Δευτέρα, Ιουλίου 14, 2014

λίγη καλοκαιρινή θάλασσα του ' 14
photos
quartier libre




περβόλια με ξυνά !







 η χρυσόμυγα και η κοντούλα !


 το καρπούζι παγώνει σύμφωνα με την τελευταία εξέλιξη στην τεχνολογία ψύξης !






το θέατρο στην αρχαία Αιγείρα


 σκαλιστό μέσα στην πέτρα !


.

.


ο ήλιος βασιλεύει



ο ήλιος ξημερώνει



και λίγη καλοκαιρινή ανεμελιά...


















Πέμπτη, Ιουνίου 26, 2014

θέατρο στο ραδιόφωνο


 η ελπίδα μας είναι στους νέους !
  

Αυτή η ανάρτηση αφορά σε ένα θεατρικό έργο της φίλης, συν blogger

Το έργο έγραψε πριν λίγα χρόνια, το έστειλε σε έναν Διαγωνισμό Θεατρικών έργων, που είχε προκηρύξει το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου  και το θεατρικό προκρίθηκε για να μεταδοθεί  από το πρόγραμμα του ΡΙΚ

Αν μας ενδιαφέρει η προσπάθεια των νέων δημιουργών και η ραδιοφωνική μεταφορά ενός θεατρικού έργου, την Δευτέρα 30 Ιουνίου στις 19.15, μπορούμε να συντονιστούμε 
στο Πρώτο Πρόγραμμα του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, όπου πρόκειται να μεταδοθεί το θεατρικό. Μπορούμε να συντονιστούμε μέσω του ίντερνετ (- όσοι μένουν στην Κύπρο, μπορούν να το ακούσουν από το ραδιόφωνο -).

Η συγγραφέας του, road art ist, μας προϊδεάζει ως προς το θέμα :
" Έγραψα αυτό το θεατρικό το 2012, θέλοντας αρχικά να εκφράσω την αγωνία της γενιάς μου (σημείωση quartier : η κρίσιμη σήμερα γενιά των 30 !). 
Ευελπιστώντας να μιλήσω για θέματα που με απασχολούν, μα και αν γινόταν να προτείνω λύσεις, διεξόδους μέσω αυτού. Νομίζω πως το τέλος του έργου είναι φωτεινό. Αυτό ήθελα. Ελπίζω να το κατάφερα. 

Κάποια στοιχεία για το έργο μου.

Τίτλος : Ατάκτως ερριμμένα.

Περίληψη έργου : 
Μια παρέα νέων έρχεται σε σύγκρουση με αλήθειες που οι περισσότεροι αποφεύγουν να αντιμετωπίσουν.  Καθένας και μια διαφορετική προσωπικότητα, που ψάχνει εναγωνίως τα βαθύτερα ‘θέλω’ της για να φωτίσει τα αδιέξοδα της. Αναζητώντας την ολοκλήρωση μέσα από τη δημιουργία και τον έρωτα, σε ένα διαρκή αγώνα με τα επαγγελματικά και κοινωνικά αδιέξοδα, με τη μοναξιά και την ασφυξία της μεγάλης αφιλόξενης πόλης. Σανίδες σωτηρίας, η φιλία και τα όνειρα τους. Θα σωθούν;"




Την Δευτέρα 30 Ιουνίου στις 19.15, μπορούμε να συντονιστούμε 
στο Πρώτο Πρόγραμμα του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου
και να ακούσουμε την θεατρική μεταφορά του έργου. 




γιατί η ελπίδα μας
πρέπει να είναι στους νέους !








Σάββατο, Ιουνίου 21, 2014



Οδυσσέας Ελύτης

 
από την ΜΕΘΟΔΟ ΤΟΥ "ΑΡΑ" ¹:
Μπαίνοντας ο εικοστός αιώνας στο τελευταίο του τέταρτο, αισθάνομαι άστεγος και περιττός. 
Όλα είναι κατειλημμένα – ως και τ’ άστρα. 
Οι άνθρωποι έχουν απαλλαγεί από κάθε παιδεία, όπως στην εποχή του Τσέγκις Χαν, και δεν ερωτεύονται ούτε κατ’ ιδέαν. 
Πρωθυπουργοί συναλλάσσονται με προσωπιδοφόρους, ποικίλες ομάδες καταλαμβάνουν αεροπλάνα και συλλαμβάνουν ομήρους, ενώ οι κολεγιόπαιδες λύνουν εκπληκτικές εξισώσεις με μιαν ευκολία που είναι ν’ απορείς: συν, πλην, διά, επί -άρα. 
Το μυστικό στη ζωή αυτή, φαίνεται, δεν είναι αν είσαι δούλος ή όχι· καθόλου. 
Είναι να οδηγείσαι με συνέπεια σε κάποιο "άρα" και να 'χεις έτοιμη την απάντηση. Πολύ ωραία. Μπροστά όμως σε μια φράση ποιητική, για ποιο λόγο αυτό το "άρα" στομώνει;
Το μυαλό μας κάνει μαιάνδρους απίθανους προκειμένου στο μέλλον να σταδιοδρομήσει στα εργαστήρια, στους ηλεκτρονικούς εγκεφάλους, οπουδήποτε οσφραίνεται όφελος χειροπιαστό. Προκειμένου όμως να καταλήξει σε μια συνειδητοποίηση του "είναι", παραμένει στην πρώτη του Δημοτικού. Γιατί;
"Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει·" άρα; Μηδέν ο μαθητής.  

"Ο ήλιος κυκλοδίωκτος, ως αράχνη, μ’ εδίπλωνε·" άρα; Κενό.
Το τρανζίστορ μας, ναι· αυτό ξέρουμε να το λύνουμε και να το επανασυνδέουμε στο άψε σβήσε.


 

Επειδή -να το πούμε κι αυτό- ελευθερία δεν είναι να κινείσαι ανεμπόδιστα στο πεδίο που σου έχει δοθεί. 
Να διευρύνεις αυτό το πεδίο, και δη κατά τη διάσταση της αναλογίας των αισθήσεων, αυτό είναι. Διαθέτοντας καινούριες μονάδες για τη μέτρηση του κόσμου. 
Τότε μόνον προχωρείς ταυτόχρονα προς όλες τις κατευθύνσεις, που σημαίνει: αναπτύσσεις ένα πρίσμα διάφανο, ικανό να σε κάνει να βλέπεις όπως ακούς, ή ν’ ακούς όπως βλέπεις, και ούτω καθεξής, όπως μόνον η ψύχη γίνεται να το επιτρέψει.
Ένα ρυάκι δεν είναι απλώς λίγο νερό που κατρακυλάει τον κατήφορο· είναι η λαλούσα κι εύχαρις υποδήλωση της παιδικής ηλικίας των πραγμάτων. 
Λίγη ξερή, τριμμένη στα δάχτυλά σου, μέντα σε πάει ολόισια στη σκέψη των Ιώνων. 
Τα χάδια σου είναι η μετάθεση μιας απαλής μουσικής, με όλα τα andante και τα allegro της, πάνω στην επιδερμίδα. 
Κι εκείνο το φυτό αντικρύ σου, που διαιρεί άνισα πλην σωστά το χώρο, είναι η αόρατη γεωμετρία που διέπει στο βάθος ολάκερη την οικουμένη. 
Να, αυτή είναι μια ελευθερία πραγματική, που έχει τη δύναμη τη γενική ν’ αναστέλλει όλες τις επιμέρους αναστολές σου και να σε κάνει, κάθε φορά που τρως μια συναγρίδα ψητή, να τρως κι από λίγο Αιγαίο, με αντίς  λεμόνι δυο τρεις οξείς στίχους του Αρχίλοχου.



¹Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΟΥ "ΑΡΑ" (1976) δημοσιεύτηκε στο ειδικό αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη του περιοδικού ΧΑΡΤΗΣ 21-23, 1986


το σπουδαίο κείμενο βρήκα εδώ :
http://logomnimon.wordpress.com/









Πέμπτη, Ιουνίου 19, 2014

  Οδυσσέας Ελύτης

από

"Τὸ Φωτόδεντρο καὶ ἡ δέκατη τέταρτη Ὀμορφιά"

 

"Μ᾿ ἕνα τίποτα ἔζησα
Μονάχα οἱ λέξεις δὲ μοῦ ἀρκούσανε
Σ᾿ ἑνὸς περάσματος ἀέρα
ξεγνέθοντας ἀπόκοσμη φωνὴ τ᾿ αὐτιά μου
φχιὰ
φχιοὺ φχιού
ἐσκαρφίστηκα τὰ μύρια ὅσα
Τί γυαλόπετρες φοῦχτες
τί καλάθια φρέσκες μέλισσες καὶ σταμνιὰ φουσκωτὰ ὅπου
ἄκουγες βββ νὰ σοῦ βροντάει ὁ αἰχμάλωτος ἀέρας.
Κάτι
Κάτι δαιμονικὸ μὰ ποὺ νὰ πιάνεται σὰν σὲ δίχτυ στὸ σχῆμα τοῦ Ἀρχαγγέλου
Παραλαλοῦσα κι ἔτρεχα
Ἔφτασα κι ἀποτύπωνα τὰ κύματα στὴν ἀκοὴ ἀπ᾿ τὴ γλώσσα
- Ἔ καβάκια μαῦρα, φώναζα, κι ἐσεῖς γαλάζια δέντρα τί ξέρετε ἀπὸ μένα;
- Θόη θόη θμός
- Ἔ; Τί;
- Ἀρίηω ἠθύμως θμὸς
- Δὲν ἄκουσα τί πράγμα;
- Θμὸς θμὸς ἄδυσος
Ὥσπου τέλος ἔνιωσα
κι ἂς πᾶ᾿ νὰ μ᾿ ἔλεγαν τρελὸ
πῶς ἀπό ῾να τίποτα γίνεται ὁ Παράδεισος."



ετούτη, θε να ναι
η αισιόδοξη μεριά της ζωής ! 



 


Τετάρτη, Ιουνίου 11, 2014




 Αυτό που ήσουν κάποτε θα γίνεις ξανά.
.....................................

Η εκπόρθηση να φτάσει
ως τις ρίζες των βουνών.
Είσαι Έλληνας, είσαι Έλληνας.
Πίνεις την προδοσία με το γάλα,
πίνεις την προδοσία με το κρασί.
......................................

αυτό που ήσουν κάποτε θα γίνεις ξανά.



Μάνος Ελευθερίου 



Ποιος τη ζωή μου



Ποιος τη ζωή μου ποιος την κυνηγά

να την ξεμοναχιάσει μες στη νύχτα

Ουρλιάζουν και σφυρίζουν φορτηγά

σαν ψάρι μ' έχουν πιάσει μες στα δίχτυα

Για κάποιον μες στον κόσμο είναι αργά



Ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά;

Ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά;



Ποιος τη ζωή μου, ποιος παραφυλά

στου κόσμου τα στενά ποιον σημαδεύει

Πού πήγε αυτός που ξέρει να μιλά

που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει

Για κάποιον μες στον κόσμο είναι αργά

Ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά;

Ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά; 











Ναζίμ Χικμέτ




Και να, τι θέλω τώρα να σας πω
Μες στις Ινδίες, μέσα στην πόλη της Καλκούτας,
φράξαν το δρόμο σ’ έναν άνθρωπο.
Αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο `κει που εβάδιζε.
Να το λοιπόν γιατί δεν καταδέχουμαι
να υψώσω το κεφάλι στ’ αστροφώτιστα διαστήματα.
Θα πείτε, τ’ άστρα είναι μακριά
κι η γη μας τόση δα μικρή.


Ε, το λοιπόν, ό,τι και να είναι τ’ άστρα,
εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω.
Για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό,
πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο,
είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει,
είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε.











Κ. ΠΑΛΑΜΑΣ


 ΕΚΑΤΟ ΦΩΝΕΣ

  II


Και τέτοιος που είμαι, και με τέτοια καρδιά,
πουλί ολοτρέμουλο σ' αρρωστημένα στήθια,
από τους δυνατούς και τους μεστούς του κόσμου
εγώ είμαι πιό κοντά στο φως και στην αλήθεια.



Γι αυτό μουγκρίζει μέσα μου βαθιά,
και μ' όλη την αχάμνια μου και μ' όλο το μαράζι,
προς όλους τους μεστούς και δυνατούς του κόσμου
μιά καταφρόνεση. Και μου ταιριάζει.














Σάββατο, Ιουνίου 07, 2014




Federico Garcia Lorca 



ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ





Θρήνος από τον "Ματωμένο Γάμο"


Μάνα:

Γειτόνισσες, μ' ένα μαχαίρι,
μ' ένα μικρό-μικρό μαχαίρι,

μέρα πικρή κι αφορεσμένη,
καν δυο, καν τρεις θα 'ταν η ώρα,
δυο άντρες σκοτωθήκανε γι' αγάπη.


Μ' ένα μικρό-μικρό μαχαίρι,
π' ούτε το χέρι δεν το πιάνει,
μα κείνο μπαίνει παγωμένο
στη ξαφνιασμένη μας καρδιά,
και σταματά εκεί που τρέμει
θολή κι αξήγητη για πάντα
η σκοτεινή μας ρίζα της κραυγής.
Κι είναι, σας λέω, ένα μαχαίρι,
ένα μικρό-μικρό μαχαίρι,
ψάρι χωρίς ποτάμι, χωρίς λέπια,
π' ούτε το χέρι δεν το πιάνει.
Κι όμως μι' αφορεσμένη μέρα,
καν δυο, καν τρεις θα 'ταν η ώρα,
με τούτο το μικρό μαχαίρι
δυο παληκάρια μείναν κάτου
με πανιασμένα τους τα χείλια.


Ούτε το χέρι δεν το πιάνει
μα κείνο μπαίνει παγωμένο
στη ξαφνιασμένη μας καρδιά,
και σταματά εκεί που τρέμει
θολή κι αξήγητη για πάντα
η σκοτεινή μας ρίζα της κραυγής.
 









 από τον 
Θρήνο γιά τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας *




Σκόρπιο Αίμα


Σκαλί-σκαλί πάει ο Ιγνάθιο
το θάνατό του φορτωμένος.
Γύρευε να 'βρει την αυγή
μα πουθενά η αυγή δεν ήταν.
Γυρεύει τη σωστή θωριά του
και τ' όνειρό του αλλάζει δρόμο.
Γύρευε τ' όμορφο κορμί του
και βρήκε το χυμένο του αίμα.

Στιγμή δεν έκλεισε τα μάτια
που είδε τα κέρατα κοντά του,
όμως οι τρομερές μανάδες
ανασηκώσαν το κεφάλι.
Κι από το βοσκοτόπια πέρα
ήρθ' ένα μυστικό τραγούδι
που αγελαδάρηδες ομίχλης
τραγούδαγαν σε ουράνιους ταύρους.


Δεν είχε άρχοντα η Σεβίλλια
μπροστά του για να παραβγεί
ούτε σπαθί σαν το σπαθί του
ούτε καρδιά να 'ν' τόσο αληθινή.
Σαν ποταμός από λιοντάρια
η ξακουσμένη του αντρειοσύνη,
και σαν σε πέτρα σκαλισμένη
η στοχασιά του η μετρημένη.

Τώρα για πάντα πια κοιμάται.
Τώρα τα μούσκλια και τα χόρτα
με δάχτυλα που δε λαθεύουν
το άνθος ανοίγουν του μυαλού του.
Και το τραγουδιστό του αίμα
κυλάει σε βάλτους και λιβάδια,
γλιστράει στο σύγκρυο των κεράτων,
άψυχο στέκει στην ομίχλη,
σε βουβαλιών σκοντάφτει πόδια,
σα μια πλατιά, μια λυπημένη,
μια σκοτεινή γλώσσα, ώσπου τέλμα
να γίνει από αγωνία, πλάι
στον Γουαδαλκιβίρ των άστρων.
 

Federico Garcia Lorca
Το "Αηδόνι της Ανδαλουσίας"



 


* Στις 11 Αυγούστου 1934, πέντε το απόγευμα, σε μιαν εκτός προγράμματος ταυρομαχία στην αρένα του Μανθανάρες, ο φημισμένος ταυρομάχος Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας χτυπήθηκε θανάσιμα από ταύρο και πέθανε τρεις μέρες αργότερα στα 43 του χρόνια. Τονε πένθησεν όλη η Ισπανία. Ήταν άνθρωπος αγαπητός, γεμάτος δόξα και πλούτη και με γνήσια καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα. Στο Πίνο Μοντάνο, το απέραντο κτήμα του στα περίχωρα της Σεβίλιας, συγκέντρωνε τους σπουδαιότερους Ισπανούς ποιητές του καιρού του, μαζί και τον Λόρκα, με τον οποίο συνδέθηκε με δυνατή, αληθινή κι αδιατάρακτη φιλία. Όλοι τον αγαπούσαν και τον θαύμαζαν σαν ένα φιλόξενο, ευαίσθητο, ιπποτικό κι ανοιχτόκαρδο προστάτη της νεότερης γενιάς των ποιητών.


 η σημείωση γιά τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας
 είναι από το vakxikon.gr











Σάββατο, Μαΐου 31, 2014



στίχοι
από το βιβλίο του Οδυσσέα Ελύτη

ΤΑ ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΗΣ ΟΞΩΠΕΤΡΑΣ 

..........................................................


Εγώ αποβλέπω· σ' έναν μακρύ θαλασσινό Κεραμεικό
Με Κόρες πέτρινες και που κρατούν λουλούδια. Θα 'ναι νύχτα και

        Αύγουστος
Τότε που αλλάζουν των αστερισμών οι βάρδιες. Και τα βουνά

        ελαφρά
..............................................................






Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει

Αχ ομορφιά κι αν δεν μου παραδόθηκες ολόκληρη ποτέ

Κάτι κατάφερα να σου υποκλέψω. Λέω: κείνο το πράσινο κόρης

        οφθαλμού που πρωτο-
Εισέρχεται στον έρωτα


.................................................................

 

Με το λίγο της ψυχής μου κυανό η Όξω Πέτρα μέσ' από τη μαυρίλα
Θ' αρχίσει ν' αναδύεται. 


...............................................................




Ω και αν έχω! Αλλά πως με τι

Γίνεται τρόπο να φανερωθεί το «μη λεγόμενον»
Που ενώ με τις ίριδες και με τ' ανεμοκλείτια ευλαλούν οι Μάιοι
Και με χλόες παν κατεβατές έως τη θάλασσα
Τη στιγμή που κι εκείνη ψιθυριστά κάτι απ' τ' αρχαία της μυστικά
Ολοένα εκμυστηρεύεται, άφωνος μένει ο άνθρωπος

                    Η ψυχή μόνον. Αυτή

Σαν μητέρα νεοσσών όπου κίνδυνος κάνει φτερούγα
Και από τις καταιγίδες μέσα λίγα ψίχουλα
Γαλήνης υπομονετικά συνάζει·


..................................................................




Περασμένα μεσάνυχτα σ' όλη μου τη ζωή

Περνάν τα οχήματα της Πυροσβεστικής, για ποιαν από

        τις πυρκαγιές
Κανείς δεν ξέρει. Σ' ένα δωμάτιο τέσσερα επί πέντε ντουμάνιασε

        ο καπνός. Προεξέχουν μόνον

Η κόλλα το χαρτί και η γραφομηχανή μου. Πλήκτρα
Χτυπά ο Θεός και αμέτρητα είναι τα βάσανα έως το ταβάνι
Κοντά να ξημερώσει

                                  μια στιγμή φανερώνονται οι αχτές με κάθετα
Πάνω τους τα βουνά σκούρα και μωβ. Αλήθεια θα 'ναι φαίνεται ότι
Ζω για τότε που δεν θα υπάρχω



....................................................................





Α τι να πεις που κι έναν μόνον

Αναστεναγμό ν' ανοίξεις θα σε ρίξει χάμου ο άνεμος

Γαβ η αγάπη· γαβ ο Ιούδας με το φυγαδευμένο βλέμμα του

Γαβ του κόσμου όλου οι αποστάσεις και οι μακρύτατοι καιροί
Δεν ακούγεται πια τίποτε. Κείνο που 'θελε ο Θεός
Η ψυχή μου, η προς στιγμήν αιώνια, το 'νιωσε
Και ξανά βρήκε το νόημα της υλακής του ο σκύλος

Να 'τες τώρα που σιγά σιγά

Επιστρέφουν οι στεριές.


..............................................................................




Ώστε λοιπόν, αυτό που λέγαμε «ουρανός» δεν είναι· «αγάπη» δεν

        «αιώνιο» δεν. Δεν
Υπακούουν τα πράγματα στα ονόματά τους. 


................................................................................












Τρίτη, Μαΐου 20, 2014

IX.





Βιβλιοθήκη Ελλήνων και ξένων συγγραφέων
.
ΛΙΝΟΥ ΠΟΛΙΤΗ Ποιητική Ανθολογία

Βιβλίο έκτο
.
Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ

Εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑ  
Σελίδες 216  
ΔΡΧ.20

Παύλος Νιρβάνας


Άλπεις

Παράδεισος απάνω μου των Άλπεων τα χιόνια
κι η λίμνη κάτω μου έρωτας με τα γλαυκά νερά της.
 
Κι εγώ, παιδί της Αττικής, της ξενιτιάς διαβάτης,
κλαίω για τα ρόδα του Υμηττού, του Κολωνού τ’ αηδόνια.




Σαπφικό παράπονο

Πίσω απ’ τον λόφο έγειρεν ερωτικά η Σελήνη,
έσβησε η πούλια στον γλαυκό της Λέσβος ελαιώνα,
και τα γλυκά μεσάνυχτα στρώνουνε γάμου κλίνη...
Ω σαπφικό παράπονον: «Εγώ καθεύδω μόνα».






Κωνσταντίνος Χατζόπουλος


Δὲ γυρεύω ξένο

Δὲ γυρεύω ξένο, δὲ ρωτάω κρυφό,
δὲ γυρεύω χάρη.
Κάτι μοῦ ῾χουν πάρει μὲς ἀπ᾿ τὴ ψυχὴ
κάτι μοῦ ῾χουν πάρει.


Καὶ δὲν ἦταν οὔτε ξωτικὰ
καὶ δὲν ἦταν χέρια
κι ἦταν ἕνα βράδυ πού ῾παιζαν θολὰ
στὸ γιαλὸ τ᾿ ἀστέρια.


Κι ἦρθε ἕνας ἀγέρας κι ἦρθ᾿ ἕνας βοριὰς
κι ἦρθ᾿ ἕνα σκοτάδι,
-ὢ ἀδερφή, χαμένο κάποιο θησαυρὸ
ποὺ θρηνοῦμ᾿ ὁμάδι.


Μὲς στὸ κῦμα ἀνοίγει δρόμο μυστικὸ
δείχνει τὸ φεγγάρι...
Κάτι μοῦ ῾χουν πάρει μὲς ἀπ᾿ τὴ ψυχή,
κάτι μοῦ ῾χουν πάρει.

 



Ἄσ᾿ τὴ βάρκα...

Ἄσ᾿ τὴ βάρκα στὸ κῦμα ὅπου θέλει νὰ τρέχει,
ἂς ὁρίζει τ᾿ ἀγέρι, τιμόνι-πανί,
τὰ φτερὰ ἅπλωσε πλέρια, ἄκρη ὁ κόσμος δὲν ἔχει,
εἶναι πι᾿ ὄμορφοι οἱ ἄγνωστοι πάντα γιαλοί,
ἡ ζωὴ μία δροσιὰ εἶναι, ἕνα κῦμα, ἂς τὸ φέρει
ὅπου θέλει τ᾿ ἀγέρι, ὅπου ξέρει τ᾿ ἀγέρι.


Ἂς ἀλλάζουν λιβάδια μὲ βράχους καὶ δάση,
γύρω ἂς φεύγουν ποῦ πύργοι, ποῦ καλύβας καπνός,
εἴτ᾿ εἰδύλλιο γελούμενο ἀπλώνετ᾿ ἡ πλάση,
εἶτ᾿ ἀντάρτες καὶ μπόρες σου κρεμᾷ ὁ οὐρανός,
μὴ θαρρεῖς τὸ πανί σου μπορεῖς νὰ βαστάξεις,
ὅπου θέλει τὸ κῦμα μαζί του θ᾿ ἀράξεις.


Τί γυρεύεις, τί θέλεις μὴ κι ἐσὺ τὸ γνωρίζεις;
Ἔχεις πιάσει ποτέ σου τὸ τί κυνηγᾷς;
Μή ῾που σπέρνεις καλὸ τὸ κακὸ δὲ θερίζεις;
Δὲ σκοντάβεις σὲ ρώτημα σ᾿ ὅτι ρωτᾷς;
Ὅτι σ᾿ ἔχει μαγέψει κι ὅτι σοῦ ῾χει γελάσει,
τό ῾χεις μόνος κερδίσει, μοναχὸς ἑτοιμάσει;


Ἄσε τότε τὸ κῦμα ὅπου θέλει νὰ σπάζει,
ἄσ᾿ τὶς ζάλες νὰ σέρνουν τυφλὰ τὴ καρδιὰ
κι ἂν τριγύρω βογγὰ κι ἂν ψηλὰ συννεφιάζει,
κάπου ὁ ἥλιος σὲ κάποιο γιαλὸ θὰ γελᾷ
κι ἂν πικρό τη ψυχή σου τὸ δάκρυ τὴ ραίνει
πάντα κάπου κρυφή, μιὰ χαρὰ τὴ προσμένει.


 
Το τραγούδι που κλαίει


(Καὶ θαμπὸ ἦρθε τὸ βράδυ)

Καὶ θαμπὸ ἦρθε τὸ βράδυ
καὶ θλιμμένο καὶ ἀχνό-
Σοῦ εἶναι ὁ πόνος μου χάδι
κι ἂς θαρρῇς δὲν πονῶ.


Καὶ τὸ θρύλο σου λέει
σιγαλὰ τοῦ βραδιοῦ,
καὶ τὸ λέει καὶ κλαίει
σὰν ἀχὸς τραγουδιοῦ,


σὰν καμπάνα ποὺ σπάζει
μὲ ἀργὸ θρῆνο σιγό
καὶ στὸ δρόμο μὲ κράζει,
καὶ σὲ κράζω κι ἐγώ.







Μιλτιάδης Μαλακάσης

Ἀγάπη

Ἂς μὴ γυρίζει ὁ λογισμὸς στὰ χρόνια ἐκεῖνα πίσω.
Κάλλιο μιὰ τέτοια θύμηση γιὰ πάντα νὰ χαθῇ,
Ποιὸς ξέρει, τώρα θἄτανε γραφτὸ νὰ σ᾿ ἀγαπήσω,
Καὶ τόσο ποὺ καμμιὰ ποτὲ δὲν ἔχει ἀγαπηθῇ.


Κι ἂν ἔφυγεν ἡ νιότη σου, ποὺ θλίβεσαι γιὰ δαὔτη,
Ὡς γιὰ πουλὶ ποὺ πέταξε μἄλλα μαζὶ πουλιά,
Περσότερο ἀπὸ μία ἄνοιξη τὸν ἔρωτά μου ἀνάφτει
Τοῦ χινοπώρου τἄγγιγμα στὰ ὡραῖα σου τὰ μαλλιά.


Κι ἀκόμα φτάνω ν᾿ ἀγαπῶ σ᾿ ἐσὲ μίαν ἄλλη εἰκόνα,
- Τ᾿ ὁρκίζομαι στὰ μάτια σου ποὺ τόσο λαχταρῶ, -
Τὸν ἥμερο κι ἀνέφελο καὶ τὸ γλυκὸ χειμῶνα,
Ποὺ στὸ χλωμό σου πρόσωπο μία μέρα θὰ θωρῶ.


Καὶ μάθε το, τὶς μελιχρὲς λαμπράδες τοῦ Δεκέμβρη,
Καὶ τὶς φεγγαροσκέπαστες τοῦ Γενναριοῦ ὀμορφιές,
Μήτε στὶς τρέλλες τ᾿ Ἀπριλιοῦ κανένας θὰ τὶς εὕρῃ,
Μήτε καὶ στὶς μονότονες τοῦ Μάη καλοκαιριές..







Λάμπρος Πορφύρας

Τὸ θέατρο

Δὲν ξέρω πῶς νὰ σοῦ τὸ εἰπῶ. Μὰ ὁ δρόμος, χθὲς τὸ βράδυ,
μὲς στὴ σταχτιὰ τὴ συννεφιὰ σὰ θέατρο εἶχε γίνει.
Μόλις φαινόταν ἡ σκηνὴ στ᾿ ἀνάριο τὸ σκοτάδι
καὶ σὰ σκιὲς φαινόντανε μακριά μου οἱ θεατρίνοι.


Τὰ σπίτια πέρα κι οἱ αὐλὲς καὶ τὰ κλωνάρια ἀντάμα
ἔλεγες κι ἦταν σκηνικὰ παλιὰ καὶ ξεβαμμένα,
κι ἐκεῖνοι ἐβγαίναν κι ἔπαιζαν τ᾿ ἀλλόκοτό τους δράμα,
κι ἄκουγες βόγκους κι ἄκουγες καὶ γέλια εὐτυχισμένα.


Ἐγὼ δὲν ξέρω. Ἐβγαίνανε κι ἐσμίγαν κι ἐπαγαίναν
κι ἤτανε μιὰ παράσταση καὶ θλιβερὴ κι ὡραία.
Κι ἔβγαινε, Θέ μου! κι ἡ νυχτιὰ καθὼς ἐπαρασταίναν,
κι ἔβγαινε, Θέ μου! κι ἔριχνε τὴ μαύρη της αὐλαία.





Lacrimae rerum

Ἄμοιρη! τὸ σπιτάκι μας ἐστοίχιωσεν
ἀπὸ τὴν ὀμορφιά σου τὴν θλιμμένη·
στοὺς τοίχους, στὸν καθρέφτη, στὰ εἰκονίσματα,
ἀπὸ τὴν ὀμορφιά σου κάτι μένει.


Κάτι σὰ μόσκου μυρωδιά, κι ἁπλώνεται
καὶ τὸ φτωχὸ σπιτάκι πλημμυρίζει,
κάτι σὰ φάντασμα, θολὸ κι ἀνέγγιχτο,
κι ὅπου περνᾷ σιγὰ τὸ κάθε ἀγγίζει.


Ὄξω, βαρύ, μονότονο ψιχάλισμα
δέρνει τὴ στέγη μας· καὶ τότε ἀντάμα
τὰ πράματα ποὺ ἁγιάσανε τὰ χέρια σου
ἀρχίζουν ἕνα κλάμα... καὶ ἕνα κλάμα...


Κι ἀπ᾿ τὴ γωνιὰ ὁ καλὸς τῆς Λήθης σύντροφος,
τ᾿ ἀγαπημένο μας παλιὸ ρολόι,
τραγουδιστὴς τοῦ χρόνου, κι αὐτὸς κλαίοντας
ρυθμίζει ἀργά, φριχτά, τὸ μοιρολόι...






Ἑσπερινός

Βουβὲς ψυχές, θλιμένες! Καὶ τ᾿ ἀπόβραδο
προσμένουν τὸ Χριστό μας, ἀπὸ πέρα,
ποιὸς ξέρει, ἀπὸ μακριά. Κι ἐκεῖνος ἔρχεται,
μὲς στὸ θολὸ τοῦ φθινοπώρου ἀγέρα.


Μὲ τ᾿ ἅγιο φῶς, ἀχνόφεγγο στεφάνι του,
μὲ τὰ θεϊκά, χαμηλωμένα μάτια,
μόνος. Καὶ τὰ ξερόφυλλα τοῦ στρώνουνε
χρυσὰ χαλιὰ στὰ ἔρμα μονοπάτια.


Τοῦ κάμπου τὰ στρουθιὰ καὶ τὰ πετούμενα,
ποὺ στὶς φωλιὲς κοπαδιαστὰ γυρίζουν,
ἄμα τὸν δοῦνε χαμηλώνουν πρόσχαρα,
χαμοπετοῦν καὶ τὸν καλωσορίζουν.


Ἀνάριο τὸ σκοτάδι, μισοδιάφανο,
μόλις ποὺ τὸν σκεπάζει στὴν καπνιά του,
καὶ τὰ γυμνὰ κλαδιὰ σὰ χέρια ὑψώνονται
καὶ δέονται στὸ ἄυλο πέρασμά του.


Δέονται σιωπηλά...Κι ἐκεῖνος ἔρχεται
καὶ σκύβει στὶς ψυχὲς ποὺ τὸν προσμένουν
σιγά...πονετικά. Κι ἀργὰ τὰ σήμαντρα
πονετικὰ κι αὐτὰ σιγοσημαίνουν.







Απόσπασμα από το "Δειλινό"

…………………………..

Αν με θυμάσαι θάρχομαι σα μια σκιά – ποιος ξέρει; –
ξενητεμένος ή νεκρός θάρχομαι εκεί που θάσαι,
σαν βλέπεις φύλλα, σύννεφα, πουλιών φτερά στ΄ αγέρι,
σαν βλέπεις καραβιών πανιά, στοιχειά... να με θυμάσαι.














 

Πέμπτη, Μαΐου 01, 2014

Καλή Εργατική Πρωτομαγιά !

η photo είναι 
της genna


και να 'ν καλός ο μήνας Μάης !