Κυριακή, Απριλίου 26, 2009

.

.

Στίχοι: Παρασκευάς Καρασούλος

Μουσική: Γιώργος Ανδρέου

Δεν έκανα ταξίδια μακρινά

τα χρόνια μου είχαν ρίζες ήταν δέντρα

που τα 'ντυσε με φύλλα η καρδιά

και τ' άφησε ν' ανθίζουν μες την πέτρα

.

Δεν έκανα ταξίδια μακρινά

οι άνθρωποι που αγάπησα ήταν δάση

οι φίλοι μου φεγγάρια ήταν νησιά

που δίψασε η καρδιά μου να τα ψάξει

.

Το πιο μακρύ ταξίδι μου εσύ

η νύχτα εσύ το όνειρο της μέρας

μικρή πατρίδα σώμα μου κι αρχή

η γη μου εσύ ανάσα μου κι αέρας

.

Δεν έκανα ταξίδια μακρινά

ταξίδεψε η καρδιά κι αυτό μου φτάνει

σε όνειρα σ' αισθήματα υγρά

το μυστικό τον κόσμο ν' ανασάνει

.

Το πιο μακρύ ταξίδι μου εσύ

η νύχτα εσύ το όνειρο της μέρας

μικρή πατρίδα σώμα μου κι αρχή

η γη μου εσύ ανάσα μου κι αέρας

.

.

.

.

.

Σάββατο, Απριλίου 25, 2009

just a thought...
.
.
.
These people...
.
Ετούτοι οι άνθρωποι, Κύριε, γέλαγαν κάποτε. Όμως, για να γελάν οι άνθρωποι με κοσμιότητα και ομορφιά, πρέπει κάποια στιγμή στη ζωή να έχουν πρώτα καταφέρει οι ίδιοι να δακρύσουν.
Εκτός, αν το ζητούμενο δεν είναι η ομορφιά...
Ή εκτός, αν τα θλιμμένα δάκρυα , Κύριε, χάρισμα είναι μόνο, πλασμάτων παρακατιανών και ασήμαντων.
E, τότε, πλάσμα δικό σου, παρακατιανό και ασήμαντο, επιθυμώ να είμαι, Κύριε.

Κύμα αφρισμένο η αλαζονεία, έσκαζε πάνω σε ανθρώπους σου, Κύριε, χειμώνες ολόκληρους και καλοκαίρια, μέρες και νύχτες, γυρεύοντας να τους συντρίψει.
Κύμα πικρό, ύβρις και αποκοτιά η αλαζονεία. Γέλιο ανόσιο.
Αν μαθητής ονομάζομαι, στρέφοντας και το άλλο μου μάγουλο στην αλαζονεία και το γέλιο, ε, τότε, μαθητής δε θέλω πιά να ονομάζομαι, Κύριε.

.
.
.
.
a.k.
.
.

Πέμπτη, Απριλίου 23, 2009

της Κικής Δημουλά
.
.

Θεέ μου τί δὲν μᾶς περιμένει ἀκόμα.
Κάθομαι ἐδῶ καὶ βρέχομαι.

Βρέχει χωρὶς νὰ βρέχει
ὅπως ὅταν σκιὰ
μᾶς ἐπιστρέφει σῶμα.
.
Κάθομαι ἐδῶ καὶ κάθομαι.

Ἐγὼ ἐδῶ, ἀπέναντι ἡ καρδιά μου
καὶ πιὸ μακριὰ
ἡ κουρασμένη σχέση μου μαζί της.
Ἔτσι γιὰ νὰ φαινόμαστε πολλοὶ
κάθε ποὺ μᾶς μετράει τὸ ἄδειο.
.
Φυσάει ἄδειο δωμάτιο.

Πιάνομαι γερὰ ἀπὸ τὸν τρόπο μου
ποὺ ἔχω νὰ σαρώνομαι.
.
Νέα σου δὲν ἔχω.

.
Ἡ φωτογραφία σου στάσιμη.
Κοιτάζεις σὰν ἐρχόμενος
χαμογελᾷς σὰν ὄχι.
Ἄνθη ἀποξηραμένα στὸ πλάι
σοῦ ἐπαναλαμβάνουν ἀσταμάτητα
τὸ ἀκράτητο ὄνομα τους semprevives
.
semprevives - αἰώνιες, αἰώνιες

μὴν τύχεις καὶ ξεχάσεις τί δὲν εἶσαι.
Μὲ ρωτάει ὁ καιρὸς

Ἀπὸ ποὺ θέλω νὰ περάσει
ποῦ ἀκριβῶς τονίζομαι
στὸ γέρνω ἢ στὸ γερνώ.
.
Ἀστειότητες.
Κανένα τέλος δὲν γνωρίζει ὀρθογραφία.
.
Νέα σου δὲν ἔχω.

.
Ἡ φωτογραφία σου στάσιμη.
Ὅπως βρέχει χωρὶς νὰ βρέχει.
.
..................................
.
.
.
.
.
.
.
.
.

Τετάρτη, Απριλίου 22, 2009

signature
a.k.
.
.
.
Η άνοιξη
είναι ένα σώμα με σχήμα ορατό. Σκληρό.
Εξπρεσιονισμό δηλώνει το σώμα της άνοιξης,
και αγία ελευθεριότητα.



.
.
Ο θυμός της άνοιξης, σύννεφα μολυβιά,
γαλάζιο πάνωθέ τους, κι άλλα σύννεφα μολυβιά,
κι άλλο γαλάζιο πάνω τους.
.
.


.
.
.
.
Τρυφερέψαν τα στήθη των βουνών, .
.
.



.
.
κι οι μικρές, χνουδωτές κοιλάδες
τρυφερέψαν κι αυτές.





.
.
.
Σκούρο πράσινο, κυπαρισσί,
του νεαρού πεύκου πράσινο, του ευκάλυπτου, της χλωρής πικροδάφνης, και της ελιάς

.



.
.
κι ύστερα χωνάκια μωβ στις άκριες των μεγάλων δρόμων,
.







.
.
.
και μπούζι, σαν ήλιος που σούρνεται .






.
.
.
.
Παντού κίτρινο,
το επονομαζόμενο του Van Gogh,
παντού κόκκινο,
το επονομαζόμενο του πάθους της ντελικάτης παπαρούνας.

.





.
.
.
.
Ό, τι όμορφο μες στον καιρό, σου ανήκει.


.

Οι μαργαρίτες,
.





.
.
.
στο δέντρο τα πικρολέμονα,







.
.
το άνθος της νερατζιάς που αγαπάς,







.
.
.
τούτες εδώ οι μουσμουλιές της αυλής καρπό γεμάτες,
τα σπάρτα,
οι πλαγιές με τις βρούβες.

.






Κανένας άλλος δεν μπορεί να ημερέψει τόσο κίτρινο,
άλλος κανείς, ένας παλιάτσος παλαβός μονάχα,
που φέρνει βόλτες τρέχοντας τις στράτες του ήλιου,
αγαπώντας τα εκτυφλωτικά κίτρινα.

.






.
Η αρχαία Καλυδόνα χορτάριασε ,
κι εγώ ακόμα περπατώ στις όχθες του Εύηνου ποταμού,
μες στα χλωρά κουκιά, σε άνιθα και σε νεροφιδιές.

.





.
.
Δικά σου,
.

οι γλυτσίνες,

.





οι κόκκινες τουλίπες,
.
.



οι νεοσσοί πελαργοί





κι οι χελιδονοφωλιές.
.






.
.
Δικά μου,
.
τα άγρια ρείκια, τα γαϊδουράγκαθα,
τα “μη με λησμόνει”,
κι οι μαργαρίτες μαδημένες
“un peu”.
.
.






* οι φωτογραφίες όλες
τραβήχτηκαν από
quartier libre
το Πάσχα του 09







Signature
a.k.


Η άνοιξη είναι ένα σώμα με σχήμα ορατό. Σκληρό. Εξπρεσιονισμό δηλώνει το σώμα της άνοιξης, και άγια ελευθεριότητα.
Ο θυμός της άνοιξης, σύννεφα μολυβιά, γαλάζιο πάνωθέ τους, κι άλλα σύννεφα μολυβιά, κι άλλο γαλάζιο πάνω τους.
Τρυφερέψαν τα στήθη των βουνών, κι οι μικρές, χνουδωτές κοιλάδες τρυφερέψαν κι αυτές.
Σκούρο πράσινο, κυπαρισσί, του νεαρού πεύκου πράσινο, του ευκάλυπτου, της χλωρής πικροδάφνης, κι ύστερα χωνάκια μωβ στις άκριες των μεγάλων δρόμων, και μπούζι, σαν ήλιος που σούρνεται.
Παντού κίτρινο, το επονομαζόμενο του Van Gogh, παντού κόκκινο, το επονομαζόμενο του πάθους της ντελικάτης παπαρούνας.
Ό, τι όμορφο μες στον καιρό, σου ανήκει. Οι μαργαρίτες, στο δέντρο τα πικρολέμονα, το άνθος της νερατζιάς που αγαπάς, τούτες εδώ οι μουσμουλιές της αυλής, καρπό γεμάτες, τα σπάρτα, οι πλαγιές με τις βρούβες.
Κανένας άλλος δεν μπορεί να ημερέψει τόσο κίτρινο, άλλος κανείς, ένας παλιάτσος παλαβός μονάχα, που φέρνει βόλτες τρέχοντας τις στράτες του ήλιου, αγαπώντας τα εκτυφλωτικά κίτρινα.
Η αρχαία Καλυδόνα χορτάριασε , κι εγώ ακόμα περπατώ στις όχθες του Εύηνου, μες στα χλωρά κουκιά, σε άνιθα και σε νεροφιδιές.
Δικά σου, οι γλυτσίνες, οι κόκκινες τουλίπες, οι νεοσσοί πελαργοί κι οι χελιδονοφωλιές.
Δικά μου, τα άγρια ρείκια, τα γαϊδουράγκαθα, τα “μη με λησμόνει”, κι οι μαργαρίτες μαδημένες “un peu”.
.
.
.
.
.
.
.

Τρίτη, Απριλίου 21, 2009

.
Στα πουλιά μιλάω
και στα δέντρα τραγουδώ.

.
.
.
.
.
.
ΔΕΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΥ.
.
(Μελισσουργός)
.
.
- ποίημα του Λάμπρου Πορφύρα -.
..
.
..
παταμε το video του Μελονίκου μας, να ανοίξει
.

video

.

.

.

.

.

Τετάρτη, Απριλίου 15, 2009

το θυμάστε ;
.

Τα χρόνια της αθωότητας !
.
.
.
Marcelino
Pan y Vino !..

.
.
.
*2. οι καλόγηροι βρίσκουν το μωρό
και
ψάχνουν να του εξασφαλίσουν οικογένεια










*4. today, i saw a mother
και
Manuel, ο σύντροφος στα παιχνίδια










*5. ένα παιδί μεγαλώνει










*6. το πανηγύρι στην αγορά
– ο κακός κυβερνήτης










*7. pan y vino






.
.
εδώ βρίσκουμε τη μισή ταινία.
5/9.
υπάρχει όμως όλη στο
youtube,
αν κάποιος θέλει να τη δει...
.θαρρώ, αξίζει τον κόπο

να είστε όλοι καλά !

:)


Τρίτη, Απριλίου 14, 2009

signat.
a.k.

Απριλιάτικο όνειρο
ξημερώνοντας Μεγάλη Δευτέρα
αποβραδίς Κυριακή "του Νυμφίου".


Κάτω, ήσαν κροκάλες λευκές, αλλά και πιο μικρά βότσαλα, στρογγυλεμένα, κατάλευκα κι εκείνα.
Πουθενά άσφαλτος, μηδέ άμμος, μήτε χώμα, μήτε τίποτα να ενοχλεί τις πατούσες, μόνο λευκές κροκάλες και μικρά βότσαλα, πλακουτσά και στρογγυλά.
Ήλιος δεν υπήρχε, μήτε σκοτάδι. Φώς μοναχά. Παντού είχε φως. Ολόγυρα, ως πέρα χυνόταν ένα φως λευκό. Ευλογία, σκεφτόμουνα μέσα στον ύπνο, είναι. Ίσως μιά ευχή, που έρχεται από μακριά. Ευλογία.
Έπειτα ήρθε ένα παιδί, όχι όπως το βλέπω άλλοτε, καμιά φορά σε σκοτεινά, φρικιαστικά όνειρα. Αυτό απόψε, ήταν ένα παιδί ήσυχο και γελαστό. Ήρθε κι ακούμπησε στα χέρια μου ένα λευκό γλυπτό. Αυτό το πρόσωπο στα χέρια μου, μύτη, χείλη, ένα στεφάνι ολόγυρα μαλλιά, μου θύμισε λίγο το Αλεξαντρινό κεφάλι, που ξεθάψαμε μικρά, απ’ το υπόγειο. Χρόνια πολλά, κανείς δεν του έδινε καμιά σημασία. Παραχωμένο ήταν, ανάμεσα σε στοιβαγμένες πλάκες που στρώνουν στους κήπους. Μερικές φορές, τα παιδιά, το τραβούσαμε έξω απ’ τις πλάκες και το κυλάγαμε, με το πόδι κλωτσόντας πάνω στα τριφύλλια , στα χαμομήλια, στα μανουσάκια και στα μωβ και άσπρα ίρις.
Κάθε χειμώνα, όταν χιόνιζε, το αφήναμε το μαρμάρινο κεφάλι κάτω απ’ τις πλάκες φυλαγμένο, μα την άνοιξη και το καλοκαίρι, το ανακατέβαμε ξανά στα παιχνίδια μας.

Ένα τέτοιο ευλογημένο κεφάλι, δεν ξέρω γιατί, κρατούσα με στοργή χτες – ξημέρωμα θα ταν - στον ύπνο μου.
Παντού ολούθε, μέσα μου, τριγύρω, άπλετο, ήσυχο φως...
.
.
.
.
.
.

Δευτέρα, Απριλίου 13, 2009

signature
a.k.




αντιγράφω από το
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΡΑΒΙΟΥ
έτους 2003





Ο χρόνος ξάφνου σταμάτησε.
Τα αρχαία σύμβολα, επί, συν, έξω, διά, και οι απλές αριθμητικές πράξεις – δοκιμασμένες πηγές σοφίας λαλέουσας, σταμάτησαν.
Εσύ, ο τρυφερός εραστής της Αινειάδας και της Οδύσσειας, ποτέ δεν πίστεψες, πως πέρα, πιο πέρα απ’ τις απλές αριθμητικές πράξεις υπάρχει μόνον το χάος. Το κλασσικό χάος στο στερέωμα. Βαθύ, σκοτεινό κι αμέτρητο.
Πώς γίνεται άραγε, η έλλειψη μιάς πρόσθεσης, έστω καθημερινής, έστω μιάς πρόσθεσης συνεχούς διάρκειας και αποκλειστικού στοχασμού, να σημαίνει το χάος !
Πώς γίνεται, η παράλειψη ενός πολλαπλασιασμού, έστω καθημερινού, ή απλά, η ελλειπτική ταυτότητα μιάς στιγμιαίας αφαίρεσης, να σημαίνουν το χάος !
Η κλασσική εποχή ξάφνου σταμάτησε. Ο φόβος που πλήγωσε τα λευκά μάρμαρα, τραυμάτισε και το ήσυχο σκοτάδι.
Απόψε στον ύπνο μου, αν κοιμηθώ, ξέρω, θα ρθεί εκείνο το φεγγάρι της έκλειψης, εκείνο που κοιτάζαμε παιδιά μαζί, μετρώντας τα αστέρια του γαλαξία, υπολογίζοντας τις αποστάσεις τους.
Πώς να μετράω τώρα μοναχή τα ατέλειωτα αστέρια… Συ, ο επίμονος εραστής των κλασσικών χρόνων και γνώστης της Αινειάδας και της Οδύσσειας, τις απλές, αριθμητικές πράξεις – αρχαίες πηγές σοφίας λαλέουσας, ελησμόνησες.

.
.
.
.
.

κι οι γλάροι
τα γοργόφτερα πουλιά
λευκό μπαλέτο στα σκοτάδια…

Κυριακή, Απριλίου 12, 2009

κι οι γλάροι
τα γοργόφτερα πουλιά
λευκό μπαλέτο στα σκοτάδια…
.
signature
a.k.
.
.
.
.
Απ’ το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΡΑΒΙΟΥ
Έτους 2003
αντιγράφω την Μικρή Προσευχή
.
.
.
Στέκομαι εδώ, μες στο λιμάνι, ανήμπορη. Δεν ξέρω τι να πω, σε ποιόν να πω, ποιόν να ρωτήσω; με ποιόν να μιλήσω; δε γνωρίζω κανέναν, κανένας δε με γνωρίζει ... δεν έχω κανέναν ! τι να κάνω, πώς να το κάνω;
Ένα ζωάκι αγριεμένο είμαι, στη θάλασσα, ξενισμένο, απελπισμένο, τρομαγμένο, τρομαγμένο.
Ένα ζωάκι τρομοκρατημένο άφησες πίσω, πού είσαι; Ποτέ δεν έφυγες εσύ δίχως να πεις «φεύγω», δεν έλειψες ποτέ εσύ, δίχως να πεις «λείπω», και στέκω εδωδά τώρα ζώο τρομαγμένο, γυναίκα τρομαγμένη, πού είσαι; άνθρωπος να μπουσουλάω, να μην αντέχω να σταθώ στα πόδια μου όρθια, πού είσαι; Καμιάν αξία δεν έχουνε όλα ετούτα εδώ τα ταξίδια, αν δεν έχουν πάνω τους το βλέμμα σου, αν δεν τα κινεί κι αν δεν τα λειτουργεί η ψυχή η δική σου και το χέρι σου. Καμιάν αξία... Άλλοτε έλεγες «μην κλαίς», τώρα πού είσαι, να πεις «μην κλαίς», έλα, μπορώ άλλα τόσα χρόνια να ζήσω μοναχή κοντά σου, άλλα τόσα, κι άλλα τόσα, κι άλλα τόσα… όχι, δεν ζήτησα να είσαι εδώ, τίποτα δε ζήτησα, μονάχα να είσαι καλά θέλω, αυτό μονάχα να ήξερα, πως είσαι καλά, κι ας είσαι όπου θέλεις εσύ, σ' όποιες θάλασσες θέλεις, σε όποια λιμάνια... Να είσαι καλά μονάχα εσύ, αυτό ήθελα…
.
.
.
.
.
νυν
νυν
και
αεί
τα λαζαράκια









.
.
η έγερσις του Λαζάρου
Θεοφάνη του Κρητός
1546
.
.
Κάθισμα Ἦχος δ'
.
Κατεπλάγη Ἰωσὴφ
.

Ἐπὶ φίλω σου Χριστέ, δάκρυα ῥαίνεις μυστικῶς, καὶ ἐγείρεις ἐκ νεκρῶν, Λάζαρον κείμενον θνητόν, ἐν ὧ συμπάθειαν ἔδειξας φιλανθρώπως, μαθόντα δὲ τὴν σήν, παρουσίαν Σωτήρ, τὰ πλήθη τῶν βρεφῶν, ἐξῆλθον σήμερον, ἐν ταῖς χερσὶ κατέχοντα Βαϊα, τὸ Ὡσαννὰ σοὶ κραυγάζοντα, Εὐλογημένος εἶ, ὅτι τὸν Κόσμον, εἰς τὸ σῶσαι ἐλήλυθας.
.
.
.
.
.
.
Βάγια Bάγια
τω Βαγιώ
.

επί πώλου όνου...
.
.
«Σήμερον ὁ Χριστὸς εἰσέρχεται ἐν πόλει τῇ ἁγίᾳ ἐν πώλῳ καθήμενος...»
.
.
.
μονή Παντάνασσας, Μυστράς
1428

.
.
.
ενορία Σπηλιάς
τέλη 16ου αι.



.
μουσείο Stroganov, Πετρούπολις
16ος - 17ος αι.

.
.
.
Αγία Αικατερίνη Σιναϊτών
17ος αι.


.
συλλογή E.E.Egorov
Μόσχα, 17ος αι.
.
.
.
.
.
.
Καταβασία
.

«Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, συστήσασθε ἑορτήν, καὶ ἀγαλλόμενοι, δεῦτε μεγαλύνωμεν Χριστόν, μετὰ βαϊων καὶ κλάδων, ὕμνοις κραυγάζοντες, Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος,
ἐν ὀνόματι Κυρίου». .
.
.
.
.
.
.

Σάββατο, Απριλίου 11, 2009

.
.
.
.
.
.
.ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

Αν είναι με το θέλημα και με τον ορισμό σας
Λαζάρου την Ανάσταση να μπω στ’ αρχοντικό σας.

Σήμερον έρχεται ο Χριστός,
ο επουράνιος Θεός,
εν τη πόλει Βιθανία.
Μάρθα κλαίει και η Μαρία
Λάζαρο τον αδερφό τους,
τον γλυκό και καρδιακό τους.

Τον μοιρολογούν και λέουν,
τον μοιρολογούν και κλαίουν
τρεις ημέρες τον θρηνούσαν
και τον εμοιρολογούσαν.
Την ημέρα την τετάρτη
κίνησε ο Χριστός για να `ρτει
και εβγήκεν η Μαρία
έξω από τη Βιθανία
και εμπρός του γόνυ κλει
και τους πόδας του φιλεί.
.

"Αν εδώ ήσουν, Χριστέ μου,
δεν θ` απέθνησκε ο αδελφός μου
Πλην! Και τώρα ‘γω πιστεύω
και καλότατα ηξεύρω
ότι δύνασ’ αν θελήσεις
και νεκρούς να αναστήσεις".

Τον τάφο να μου δείξετε
και ‘γω τον ανασταίνω.
Τραπέζι να ‘τοιμάσετε
και ‘γω θε να πηγαίνω.

Και παρευθύς επήγαν
και τον τάφο του εδείξαν.
Επήγαν και του έδειξαν
τον τάφο του Λαζάρου
Τους είπε και εκύλησαν
τον λίθο, που ‘χε απάνου.
Τότε ο Χριστός δακρύζει
και τον Άδη φοβερίζει:
"Άδη, Τάρταρε και Χάρο,
Λάζαρο θα σου τον πάρω".

Δεύρο έξω Λάζαρέ μου
φίλε και αγαπητέ μου.

Παρευθύς από τον Άδη
ως εξαίσιο σημάδι
Λάζαρος απελυτρώθη,
ανεστήθη και εσηκώθη,
Λάζαρος σαβανωμένος
και με το κερί ζωσμένος.

Εκεί Μάρθα και Μαρία
εκεί κι όλη Βηθανία.
Μαθητές και Αποστόλοι
τότε ευρεθήκαν όλοι
Δόξα το Θεώ φωνάζουν
και το Λάζαρο ξετάζουν

"Πες μας, Λάζαρε, τι είδες
εις τον Άδη, όπου πήγες;"

"Είδα φόβους, είδα ΄τρόμους,
είδα βάσανα και πόνους.
Δώστε μου λίγο νεράκι,
να ξεπλύνω το φαρμάκι
της καρδιάς, των χειλέων
και μη με ρωτάτε πλέον".
.
Του χρόνου πάλι νιορτάσωμε
με υγεία να σας βρούμε,
στον οίκο σας χαρούμενοι
τον Λάζαρο να πούμε.
Ή τους ήχους μας χαρούμενους πάλι να τραγουδούμε
Το πρώτο θαύμα πώκαμε ο Χριστός
ήταν στη Γαλιλαία
Πώκαμε το νερό κρασί
κι όλοι το θαύμα λέγαν.
Το δεύτερο που έκαμε
ήταν της Βηθανίας
Που ανάστησε το Λάζαρο
τον αδελφό Μαρίας.
Εν’ άλλο, όπου έκαμε
ήταν στον Ιορδάνη
Που έλαβε το βάπτισμα
από τον Ιωάννη.
.
.
.
.
.
.
τι να κάνω;
αυτά τα κάλαντα Λαζάρου βρήκα !
.
.
:)



Με το
.
ήθος
.
του
.
Παπαδιαμάντη
.
.
.
.
.
.
.
.
.
Χωρίς στεφάνι
.
.
Τάχα δεν ήτον οικοκυρά κι αυτή στο σπίτι της και στην αυλήν της; Τάχα δεν ήτο κι αυτή έναν καιρόν νέα με ανατροφήν; Είχε μάθει γράμματα εις τα σχολεία. Είχε πάρει το δίπλωμά της από το Αρσάκειον. Κι ετήρει όλα τα χρέη της τα κοινωνικά, και μετήρχετο τα οικιακά έργα της καλλίτερ από καθεμίαν. Είχε δε μεγάλην καθαριότητα εις το σπίτι της, κι εις τα κατώφλιά της, πρόθυμη ν' ασπρίζη και να σφουγγαρίζη, χωρίς ποτέ να βαρύνεται και χωρίς να δεικνύη την παραξενιάν εκείνην, ήτις είναι συνήθης εις όλας τας γυναίκας, τας αγαπώσας μέχρις υπερβολής την καθαριότητα.
Και όταν έμβαινεν η Μεγάλη Εβδομάς, εδιπλασίαζε τα ασπρίσματα και τα πλυσίματα, τόσον, οπού έκαμνε το πάτωμα ν' αστράφτη και τον τοίχον να ζηλεύη το πάτωμα.
Ηρχετο η Μεγάλη Πέμπτη και αυτή άναφτε τη φωτιάν της, έστηνε την χύτραν της, κι έβαφε κατακόκκινα τα πασχαλινά αυγά. Υστερον ητοίμαζε την λεκάνην της, εγονάτιζεν, εσταύρωνε τρεις φορές τ' αλεύρι κι εζύμωνε καθαρά και τεχνικά τις κουλούρες, κι ενέπηγε σταυροειδώς επάνω τα κόκκινα αυγά. Και το βράδυ, όταν ενύχτωνε, δεν ετόλμα να πάγη ν' ανακατωθή με τας άλλας γυναίκας, διά να ακούση τα Δώδεκα Ευαγγέλια. Ηθελε να ήτον τρόπος να κρυβή οπίσω από τα νώτα καμιάς υψηλής και χονδρής ή εις την άκραν ουράν όλου του στίφους των γυναικών, κολλητά με τον τοίχον, αλλ' εφοβείτο, μήπως γυρίσουν και την κοιτάξουν.
Την Μεγάλην Παρασκευήν, όλην την ημέραν, ερρέμβαζε κι έκλαιε μέσα της, κι εμοιρολολούσε τα νιάτα της, και τα φίλτατά της, όσα είχε χάσει, και ωνειρεύετο ξυπνητή, κι εμελετούσε να πάγη κι αυτή το βράδυ, πριν αρχήση η Ακολουθία, ν' ασπασθή κλεφτά κλεφτά τον Επιτάφιον, και να φύγη, καθώς η Αιμόρρους εκείνη, η κλέψασα την ίασίν της από τον Χριστόν.
Αλλά την τελευταίαν στιγμήν, όταν ήρχιζε να σκοτεινιάζη, της έλλειπε το θάρρος και δεν απεφάσιζε να υπάγη. Της ήρχετο παλμός.
Αργά την νύκτα, όταν η ιερά πομπή, μετά σταυρών και λαβάρων και κηρίων, εξήρχετο του ναού, εν μέσω ψαλμών και μολπών και φθόγγων, εναλλάξ της μουσικής των ορφανών Χατζηκώστα, και θόρυβος και πλήθος και κόσμος εις το σκιόφως πολύς, τότε ο Γιαμπής, ο επίτροπος, προέτρεχεν να φθάση εις την οικίαν του, διά να φορέση τον μεταξωτόν κεντητόν του σκούφον, και κρατών το ηλέκτρινον κομβολόγιόν του να εξέλθη εις τον εξώστην με τη ματαιουμένην από έτους εις έτους ελπίδα, ότι οι ιερείς θα απεφάσιζον να κάμουν στάσιν και ν' αναπέμψουν δέησιν υπό τον εξώστην του, τότε και η πτωχή αυτή, Χρηστίνα η Δασκάλα (όπως την έλεγαν έναν καιρόν εις την γειτονιάν), εις το μικρόν παράθυρον της οικίας της, μισοκρυμμένη όπισθεν του παραθυροφύλλου, εκράτει την λαμπαδίτσαν της, με το φως ίσα με την παλάμην της, κι έρριπτεν άφθονον μοσχολίβανον εις το πήλινον θυμιατόν, προσφέρουσα μακρόθεν το μύρον εις Εκείνον, όστις εδέχθη ποτέ τα αρώματα και τα δάκρυα της αμαρτωλού, και μη τολμώσα εγγύτερον να προσέλθη και ασπασθή τους αχράντους και ηλοτρήτους και αιμοσταγείς πόδας Του.
Και την Κυριακήν το πρωί, βαθιά τα μεσάνυκτα, ίστατο πάλιν μισοκρυμμένη εις το παράθυρον, κρατούσα την ανωφελή και αλειτούργητην λαμπάδα της, και ήκουε τας φωνάς της χαράς και τους κρότους κι έβλεπε κι εζήλευε μακρόθεν εκείνας, όπου επέστρεφαν τρέχουσαι, φρου φρου, από την εκκλησίαν, φέρουσαι τας λαμπάδας των λειτουργημένας, αναμμένας, έως το σπίτι, ευτυχείς, και μέλλουσαι να διατηρήσωσι δι' όλον τον χρόνον το άγιον φως της Αναστάσεως.
Και αυτή έκλαιε κι εμοιρολογούσε τη φθαρείσαν νεότητά της.
Μόνον το απόγευμα της Λαμπρής, όταν εσήμαινον οι κώδωνες των ναών διά την Αγάπην, τη Δευτέραν Ανάστασιν καλούμενην, μόνον τότε ετόλμα να εξέλθη από την οικίαν, αθορύβως και ελαφρά πατούσα, τρέχουσα τον τοίχον - τοίχον, κολλώσα από τοίχον εις τοίχον, με σχήμα και με τρόπον τοιούτον ως να έμελλε να εισέλθη διά τι θέλημα εις την αυλήν καμμιάς γειτονίσσης. Και από τοίχον εις τοίχον έφθανεν εις τη βόρειον πλευράν του ναού, και διά της μικράς πλαγινής θύρας, κρυφά και κλεφτά έμβαινε μέσα.
Εις τας Αθήνας, ως γνωστόν, η πρώτη Ανάστασης είναι για τες κυράδες, η δευτέρα για τες δούλες. Η Χρηστίνα η Δασκάλα εφοβείτο τας νύκτας να υπάγη εις την εκκλησίαν, μήπως την κοιτάξουν, και δεν εφοβείτο την ημέραν να μη την ιδούν. Διότι οι κυράδες την εκοίταζαν, οι δούλες την έβλεπαν απλώς. Εις τούτο δε ανεύρισκε μεγάλην διαφοράν. Δεν ήθελε ή δεν ημπορούσε να έρχεται εις επαφήν με τας κυρίας, και υπεβιβάζετο εις την τάξιν των υπηρετριών. Αύτη ήτο η τύχη της.
Ωραίον και πολύ ζωντανόν, και γραφικόν και παρδαλόν, ήτο το θέαμα. Οι πολυέλαιοι ολόφωτοι αναμμένοι, αι άγιαι εικόνες στίλβουσαι, οι ψάλται αναμέλποντες τα Πασχάλια, οι παπάδες ιστάμενοι με το Ευαγγέλιον και την Ανάστασιν επί των στέρνων, τελούντες τον Ασπασμόν.Οι δούλες με τας κορδέλας των και με τας λευκάς ποδιάς των, εμοίραζαν βλέμματα δεξιά κι αριστερά, και εφλυάρουν προς αλλήλας χωρίς να προσέχουν εις την ιεράν ακολουθίαν. Οι παραμάννες ωδήγουν από την χείρα τριετή και πενταετή παιδία και κοράσια, τα οποία εκράτουν τας χρωματιστάς λαμπάδας των, κι έκαιον τα χρυσόχαρτα, με τα οποία ήσαν στολισμέναι, κι έπαιζαν κι εμάλωναν μεταξύ των, κι εζητούσαν να καύσουν όπισθεν τα μαλλιά του προ αυτών ισταμένου παιδίου. Οι λούστροι έρριπτον πυροκρόταλα εις πολλά άγνωστα μέρη, εντός του ναού και κατετρόμαζον τις δούλες. Ο μοναδικός αστυφύλαξ τους εκυνηγούσεν, αλλ' αυτοί έφευγον από την μίαν πλαγινήν θύραν κι ευθύς επανήρχοντο διά της άλλης. Οι επίτροποι εγύριζον τους δίσκους, κι έρραινον με ανθόνερον τες παραμάννες.
Δύο ή τρεις νεαραί μητέρες της κατωτέρας τάξεως του λαού, επτά ή οκτώ παραμάννες εκρατούσαν πεντάμηνα και επτάμηνα βρέφη εις τα αγκάλας. Τα μικρά ήνοιγον τεθηπότα τους γλυκείς οφθαλμούς των, βλέποντα απλήστως το φως των λαμπάδων, των πολυελαίων και μανουαλίων, τους κύκλους και τα νέφη του ανερχομένου καπνού του θυμιάματος, και το κόκκινον και πράσινον φως, το διά των υάλων του ναού εισερχόμενον, το ανεμίζον ράσον του εκκλησιάρχου καλογήρου, τρέχοντος, μέσα - έξω εις διάφορα θελήματα, τα γένεια των παπάδων, σειόμενα εις πάσαν κλίσιν της κεφαλής, εις πάσαν κίνησιν των χειλέων, διά να επαναλάβουν εις όλους το Χριστός ανέστη.
Βλέποντα και θαυμάζοντα όλα όσα έβλεπον, τα στίλβοντα κομβία και τα στριμμένα μουστάκια του αστυφύλακος, τους λευκούς κεφαλοδέσμους των γυναικών, και τους στοίχους των άλλων παιδίων, όσα ήσαν αραδιασμένα εγγύς και πόρρω, παίζοντα με τους βοστρύχους της κόμης των βασταζουσών, και ψελλίζοντα ανάρθρους αγγελικούς φθόγγους.
Δύο οκτάμηνα βρέφη εις τας αγκάλας δύο νεαρών μητέρων, αίτινες ίσταντο ώμον με ώμον πλησίον μιας κολώνας, μόλις είδαν το εν το άλλο, και πάραυτα εγνωρίσθησαν και συνήψαν σχέσεις, και το εν, ωραίον και καλόν και εύθυμον, έτεινε τη μικράν απαλήν χείρα του προς το άλλο, και το είλκε προς εαυτό, και εψέλλιζεν ακαταλήπτους ουρανίους φθόγγους.
Αλλ' η φωνή του βρέφους ήτο λιγεία, και ηκούσθη ευκρινώς εκεί γύρω, και ο Γιαμπής, ο επίτροπος, δεν ηγάπα ν' ακούη θορύβους. Εις όλας τας νυκτερινάς ακολουθίας των Παθών, πολλάκις είχε περιέλθει τας πυκνάς των γυναικών τάξεις, διά να επιπλήττη πτωχήν τινα μητέρα του λαού, διότι είχε κλαυθμυρίσει το τεκνίον της. Ο ίδιος έτρεξε και τώρα, να επιτιμήση και αυτήν την πτωχήν μητέρα, διά τους ακάκους ψελλισμούς του βρέφους της.
Τότε η Χρηστίνα η Δασκάλα ήτις ίστατο ολίγον παρέκει, οπίσω από τον τελευταίον κίονα, κολλητά με τον τοίχον, σύρριζα εις την γωνίαν, εσκέφθη ακουσίως της - και το εσκέψθη όχι ως δασκάλα, αλλ' ως αμαθής και ανόητος γυνή οπού ήτον - ότι, καθώς, αυτή ενόμιζε, κανείς, ας είναι και επίτροπος ναού, δεν έχει δικαίωμα να επιπλήξη πτωχήν νεαράν μητέρα, διά τους κλαυθμυρισμούς του βρέφους της, καθώς δεν έχει δικαίωμα να την αποκλείση του ναού, διότι έχει βρέφος θηλάζον. Καθημερινώς δεν μεταδίδουν τη θείαν κοινωνίαν εις νήπια κλαίοντα; Και πρέπει να τα αποκλείσουν της θείας μεταλήψεως, διότι κλαίουν; Εως πότε όλη η αυστηρότης των «αρμοδίων» θα διεκδικήται και θα ξεθυμαίνη μόνον εις βάρος των πτωχών και των ταπεινών;
Εκ του μικρού τούτου περιστατικού έλαβεν αφορμήν η Χρηστίνα να ενθυμηθή, ότι προ χρόνων, μίαν νύκτα, κατά την ύψωσιν του Σταυρού, όταν επήγε να εκκλησιασθή εις τον ναΐσκον του Αγίου Ελισσαίου, παρά την Πύλην της Αγοράς, ενώ ο αναγνώστης έλεγε τον Απόστολον, όταν απήγγειλε τας λέξεις «τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός», αίφνης, κατά θαυμασίαν σύμπτωσιν, από τον γυναικωνίτην εν βρέφος ήρχιζε να ψελλίζη μεγαλοφώνως, αμιλλώμενον προς την φωνήν του αναγνώστου. Και οποίαν γλυκύτητα είχε το παιδικόν εκείνο κελάδημα! Τόσον ωραίον πρέπει να ήτο το Ωσαννά, το οποίον έψαλλον το πάλαι οι παίδες των Εβραίων προς τον ερχόμενον Λυτρωτήν.
«Εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων καταρτίσω αίνον, ένεκα των εχθρών σου, του καταλύσαι εχθρόν και εκδικητήν».
Τοιαύτα ανελογίζετο η Χρηστίνα, σκεπτόμενη, ότι καμμία μήτηρ δε θα ήτο τόσον αφιλότιμος, ώστε να μη στενοχωρήται, και να μη σπεύδη να κατασιγάση το βρέφος της, και να μη παρακαλή ν' ανοιχθή πλησίον της εις τον τοίχον διά θαύματος θύρα, διά να εξέλθη το ταχύτερον. Περιτταί δε ήσαν αι νουθεσίαι του επιτρόπου, πρόσθετον προκαλούσαι θόρυβον, και αφού προς βρέφος θηλάζον όλα τα συνήθη μέσα της πειθούς είναι ανίσχυρα, μόνη δε η μήτηρ είναι κάτοχος άλλων μέσων πειθούς, τη χρήσιν των οποίων περιττόν να έλθη τρίτος τις διά να της την υπενθυμίση. Κι έπειτα λέγουν ότι οι άνδρες έχουν περισσότερον μυαλό από τας γυναίκας! Ούτω εφρόνει η Χρηστίνα. Αλλά τι να είπη; Αυτής δεν της έπεφτε λόγος. Αυτή ήτον η Χρηστίνα η Δασκάλα, όπως την έλεγαν έναν καιρόν. Παιδία δεν είχε, διά να φοβήται τας επιπλήξεις του επιτρόπου. Τα παιδία της τα είχε θάψει, χωρίς να τα έχη γεννήσει. Και ο ανήρ τον οποίον είχε, δεν ήτο σύζυγός της. Ησαν ανδρόγυνον χωρίς στεφάνι. Χωρίς στεφάνι! Οπόσα τοιαύτα παραδείγματα! Αλλά δεν πρόκειται να κοινωνιολογήσωμεν σήμερον. Ελλείψει όμως άλλης προνοίας, χριστιανικής και ηθικής, διά να είναι τουλάχιστον συνεπείς προς εαυτούς και λογικοί, να ψηφίσωσι τον πολιτικόν γάμον.
Από τον καιρόν οπού είχεν ανάγκην από τας συστάσεις των κομματαρχών διά να διορίζεται δασκάλα, εις των κομματαρχών τούτων, ο Παναγής ο Ντεληκανάτας, ο ταβερνιάρης, την είχεν εκμεταλλευθή. Αμα ήλλαξε το υπουργείον, και δεν ίσχυε πλέον να τη διορίση, της είπεν.
- Ελα να ζήσουμε μαζύ, και αργότερα θα σε στεφανωθώ.- Πότε;- Μετ' ολίγους μήνας, μετά εν εξάμηνον, μετά ένα χρόνον. Εκτοτε παρήλθον χρόνοι και χρόνοι, κι εκείνος ακόμα είχε μαύρα τα μαλλιά κι αυτή είχεν ασπρίσει. Και δεν την εστεφανώθη ποτέ. Αυτή δεν εγέννησε τέκνον. Εκείνος είχε και άλλας ερωμένας. Κι εγέννα τέκνα με αυτάς. Η ταλαίπωρος αυτή, μανθάνουσα, επιπλήττουσα, διαμαρτυρομένη, υπομένουσα, εγκαρτερούσα έπαιρνε τα νόθα του αστεφανώτου ανδρός της εις το σπίτι, τα εθέρμενεν εις την αγκαλιάν της, ανέπτυσσε μητρικήν στοργήν, τα επονούσε. Και τα ανέσταινε, κι επάσχιζε να τα μεγαλώση. Και όταν εγίνοντο δύο ή τριών ετών, και τα είχε πονέσει πλέον ως τέκνα της, τότε ήρχετο ο Χάρος, συνοδευόμενος από την οστρακιάν, την ευλογιάν και άλλας δυσμόρφους συντρόφους, και της τα έπαιρνεν από την αγκαλιά της.Τρία ή τέσσερα παιδία τής είχαν αποθάνει ούτω εντός επτά ή οκτώ ετών. Κι αυτή επικραίνετο. Εγήρασκε και άσπριζε. Κι έκλαιε τα νόθα του ανδρός της, ως να ήσαν γνήσια ιδικά της. Κι εκείνα τα πτωχά, τα μακάρια, περιίπταντο εις τ' άνθη του παραδείσου εν συντροφία με τ' αγγελούδια τα εγχώρια εκεί. Εκείνος ουδέ λόγον της έκαμνε πλέον περί στεφανώματος. Κι αυτή δεν έλεγε πλέον τίποτε. Υπέφερεν εν σιωπή. Κι έπλυνε κι εσυγύριζεν όλον τον χρόνον. Τη Μεγάλην Πέμπτην έβαπτε τ' αυγά τα κόκκινα. Και τας καλάς ημέρας δεν είχε τόλμης πρόσωπον να υπάγη κι αυτή εις την εκκλησίαν. Μόνον το απόγευμα του Πάσχα, εις την ακολουθίαν της Αγάπης, κρυφά και δειλά εισήρπεν εις τον ναόν, διά ν' ακούση το «Αναστάσεως ημέρα» μαζύ με τες δούλες και τες παραμάννες.
Αλλ' Εκείνος, όστις ανέστη «ένεκα ταλαιπωρίας των πτωχών και του στεναγμού των πενήτων», όστις εδέχθη της αμαρτωλής τα μύρα και τα δάκρυα, και του ληστού το Μνήσθητί μου, θα δεχθή και αυτής της πτωχής την μετάνοιαν, και θα της δώση χώρον και τόπον χλοερόν, και άνεσιν και αναψυχήν εις τη βασιλείαν Του την αιωνίαν.
.
.
.
.
.
μπαίνουμε
στην Μεγάλη Εβδομάδα...
.
.
.
.
.

Τρίτη, Απριλίου 07, 2009

ξανα παίζουμε ;!
.
.
.
.

δέστε, τι ανακάλυψα !
όχι, δέστε με προσοχή το πρώτο βιντεάκι !
.
.

Louis Armstrong,
Paul Newman and
στον κύριο μας, με αγάπη !











Ερωτόκριτος













pictures inspired in Pablo Neruda "Canto General" poems












Ναβουχοδονόσωρ



.
.
.
.
.
.

Κυριακή, Απριλίου 05, 2009

το πρόγραμμα
.
.






Σάββατο, Απριλίου 04, 2009

το παιχνίδι
της roadartist
με τα τραγούδια
.


... κι αφού τα τραγούδια είναι θάλασσα
ό, τι μου ήρθε πρώτο στον νου ...


.


Μαλλιά σγουρά




.

γιατί αυτό το τραγούδι

από παιδί το αγάπησες ...






Το τραγούδι της λίμνης




.



.


.
Χάρτινο το φεγγαράκι




.


γιατί, πιό πολύ απ' το
"αν με πίστευες λιγάκι θα 'σαν όλα αληθινά"
μετράει το
"δίχως τη δική σου αγάπη γρήγορα περνά ο καιρός"






Les mots d' amour






.

να μη βάλουμε κι ένα γαλλικό ;
ca, je peux te jurer
.
.
.
.
.
προσκαλώ όλους τους φίλους
να παίξουν !

Παρασκευή, Απριλίου 03, 2009

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Τετάρτη, Απριλίου 01, 2009

ΚυΡΙακΆΤΙΚος . . πΕΡΊΠΑΤΟς
.
.
* όλες οι φωτογραφίες σε αυτό το post
και στα δύο προηγούμενα,
είναι φρέσκες ΣαββατοKυριακάτικες,
από την quartier libre.

Ι..



Η Όρθια Χαίτη του Μαδημένου Πτηνού
και ο Φτερωτός Ταύρος.








το Τρυφερό Πόδι του Βούβαλου
και η Όρθια Αρκούδα.

συν αυλίζουν !

.

.

.

στη γειτονιά

του ΠιλΠουλ

.







δες
τι μαστόρικα
έδεναν τις σιδεριές
οι παλιοί τεχνίτες ...



το εγκαταλειμένο
κατοικήθηκε από άστεγους...

τις λεπτομέρειες στο υπέρθυρο κοιτάξτε !

.



.
το πιό παλιό, το πιό απλό και το πιό φτωχικό,
η υδροροή, χτυπητή με σχέδια !




σχέδιο και στον παλιοσοβά





,

αναπαλαίωση στο νεο κλασσικό

.





το ινδιάνικο όνομα του φυτού
είναι
"Λευκός Ανθός που πιπιλάν οι μέλισσες"

.

.


.

το ινδιάνικο όνομα του σπιτιού
είναι :
"θαλασσί παντζούρι, με θαλασσιά ορναρίσματα τοίχου
και πήλινα ακροκέραμα
σε βαθύ γαλάζιο ουρανό" .

.














πάνω από τοίχους
γκρεμίδια,

τα σκαλιστά αριστουργήματα
του παλιού τεχνίτη ! .

.



και των αρχαίων τεχνιτών τα έργα
η φύση θαυμάζοντας ... .

.





















οι κίονες - θύρα στην Καπνικαρέα
και λεπτομέρεια από το πλάϊ,
τα άνθη του μάρμαρου ! .

.



και των αρχαίων γερόντων τα έργα
ξύρισμα (με καθρεφτάκι !)
στο πεζοδρόμιο, στην οδό Ερμού .























λίγο πιό κάτω, μπαίνεις στο παλιό καφενείο και πίνεις καφέ (ή ουζάκι) , συντροφιά με την παλιά μασίνα, που έφτιανε κάλτσες...



.

.

το Θησείο στην αρχαία αγορά,
αφιερωμένο στο θεό Ήφαιστο και στην Εργάνη Αθηνά .

.



signat.
a.k.

921


Η εκρηκτική φιγούρα του πάθους σούρνεται απάνω στα παλιά δρύινα πατώματα, ζυγιάζεται σε χοντρά τακούνια χορού, στολίζεται με σατέν, μεταξωτές κορδέλες.
Ανεβαίνεις τα σκαλιά που τρίζουν και κρατιέσαι ακόμα στην κουπαστή.
Άσπρα σοσόνια και λουστρίνια με λουράκι.
Ραγισματιές στο αρχαίο ταβάνι.
Λίγη στοργή στο ταβάνι, παρακαλώ.
Όχι άλλες ρωγμές στο κόκκινο, στο πράσινο, στο κίτρινο, στο γαλάζιο.
Esher χρωματιστός.
Μικρά vitraux παιδικών ονείρων.
Γυναίκες μαυροφορούσες στο διάδρομο. Ομπόλιες κάτω, ως τα μάτια.
Άλλαξε θέση ο καναπές, κι οι πολυθρόνες, και τα κρεβάτια.
Αγάπησες ποτέ από τότε, άλλη marqueterie ; Όχι ! Ούδε άλλα τριαντάφυλλα. Εξόν, από ένα κόκκινο.
Αμάρτημα "η σταθερά", στις μέρες μας. Έως ανεξήγητο.
Κι οι άνθρωποι επίσης, άλλαξαν θέση.
Άνθρωποι αγάλματα ! «Μπονάνος Κεφαλλήν», «Χαλεπάς Τήνιος», γιοί, θυγατέρες, στύλοι, δέντρα ψηλά που έγιναν φωλιές πουλιών, κατάρτια. Να ταξιδεύει θαρρετά ο μικρός Αλέξανδρος.
Τη νύχτα ψιχάλισε. Μιά βροχή ευγνωμοσύνης, γιατί ζήτησες να δεις το Βράχο, απ’ τη βεράντα με το πλυσταριό.
Και γιατί κράτησες λίγες στιγμές, σφιχτά το άδειο χέρι.


.
.

.


"Έθεσες των κτισμάτων σου αρχή,

των αγγέλων την ασώματον ουσία, ποιητά"











κτίσμα του 11ου αι.














η νύχτα !