Πέμπτη, Οκτωβρίου 11, 2007
Τρίτη, Οκτωβρίου 09, 2007
II.



(Vltava)
παραπόταμος του Έλβα
συμφωνικό ποίημα
Δευτέρα, Οκτωβρίου 08, 2007
Διαβάζεις πάνω σ' εκείνο το τραπέζι
Κυριακή, Οκτωβρίου 07, 2007
Παρασκευή, Οκτωβρίου 05, 2007
θέλω από μέρες να σας γράψω
για τη Σύρα.
έχει πέσει όμως πολλή δουλειά
και δεν προλάβαινα, νωρίτερα...
ορίστε, λοιπόν....
βραδάκι
Έδυσε ο ήλιος.
Πίσω αφίνουμε αφρούς, κύματα, κι άλλους αφρούς κι άλλα κύματα.
Έχω κολλήσει τα μάτια στο σκούρο νερό, μήπως διακρίνω κανέναν δέλφινα.
Προσπερνάμε ένα γκαζάδικο. Αυλάκια αφίνει πίσω η πρύμνη
μισοσκόταδο στη γέφυρα, διαβάζω :
«Ακουστά σ 'έχουν τα κύματα
Πώς χαιδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τι" καί τό "έμ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά
Πάντα εσύ τ' αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά»
Μοναδική και μονάχη της απόψε η Αφροδίτη παρηγορεί ολάκερο το στερέωμα
Κι ολάκερο το πέλαγος, θα λεγα.
Νησιά περνάμε. Νησιά, πάλι νησιά, μέσα στη νύχτα.
Τα βουνά των ανθρώπων στολίζουν τη θάλασσα.
Τα σπίτια των ανθρώπων.
Τα μικρά φώτα, η ζωή, τα χωράφια, κι ο κόπος τους.
Δρόσεψε η γέφυρα. Ρίχνει πάνω της το σάλι, λαδί, να μην ξεχωρίζουν τα μάτια.
Μακρόνησος, Τζιά, Κύθνος – φαίνονται πέρα τα μικρά χωριά.
Μπρος απ’ την Κύθνο, μες στα νερά, σκάει το φεγγάρι. Σχεδόν ολόκληρο, θολό και κατακόκκινο.
Μια φωτεινή γραμμή , σαν μονοπάτι, σαν προβολέας στην άκρια της πλώρης και του πλωρίσιου αφρού.
Τ’ αστέρι του βορρά, πάνω απ’ την Κύθνο. Ένα κοπάδι χελιδονόψαρα τινάζεται, ξαναβουτάει, πετάει, ξανά μέσα.
Υψώνεται κι άλλο η σελήνη. Πιο βαθύ, πιο πορτοκαλί, πιο σταθερό καθρεφτίζεται στο νερό το σώμα.
Ένας φίλος παλιός, έρχεται κοντά, και τραγουδάει «χάρτινο το φεγγαράκι».
Σηκώνεται, δίχως ν’ ακούσει. Δεν θέλει να τ’ ακούσει από κανέναν άλλον. Από κανέναν άλλον.
Σέριφος, Σύρα

Τ' αστέρι του βορρά
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Τ' αστέρι του βοριά
θα φέρει η ξαστεριά
μα πριν φανεί μέσα από το πέλαγο πανί
θα γίνω κύμα και φωτιά
να σ' αγκαλιάσω ξενιτιά
Τώρα πετώ για της ζωής το πανηγύρι,
Τώρα πετώ για της χαράς μου τη γιορτή
Φεγγάρια μου παλιά
καινούρια μου πουλιά
διώχτε τον ήλιο και τη μέρα απ' το βουνό
σαν θα με δείτε να περνώ
σαν αστραπή στον ουρανό
Τ' αστέρι του βοριά θα φέρει ξαστεριά
και συ χαμένη μου Πατρίδα μακρινή
θα μείνεις χάδι και πληγή
σαν ξημερώσει σ' άλλη γη
Στον Γαλισσά
Μέσα στις σκοτεινές πλαγιές των λόφων. Μουσική.
Ένα φεγγάρι φιλικό πλάϊ μου. Μουσική.
Μήτε ένα κρώξιμο κουκουβάγιας. Μουσική.
Ζεστές αγκαλιές αδερφιών. Ο χρυσόλακκος με τις μέλισσες ενός παλιού, βασανισμένου κατακαλόκαιρου. Μουσική.
Ο ποιητής alter ego.
Ζωγραφισμένα ταβάνια, σαν παιδικές θύμησες. Θα πάτε μια μέρα, μαζί. Εκεί, στον Κεραμεικό. Θα γελάτε. Κατάχαμα θα καθίσετε, με την πλάτη στον τοίχο. «Σήκωσε το κεφάλι ψηλά», θα σου πει, «κι έχε τα μάτια κλειστά».
Θέλει να δει την ομορφιά να καθρεφτίζεται στους δυό καθρέφτες, τα τρυφερά αμύγδαλα.
Γαλισσά και Della Grazia
Ουσούρα
Το Σύρος
Προέρχεται απ’ το φοινικικό Ουσύρα ή Ουσούρα που σημαίνει ευτυχισμένη.
Το βόρειο μέρος του νησιού, είναι βραχώδες. Το νότιο καλλιεργείται.
Παντού στέρνες .
«… μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές,
που ηχούν και πού τις προσκυνούμε.
Ήχος στεκάμενος κούφιος,
ίδιος με τη μοναξιά μας, ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας.»

Τουλάχιστον δύο φορές κατοικήθηκε από πρόσφυγες η Σύρος.
Μετά την καταστροφή της Χίου και των Ψαρών, και μετά την Μικρασιατική καταστροφή .

Οι καραβοκυραίοι Χιώτες και Ψαριανοί, βρίσκουν καταφύγιο στην Ενετοκρατούμενη Σύρο. Ευγνωμονούντες, έχτισαν στην κορφή του ενός λόφου, την μεγάλην εκκλησία της Αναστάσεως. Για του γένους την ανάσταση. Κι ακόμα, στην είσοδο του λιμανιού, μες στα χωράφια, χτίζουν του Ερμού την πόλη, κι ένα θαυμάσιο ιστορικό κέντρο, όπου έκαναν κι άνθισε η οικονομία και το εμπόριο.
Λίγο έξω απ’ την πόλη.
Χαμηλές αγκαθιές παντού. Ετούτα τα κρίνα στα αγκάθια, θα σ’ άρεσαν...
Αλιφασκιές, μελίσσια, βουνά κατάξερα απέναντι, σκοίνα, ξερολιθιές.
Τα νερά κάτω, λάμπουν στο φως.
Τα είχα από χρόνια λησμονήσει τα άσπρα τετράγωνα κυκλαδίτικα, με τα πορτοπαράθυρα λουλακί και τις στέρνες.
Πέρα, στο λιμάνι, το Νεώριον.
Η συνταγή λένε, για το καλό λουκούμι, είναι corn flour, ζάχαρη, νερό πηγαδίσιο, κι οπωσδήποτε καλό μπακίρι.
Ο δρόμος για την Άνω πόλη, δεν είναι εύκολος, ειδικά αν ανεβαίνεις ντάλα μεσημέρι, με ήλιο.
Δεν γίνεται όμως να μην πας…

Ο οικισμός είναι μεσαιωνικός, με τον Σαν Τζώρτζη άρχοντα, να διαφεντεύει αιώνες την κορφή.
Εφτά πύλες γύρω γύρω, να τους προστατεύουν από τον κίνδυνο των Σαρακηνών πειρατών. Καμάρες με διπλές, ξύλινες πόρτες.
Ο δρόμος περνάει μέσα από αυλές σπιτιών, ανεβαίνεις διαρκώς, η κλίση είναι απότομη, στέκεσαι λίγο, κάτω στο λιμάνι διακρίνεις το παλιό λοιμοκαθαρτήριο (Λαζαρέττα) , στον απέναντι λόφο την εκκλησία της Αναστάσεως, στο Αιγαίο πέρα, το γαϊδουρονήσι.
Ο καθολικός ναός του Αγίου Αντωνίου.
Ένας ναός μοναχών του Carmel, μου θύμισε ένα αγαπημένο βιβλίο που έχω χρόνια να πιάσω στα χέρια μου, την Sainte Τherese de l’ enfant Jesus, που αγαπούσε το όρος Carmel, όπου, αν θυμάμαι σωστά, εκεί μονάχεψε (εμόνασε).
Ο καθεδρικός ναός του Αγίου Γεωργίου, είναι βασιλική τρίκλιτη, με την μοναδική ίσως στον κόσμο εικόνα , όπου ο Άη Γιώργης είναι κατεβασμένος απ’ τ’ άλογο.
Τέμπλο ξυλόγλυπτο, και μουσικό όργανο δεκατριών ήχων, δώρο της Αυστρίας.
Αρμονική η συνύπαρξη των δύο δογμάτων, γίνονται πολλοί μικτοί γάμοι ,όπου πάντα προηγείται υποχρεωτικά ο καθολικός, αφού για τους μεν καθολικούς ο ορθόδοξος γάμος θα αποτελούσε διγαμία, για τους δε ορθόδοξους, ο καθολικός είναι ως μη γενόμενος…
Το Πάσχα οι καθολικοί της Σύρου ακολουθούν τις ημερομηνίες των ορθοδόξων, οι επιτάφιοι βγαίνουν διαδοχικά, οι πιστοί συμμετέχουν στην περιφορά και με τα δύο δόγματα.
Άλλοτε εδώ έδρασαν ισχυρά δυτικά τάγματα,
οι Καπουτσίνοι - καλλιέργησαν την φιλανθρωπία και
οι Ισουίτες - την μόρφωση.
.
.
ΒΛΕΠΩ ΕΝΑΝ ΓΚΡΕΚΟ !
Οι Ψαριανοί έχτισαν τον ναό της Κοιμήσεως, μετά την καταστροφή των Ψαρών.
Γυναικωνίτης σε στυλ baroque. Φύλλα χρυσού, ξύλο. Θρόνος Δεσποτικός rococo. Καρυάτιδες. Οι εικόνες του τέμπλου από ατόφιο ασήμι. Αναγεννησιακές εικόνες γύρω, σε βενετσιάνικα κάδρα.
Μια ομορφιά…
Και ξάφνου, φεύγεις απ’ την ομορφιά, και πας αλλού…
στην ευσέβεια, την γλυκύτητα, τη νεανικότητα, την αυστηρότητα, το πάθος , το δέος και την σοφία της κρητικής νεανικής του εποχής. Την σοφία!
ΔΟΜΗΝΙΚΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΠΟΥΛΟΣ ΔΕΙΞΑΣ
-Δείξον ημίν…-
Η εικόνα περιφερόταν μαυρισμένη κι αφύλαχτη, έως ότου κάποιος υποψιάστηκε την τέχνη, πήρε ένα μπαμπακάκι και καθάρισε την άκρια, ώσπου φάνηκε η υπογραφή.
ΔΟΜΗΝΙΚΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΠΟΥΛΟΣ ΔΕΙΞΑΣ
Διόμιση χρόνια καθαριζόταν η εικόνα, χιλιοστό-χιλιοστό.
Μαϊστρος της Βυζαντινής τέχνης, κι η Κρήτη Ενετοκρατούμενη.
Κοίμηση της Θεοτόκου
«Απόστολοι εκ περάτων
συναθροισθέντες ενθάδε…»


και είναι αντίγραφο του ανακτόρου του Πριάμου, στην Τροία.

Ανεβαίνεις εσωτερικά την φαρδιά, μαρμάρινη σκάλα, με τις κουπαστές καρυδιάς. Λευκό μάρμαρο γλυμμένο απ’ τα χρόνια, οδηγεί στην μεγάλη αίθουσα.
Ξύλο παντού κι αντικείμενα πολύτιμα. Δύο ζωγραφικοί πίνακες ανυπολόγιστης αξίας, του Κερκυραίου ζωγράφου Προσαλέντη. Ο Γεώργιος και η Όλγα.
Για τους δημοσιογράφους, φλωρεντινό τραπέζι. Έβενος. Γύρω σκόρπια βενετσιάνικα και γαλλικά τραπεζάκια.
Το θέατρο, μικρογραφία της σκάλας του Μιλάνου

Dante Alighieri , Giuseppe Verdi, τοιχογραφίες στο ταβάνι.
Η πρώτη παράσταση ήταν ο Rigoletto
Τα άνυδρα νησιά. Οι ουράνιες στέρνες. Τα βαπόρια. Το ατέλειωτο γαλάζιο.
Εδώ, ένα μικρό οστό από το χεράκι του Αγίου Νικω λάου.
Άγιος Νικώ λαος ο πλούσιος. Έτσι ονομάζεται, έτσι αναγράφεται. Εδώ, ορθογράφησαν το όνομα στην κυριολεκτική του σημασία. Εγώ, ο λαός σου, νικώ.
Το τέμπλο, σκαλιστό μάρμαρο Πεντέλης, οι γλύπται εκ Τήνου. Η Τήνος εδώρισε γλύπτας και μάρμαρα.
Και η Πάρος μάρμαρα.
Και η Πεντέλη.
Η Ρωσία εδώρισε τας εικόνας, τα εκτυφλωτικά, σλάβικα χρώματα. Το κόκκινο, το χρυσό, το μπλε, το χρυσό.
Ο μυστικός δείπνος εδώ διαφέρει. Ο Ιούδας έχει ξεκινήσει να φεύγει, μακριά από τον Ιησού. Ο ναός, γενικώς, ταιριάζει το αρχαίο ελληνικό στοιχείο με το χριστιανικό
Μια πάπια, μια χήνα, μια λιονταρίνα.
Σε λίγο,
Φοίνικας, Παρακοπή.
Στον Φοίνικα θερμοκήπια. Οι καλαμιές προφυλάν τα σπαρτά απ’ τον αέρα.
Τον λέν Φοίνικα, γιατί ήταν λιμάνι των αρχαίων Φοινίκων.
Χρωματιστά βότσαλα. Βαλσάκια.

Ο τόπος της αρχαίας Ποσειδωνίας.
Ave Maria, gratia plena, benedicta tu in mulieribus
Γύρω, στις πλαγιές, αφάνες. Λευκά σπίτια, γερό γαλάζιο, λογιώ αγκάθια, ξερολιθιές, καλαμιές. Φραγκόσυκα, που και που κανα αμπέλι.
Αναχώρηση στην πρύμνη.
Βράχια στεγνά, ξαπλωμένα στη θάλασσα.
Πέρα η Τήνος. Πέρα και πέρα και πέρα, βαθειά από δω,
το Δουκάτο του Αιγαίου

Το Καβοντόρο Αιγαίο.
Ο αφρός που σκάει, το κύμα που μας ραντίζει, Αιγαίο.
Ο ήλιος που μου τσουρουφλίζει το πρόσωπο, ο άνεμος στα μαλλιά, Αιγαίο.
Και το γαλάζιο, φωτεινό, που ξέρω, τ’ αγαπάς.
Η Κύθνος.
Η Τζιά λευκό ξωκκλήσι, στην άκρη της πλώρης.
Η Γυάρος, Αιγαίο.
Δυόμιση χιλιάδες χρόνια πάλλευκες
οι κολώνες.
Τετάρτη, Οκτωβρίου 03, 2007
γι αυτούς που ψάχνουν το δρόμο τους
στον Νότο...
-σταυρός του νότου
-τ' άλφα του Κενταύρου
Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Δημήτρης Ζερβουδάκης
Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ' αιώνια εναλλαγή,
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη.
Κάτι που θα 'κανε γοργά να φύγει το κοράκι,
που του γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά.
Κάτι που θα 'κανε τα υγρά, παράδοξά σας μάτια,
που αβρές μαθήτριες τ' αγαπούν και σιωπηροί ποιηταί,
χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουν
με κάποιον τρόπο που, όπως λεν, δε γέλασαν ποτέ.
Γνωρίζω κάτι, που μπορούσε, βέβαια, να σας σώσει.
Εγώ που δε σας γνώρισα ποτέ... Σκεφτείτε... Εγώ.
Ένα καράβι... Να σας πάρει, Καίσαρ... Να μας πάρει...
Ένα καράβι που πολύ μακριά θα τ' οδηγώ.
Μια μέρα χειμωνιάτικη θα φεύγαμε.
- Τα ρυμουλκά περνώντας θα σφυρίζαν,
τα βρωμερά νερά η βροχή θα ράντιζε,
κι οι γερανοί στους ντόκους θα γυρίζαν.
Οι πολιτείες οι ξένες θα μας δέχονταν,
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
κι εγώ σ' αυτές αβρά θα σας εσύσταινα
σαν σε παλιές, θερμές μου αγαπημένες.
Τα βράδια, βάρδια κάνοντας, θα λέγαμε
παράξενες στη γέφυρα ιστορίες,
για τους αστερισμούς ή για τα κύματα,
για τους καιρούς, τις άπνοιες, τις πορείες.
Όταν πυκνή η ομίχλη θα μας σκέπαζε,
τους φάρους θε ν' ακούγαμε να κλαίνε
και τα καράβια αθέατα θα τ' ακούγαμε,
περνώντας να σφυρίζουν και να πλένε.
Μακριά, πολύ μακριά να ταξιδεύουμε,
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει
εσείς τσιγάρα «Κάμελ» να καπνίζετε,
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουίσκυ.
Και μια γριά στο Αννάμ, κεντήστρα στίγματος,
- μια γριά σ' ένα πολύβοο καφενείο
-μια αιμάσσουσα καρδιά θα μου στιγμάτιζε,
κι ένα γυμνό, στο στήθος σας, κρανίο.
Και μια βραδιά στη Μπούρμα, ή στη Μπατάβια
στα μάτια μιας Ινδής που θα χορέψει
γυμνή στα δεκαεφτά στιλέτα ανάμεσα,
θα δείτε - ίσως - τη Γκρέτα να επιστρέψει.
Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι από ένα χωματένιο πεζό μνήμα,
δε θα 'ναι ποιητικότερο και πι' όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ' άγριο κύμα;
Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,
λόγια κοινά, κενά, «καπνός κι αθάλη»,
που ίσως διαβάζοντάς τα να με οικτίρετε,
γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.
Η μόνη μου παράκληση όμως θα 'τανε,
τους στίχους μου να μην ειρωνευθείτε.
Κι όπως εγώ για έν' αδερφό εδεήθηκα,
για έναν τρελόν εσείς προσευχηθείτε.
.
.
.
.
Γράμμα απ' τη Μαρσίλια
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Έσχισα, φίλε μου, πολλά χαρτιά για να σου γράψω.
Εδώ η Μαρσίλια μ’έκανε πολύ να ζαλιστώ,
κι όμως δεν πέρασε στιγμή, πιστέφτε, αγαπητέ μου,
χωρίς και μες στη ζάλη μου να σας συλλογιστώ.
Σας σκεφτόμουν στο Μπουλβάρ ντε Νταμ σαν περπατούσα
ανάμεσα σε δυο τροτέζ που έκαναν σαν τρελές,
ενώ μιλώντας δυνατά τριγύρω μου περνούσαν
άνθρωποι απ’ όλες, θα ‘λεγες, του κόσμου τις φυλές.
Κι έπειτα πάλι στη μεστή από κόσμο Κανναμπιέρα,
στο Πόρτο Βέκκιο, στην τεφρήν οδό Σαιντ Ονορέ,
κι ακόμα, συγχωρήστε με, σας ένιωθα μαζί μου
στα θορυβώδη και γιομάτα κόσμο καμπαρέ.
Βορινοί ναύτες μπλέκονται με θερμαστές του Νότου,
στα γόνατά τους κάθονται κορίτσια της δουλειάς,
παίζει το πιάνο μοναχό και μια μικρή σφυρίζει
έναν παράταιρο σκοπό μιας μελωδίας παλιάς.
Κι ύστερα απ’ το Ταρτάν εβγήκα μεθυσμένος
και νόμιζα το σώμα μου ανάξιο και μικρό,
πολύ κοντά σας ένιωθα να μου χαμογελάτε
μ’ εκείνο το παράξενο το γέλιο, το πικρό.
Και μόνον όταν στην Κορνίς, σε κάποιο γκρίζο σπίτι,
γύρω από εβραίους που ‘χανε με γυναικεία ντυθεί,
σας έχασα για μια στιγμή απ’ τα μάτια μου, μου εφάνη
ο φύλακας μου άγγελος πως είχε πια χαθεί.
Αύριο φεύγω και μαζί μου φέρνω στην Αθήνα
αναμνήσεις παράξενες, πολλές, με το σωρό
και κάποιο δώρο θλιβερό, προϊόν της Μασσαλίας,
που μια Πωλίν μου χάρισε προχθές στα Numeros...
.
.
.
.
Οι 7 νάνοι στο s/s Cyrenia
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μην το ζορίζεις.
Μάτσο χωράνε σε μια κούφιαν απαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
Ο πιο μικρός αχολογάει μ' ένα καλάμι.
Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.
Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
Μ' ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια
κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίτες ζυμώνει.
Απ' το ποδόσταμο πηδάνε ως τη γαλέτα.
-Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατήρι;
Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
ποιος ρήγα γιός θε να την πιεί σ' ένα ποτήρι.
Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,
κατάφερε το σταυρωτό του νότου αστέρι
σωρός να πέσει να σκορπίσει στα σπιράγια,
και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.
Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,
τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.
Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
Ρούθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουμε οι διακόσιοι;
Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
- Μ' ένα ξυστρι καθάρισέ με απ' τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
- Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.
Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι...
Ο πιο στερνός μ΄έναν αυλό με νανουρίζει.
Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
- Μ' ένα ξυστρι καθάρισέ με απ' τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
- Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.
Kuro Siwo
(Πούσι)
Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο.
Πέρ' απ' τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου 'πανε μια κούφια ώρα στην Αθήνα
Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ' ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μες' το μυαλό σου να σφυρίζει,
"ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι";
Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κ' έχει χαλάσει.
Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που 'χα με κούραση γυμνάσει.
Η λαμαρίνα! ...η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζώνη
κι εσυ κοιτάς ακόμη πάνω απ΄το τιμόνι,
πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.
.
.
.
.
Πικρία
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Ξέχασα κείνο το μικρό κοτίτσι από το Αμόι
και τη μουλάτρα που έζεχνε κρασί στην Τενερίφα,
τον έρωτα, που αποτιμάει σε ξύλινο χαμώι,
και τη γριά που εμέτραγε με πόντους την ταρίφα.
Το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου,
και τα κρεβάτια ξέχασα τα σαραβαλιασμένα
με τα λερά σεντόνια τους τα πολυκαιριμένα,
για το κορμί σου που έδιωχνε το φόβο του θανάτου.
Ό,τι αγαπούσα αρνήθηκα για το πικρό σου αχείλι
τον τρόμο που δοκίμαζα πηδώντας το κατάρτι
το μπούσουλα, τη βάρδια μου και την πορεία στο χάρτη,
για ένα δυσεύρετο μικρό θαλασσινό κοχύλι.
Τον πυρετό στους Τροπικούς, του Ρίο τη μαλαφράντζα
την πυρκαγιά που ανάψαμε μια νύχτα στο Μανάο
Τη μαχαιριά που μου 'δωσε ο Μαγιάρος στην Κωστάντζα
και "Σε πονάει με τη νοτιά;" "Όχι από αλλού πονάω".
Του τρατολόγου τον καημό, του ναύτη την ορφάνια
του καραβιού που κάθισε την πλώρη τη σπασμένη
Τις ξεβαμένες στάμπες μου πούχα για περηφάνεια
για σένα, που σαλπάρισες, γολέτα αρματωμένη.
Τι να σου τάξω ατίθασο παιδί να σε κρατήσω
Παρηγοριά μου ο σάκος μου, σ' Αμερική κι Ασία
Σύρμα που εκόπηκε στα δυο και πως να το ματίσω;
Κατακαημένε, η θάλασσα μισάει την προδοσία.
Κατέβηκε ο Πολύγυρος και γίνηκε λιμάνι,
Λιμάνι κατασκότεινο, στενό, χωρίς φανάρια,
απόψε που αγκαλιάστηκαν Εβραίοι και Μουσουλμάνοι
και ταξιδέψαν τα νησιά στον πόντο, τα Κανάρια.
Γέρο, σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια,
δύο μέτρα καραβόπανο, και αριστερά τιμόνι.
Μια μέδουσα σε αντίκρισε γαλάζια και σιμώνει
κι ένας βυθός που βόσκουνε σαλάχια και χταπόδια.
.
.
.
.
Μαρέα
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Ο Αλτεμπαράν ψάχνει να βρει μες στα νερά
το παλινώριο που τον γέλασε δυο κάρτες
Στης προβολής να τρέχουν βλέπαμε τους χάρτες
του Chagall άλογα - τσίρκο του Seurat
Πυξίδα γέρικη - ataxie locomotrice
και στοιχειωμένη από τα χείλια σου σφυρίχτρα
Στην κόντρα γέφυρα προσμένατε κι οι τρεις
να λύσει τ' άστρο του Αλμποράν η χαρτορίχτρα
Της τραμουντάνας τ' άστρο, τ' άστρα του Νοτιά
παντρεύονται με πορφυρόχρωμους κομήτες
Του Mazagan οι θερμαστές οι Σοδομίτες
παίξαν του Σέσωστρη την κόρη στα χαρτιά
Η ξύλινη που όλοι αγαπήσαμε Γοργόνα
καθώς βουτά παίρνει παράξενες ανάσες
Προτού κολλήσουμε για πάντα στις Σαργάσσες
μας πρόδωσε μ' ένα πνιγμένο του Νορόνα
Πουλιά στα ξάρτια - καραντί - στεργιανή ζάλη
χελιδονόψαρα - πνιγμένου δαχτυλίδι
Του ναυτικού το δυσκολότερο ταξίδι
το κυβερνάν του Μαγγελάνου οι παπαγάλοι
Η καραβίσια σκύλα οσμίζεται ρεστία
και το κορμί σου το νερό που θα καλάρει
Τη νύχτα οι ναύτες κυνηγάνε το φεγγάρι
και την ημέρα ταξιδεύουνε στ' αστεία
.
.
.
.
Σταυρός του Νότου
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Έβραζε το κύμα του γαρμπή
είμαστε σκυφτοί κι οι δυο στο χάρτη
γύρισες και μου 'πες πως το Μάρτη
σ' άλλους παραλλήλους θα 'χεις μπει
Κούλικο στο στήθος σου τατού
που όσο κι αν το καις δε λέει να σβήσει
είπαν πως την είχες αγαπήσει
σε μια κρίση μαύρου πυρετού
Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό
Το Άλφα του Κενταύρου μια νυχτιά
με το παλλινώριο πήρα κάτου
μου 'πες με φωνή ετοιμοθανάτου
να φοβάσαι τ' άστρα του Νοτιά
άλλοτε απ' τον ίδιον ουρανό
έπαιρνες τρεις μήνες στην αράδα
με του καπετάνιου τη μιγάδα
μάθημα πορείας νυχτερινό
Σ' ένα μαγαζί του Nossi Be
πήρες το μαχαίρι δυο σελίνια
μέρα μεσημέρι απά στη λίνια
ξάστραψες σαν φάρου αναλαμπή
Κάτω στις ακτές της Αφρικής
πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι
τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι
και το ωραίο γλυκό της Κυριακής
Δευτέρα, Οκτωβρίου 01, 2007

και τον πολικό αστέρα
Μπιθικώτσης Γρηγόρης & Θύμη Καίτη
Μουσική /Στίχοι : Θεοδωράκης Μίκης /Ελύτης Οδυσσέας
Ανάμεσα Σύρο και Τζια μικρή φυτρώνει νεραντζιά
μικρή φυτρώνει νεραντζιά όμορφή μου κοπελιά
πού' χει τις ρίζες στο βυθό και τα κλαδιά στον ουρανό
και τα κλαδιά στον ουρανό το κορίτσι π' αγαπώ
Άιντε, νύφη της θαλάσσης, τι βανίλιες θα χαλάσεις
με τον ήλιο φορεσιά σου και με τα πουλιά προικιά σου
Όταν καθίζει ένα πουλί στην κεφαλή της και λαλεί
στην κεφαλή της και λαλεί
εί, ωχ, φορτούνα μου κι αυτή
Χάνω τιμόνι και κουπιά, με πλημμυράνε τα νερά
με πλημμυράνε τα νερά, έλα Χριστέ και Παναγιά
Κι αν γενεί ποτέ το θάμα κι αγαπήσεις,