωπο, γιά το απάνθρωπο πρόσωπο της εξουσίας
θλίψη κι οργή γιά την ιδιοτέλεια, την παλιανθρωπιά, την αναισθησία, την ανικανότητα, πρώτα και κύρια των κρατούντων.


 είδα τούτο εδώ απόψε,

한국 외국어 대학교
βραχεία γραμμή κάθετη ενώνεται σε ευθεία με κύκλο τονούμενο  
"το ενδιαφέρον των Κορεατών φοιτητών , για την Ελληνική Γλώσσα και τον Ελληνικό Πολιτισμό" 
και μ' έπιασαν κλάματα...
καμμιά φορά, κλαίν κι οι σκληροί στρατιώτες... 
- τούτους τους καιρούς, όλο και πιό συχνά...- 


  


Σάββατο, Φεβρουαρίου 01, 2014




Είμαστε αλάνια, 
διαλεχτά παιδιά μέσα στην πιάτσα
και δεν την τρομάζουν οι φουρτούνες τη δική μας ράτσα