Παρασκευή, Νοεμβρίου 06, 2015



Ανάμεσα στην προηγούμενη αναφορά 
στο εξαιρετικό βιβλίο της Αθηνάς Κακούρη


"1821
Η ΑΡΧΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ"  





και στην επόμενη αναφορά γιά το ίδιο βιβλίο,
θεώρησα σκόπιμο να προηγηθεί εδωδά το παρακάτω απόσπασμα
από το αγαπημένο (και πάντα δραματικά επίκαιρο...) 
ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ
της Πηνελόπης Δέλτα




Στρατός και στόλος, παρών !


- από το ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ –



Της Πηνελόπης Δέλτα

- Πατέρα, είπε τότε το Βασιλόπουλο, χθες βράδυ βρήκα ένα γράμμα στο σπίτι του Λαγόκαρδου, μα δεν ξέρω να διαβάσω και σου το έφερα.
Ο Βασιλιάς το πήρε, έβαλε τα γυαλιά του και διάβασε:
«Εξοχώτατε! Αλλον από σένα δεν περιμένω σήμερα να έλθει στο σπίτι μου, κι επειδή δεν προφθαίνω να έλθω εγώ στο δικό σου, σου αφήνω τούτο το γράμμα εδώ, για να το βρεις αμέσως και να μάθεις πως τρέχω και τρέχεις το μεγαλύτερον κίνδυνο. Το Βασιλόπουλο, που μοιάζει λεονταράκι και αετουδάκι, ξέρει πως δεν πούλησες την αλυσίδα. Ξέρει και μερικά άλλα, που μπορούν να σε βλάψουν αν μείνεις εδώ. Εγώ το στρίβω αμέσως με την αλυσίδα και πάγω στου Αρχοντα θείου, όπου ελπίζω, ύστερα από μερικές πληροφορίες που θα του δώσω για την κατάντια του Κράτους μας, να τον καταφέρω να με βοηθήσει με το στρατό του, να κατακτήσω το ωραίο κτήμα που δε θέλησε να μου χαρίσει ο Βασιλιάς, και που είναι πέρα από το ποτάμι. Σα θέλεις, έλα να με βρεις. Φέρε μαζί σου τα διαμαντένια ποτήρια του Βασιλιά και τα τελευταία διαμαντικά της Βασίλισσας που βρίσκονται στο κελάρι σου και που αξίζουν κάμποσα φλουριά. Μη φοβάσαι τίποτα, μάχη δε μπορεί να γίνει χωρίς στρατιώτες, η νίκη είναι δική μας. Μόνο φύγε αμέσως. Ο πιστός σου Λαγόκαρδος»
Ο Βασιλιάς σήκωσε τα μάτια και κοίταξε το γιο του από πάνω από τα γυαλιά του.
- Τι θα πει αυτό; ρώτησε παραζαλισμένος.
Το Βασιλόπουλο έκανε μερικά βήματα απάνω-κάτω και γύρισε πάλι στο Βασιλιά.
- Θα πει, πατέρα, πως το γράμμα αυτό ήταν γραμμένο για τον Πανουργάκο. Θα πει πως ο Λαγόκαρδος είναι όχι μόνο μπερμπάντης, αλλά και προδότης, και πως σε λίγες μέρες, σε λίγες ώρες ίσως, τα στρατεύματα του Άρχοντα θείου μας μπορούν να εισβάλουν στο Κράτος μας. Θα πει κι ένα άλλο: πως αυτός μοιάζει να ξέρει πράματα που δεν ξέρομε μεις, δηλαδή πως δεν έχομε στρατό και πως δε θα γίνει καμιά αντίσταση στα σύνορα.
- Τι κάθεσαι και λες! είπε νευρικά ο Βασιλιάς. Δεν έχομε, λέει στρατό! Κολοκύθια με τη ρίγανη! Χιλιάδες στρατιώτες ρίχνω στο βασίλειο του θείου μου, οπόταν θελήσω. Κι εκατό καράβια, όλο σίδερο σκεπασμένα, κατεβάζει το ποτάμι με την πρώτη μου προσταγή! Δεν έχομε, λέει, στρατό! Θα τον κρεμάσω να τον φαν τα όρνια, τον πρώτο που θα τολμήσει να ξαναπεί τέτοιο λόγο!
Κι έξω φρενών ο Βασιλιάς έσπρωξε την κορώνα στην κορυφή του κεφαλιού του, και με μεγάλα βήματα πήγε και ήλθε δυο-τρεις φορές στην κάμαρα. Το Βασιλόπουλο κοίταξε με μάτια λυπημένα το γαϊδουρίσιο κεφάλι, που από πάνω από την κονσόλα, με την τενεκεδένια κορώνα περασμένη ανάμεσα στ' αυτιά του, έμοιαζε να τους κοροϊδεύει.
- Πατέρα, είπε στο τέλος, φώναξε τον αρχιστράτηγο. Εκείνος θα μας δώσει τις πληροφορίες που χρειαζόμαστε.
Ο Βασιλιάς χτύπησε το κουδούνι κι ευθύς παρουσιάστηκε ο υπασπιστής Πολύδωρος.
- Φώναξε αμέσως τον αρχιστράτηγο, διέταξε ο Βασιλιάς, και ξανάρχισε πάλι το νευρικό του περίπατο.
Ο υπασπιστής υποκλίθηκε κι έκανε να φύγει. Μα στην πόρτα σταμάτησε.
- Αφέντη... μουρμούρισε, δεν ξέρω ποιος είναι ο αρχιστράτηγος.
- Δεν ξέρεις; φώναξε με θυμό ο Άρχοντας. Δεν ξέρεις; Και αλλάζοντας τόνο:
- Χμ... ουτ' εγώ δεν ξέρω πια πώς τον λένε... Τι ήθελε τώρα να πάγει να σκοτωθεί ο τενεκές ο Πανουργάκος! Αυτός τα φρόντιζε και τα ήξερε όλα αυτά στα πέντε δάχτυλα!... Φώναξε λοιπόν τον πρωτοβεστιάριο Κατρακυλάκο.
Ο Πολύδωρος υποκλίθηκε κι έφυγε. Δυο λεπτά αργότερα επέστρεψε με τον πρωτοβεστιάριο. Ο κυρ-Κατρακυλάκος ήταν κοντός και χοντρός, με πρισμένα κρεμαστά μάγουλα, και τόσο μεγάλη κοιλιά, που δεν μπορούσε ποτέ να περάσει από πόρτα ή από έπιπλο κοντά χωρίς να σκουντουφλήσει.
- Κατρακυλάκο, είπε ο Βασιλιάς επιτακτικά, φώναξε αμέσως τον αρχιστράτηγο.
- Αφέντη, αποκρίθηκε ο Κατρακυλάκος, μάταια προσπαθώντας να λυγίσει τη μέση του για να υποκλιθεί. Αφέντη, πάνε δυο χρόνια που δεν έχομε πια αρχιστράτηγο.
Ο Βασιλιάς παρά λίγο να πνιγεί από την αγανάκτηση του. Όλο του το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι, και μελάνιασε.
- Τι λες;... Τι λες; ψέλλισε, και η φωνή του κόπηκε και τίποτε άλλο δεν μπόρεσε ν' αρθρώσει.
- Αφέντη, επανέλαβε ατάραχα ο Κατρακυλάκος, ο τελευταίος μας αρχιστράτηγος ήταν ο κυρ-Μασκαρόπουλος. Είναι παραπάνω από δυο χρόνια που ξεπούλησε το σπίτι του και πήγε στα ξένα, όπου όλοι τον ξέρουν για τον πιο πλούσιο τραπεζίτη.
- Και πού βρήκε τα φλουριά; βροντοφώνησε ο Βασιλιάς.
- Μυστήριο, Αφέντη μου.
- Φώναξε αμέσως το στόλαρχο, διέταξε νευρικά ο Βασιλιάς.
Και άρχισε πάλι να περπατά απάνω-κάτω. Μα καθώς γύρισε, με τα χέρια σταυρωμένα και το μέτωπο σκυμμένο και συννεφιασμένο, σκουντούφλησε στη βαρελόμορφη κοιλιά του κυρ-Κατρακυλάκου, που δεν είχε προφθάσει να την παραμερίσει.
- Τι κάνεις λοιπόν; Φώναξε, σου είπα, το στόλαρχο! είπε θυμωμένα.
Χωρίς να ταραχθεί, δοκίμασε πάλι να υποκλιθεί ο πρωτοβεστιάριος.
- Δεν έχομε στόλαρχο, Αφέντη, είπε ήσυχα.
Ο Βασιλιάς έπεσε στο σοφά. Τα γόνατα του κόπηκαν, μαζί και η φωνή του, κι έμεινε αφανισμένος.
- Τι γίνηκε ο στόλαρχος; ρώτησε το Βασιλόπουλο.
- Μεγαλέμπορος στα ξένα, Αφέντη μου, αποκρίθηκε ο πρωτοβεστιάριος. Κάνει σίδερα.
- Πού βρήκε και αυτός τόσα φλουριά; φώναξε φρενιασμένος ο Βασιλιάς.
- Τα έκανε τώρα τελευταία.
- Μα με τι; Με τι;
- Με τα σίδερα των καραβιών.
Ο Βασιλιάς ανατινάχθηκε. Σηκώθηκε μ' έναν πήδο κι έτρεξε κατά την πόρτα.
- Τρελάθηκαν όλοι! Όλοι! φώναξε.
Και βλέποντας τον υπασπιστή Πολύδωρο στην πόρτα:
- Σήμανε το προσκλητήριο αμέσως, διέταξε, να μαζευθεί ο στρατός όλος, απ' όλες τις άκρες του βασιλείου!
Και βγήκε τρεχάτος, με το μανδύα του που πετούσε απλωμένος πίσω του, σα φουσκωμένο πανί καραβιού. Το Βασιλόπουλο τον ακολούθησε, και πίσω μακριά, λαχανιασμένος και ολοστρόγγυλος, κατρακυλούσε ο πρωτοβεστιάριος. Ο Πολύδωρος, από τον πύργο, εσήμανε το προσκλητήριο με τη μεγάλη σάλπιγγα. Ο Βασιλιάς και ο γιος του έτρεξαν χωρίς να σταματήσουν ως τους στρατώνες. Εμπρός στην πόρτα βρήκαν το γερο-φρούραρχο, αγουροξυπνημένο και μισοντυμένο, σαστισμένο, σαν αποβλακωμένο. Γύρευε να καταλάβει την έννοια του σκοπού της σάλπιγγας, που τόσα χρόνια δεν την είχε ακούσει.
- Πού είναι οι στρατιώτες; Σύναξε τους όλους εδώ, αμέσως! πρόσταξε ο Βασιλιάς.
Τα γόνατα του γερο-φρούραρχου κόπηκαν κι έπεσε χάμω καθιστός. Δεύτερη φορά, από πάνω από τον πύργο, ο υπασπιστής εσήμανε το προσκλητήριο. Κι έξαφνα, στη γωνιά της πλατείας, από ένα κρασάδικο βγήκε ένας κουτσός, έτρεξε στους στρατώνες, τράβηξε από κάτω από το στρώμα του μια σκουριασμένη λόγχη χωρίς μύτη, και φθάνοντας κούτσα - κούτσα μπροστά στο Βασιλιά και το Βασιλόπουλο, παρουσίασε τα όπλα.
- Τι είναι αυτός; ρώτησε ο Βασιλιάς.
- Ο στρατός, Αφέντη, αποκρίθηκε ο κουτσός.
- Δεν έχω όρεξη για αστεία, είπε ο Βασιλιάς. Ξέρεις σε ποιον μιλάς;
- Στον Αφέντη μου και Βασιλιά μου, αποκρίθηκε πάλι ο κουτσός, χωρίς ν' αλλάξει τη στάση του.
- Λοιπόν εξαφανίσου πριν θυμώσω. Τώρα θα βγει ο στρατός, και κουρελιάρηδες σαν και σένα δεν πρέπει να είναι στη μέση.
- Εγώ είμαι ο στρατός, Αφέντη, είπε πάλι ο κουτσός.
- Είναι τρελός ή αυθάδης; ρώτησε ο Βασιλιάς, γυρίζοντας στο φρούραρχο που έμενε καθισμένος εκεί που είχε πέσει, με τα πόδια γυμνά μες στις πατημένες του παντούφλες.
Ο γέρος χωρίς να κουνήσει, αποκρίθηκε ζαλισμένα:
- Ούτε τρελός ούτε αυθάδης. Είναι ο στρατός.
- Πού είναι η φρουρά; Πού είναι το ιππικό και οι λογχοφόροι; ρώτησε σιγά το Βασιλόπουλο, νομίζοντας πως από την τρομάρα του ο φρούραρχος τα είχε χάσει.
Αλλά ο γέρος άπλωσε το χέρι κι έδειξε τον κουτσό.
- Να η φρουρά, να και ο στρατός, αποκρίθηκε. Άλλο στρατιώτη δεν έχω. Ανεβείτε, σα θέλετε, στους στρατώνες, να δείτε αν σας λέγω ψέματα.
Κι επειδή Βασιλιάς και Βασιλόπουλο έμεναν ακίνητοι, μη θέλοντας να πιστέψουν, ο γέρος εξακολούθησε:
- Θυμάστε ακόμα τα παλιά χρόνια, Αφεντάδες μου. Πέρασαν και πάνε και ούτε θα ξανάρθουν πια.
Εκείνη την ώρα κατάφθανε ο κυρ-Κατρακυλάκος, κόκκινος και ιδρωμένος από το τρέξιμο. Ο Βασιλιάς του έδειξε το γερο-φρούραρχο, που εξακολουθούσε να κάθεται χάμω, και με το χέρι του έκαμε νόημα πως έπαθε το κεφάλι του.
- Δεν είναι καλά, είπε σιγά.
- Καλά είναι, Αφέντη, αποκρίθηκε ο πρωτοβεστιάριος, και σου λέγει την αλήθεια. Δεν έχει στρατιώτες...
- Μα τι παραμύθια λες! διέκοψε ο Βασιλιάς που άρχισε πάλι να θυμώνει. Ας φωνάξει τους αξιωματικούς και θα σου δείξω εγώ τι είναι ο στρατός μου.
Και γυρίζοντας στο γέρο:
- Φέρε ευθύς το στρατηγό... το στρατηγό... πώς τον λεν; Δεν πειράζει τ' όνομα, φέρε ένα στρατηγό, ξεφώνισε εξαγριωμένος.
- Δεν έχει εδώ στρατηγό, Αφέντη, αποκρίθηκε τρέμοντας ο φρούραρχος.
- Λοιπόν φώναξε το σωματάρχη!
- Δεν έχει σωματάρχη!
- Φώναξε όποιον θέλεις, μα φώναξε κάποιον! ξεφώνισε ο Βασιλιάς έξω φρενών.
- Όλοι εδώ είμαστε, Αφέντη! είπε ο γέρος με ύφος αξιοθρήνητο.
- Μα ο στρατός...
- Δεν έχει στρατό πια, πέρασε ο στρατός, τελείωσε ο στρατός, του κάκου τον γυρεύεις, Αφέντη μου! Μείναμε μεις οι δυο, ο μάγειρας μου κι εγώ!
Ο Βασιλιάς έπιασε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια.
- Τρελάθηκα εγώ; Μήπως δεν καταλαβαίνω;... Μα λες παραμύθια! ξέσπασε πάλι με θυμό. Ξέρω πως έχω στρατό, γιατί κάθε χρόνο πληρώνω γι' αυτόν...
Και αλλάζοντας τόνο:
- Τι πληρώνω γι' αυτόν; ρώτησε τον πρωτοβεστιάριο.
- Δεν ξέρω, Αφέντη. Τους λογαριασμούς αυτούς τους έκανες με τον αρχικαγκελάριο. Εγώ δεν τους έβλεπα ποτέ.
- Πληρώνω... χμ... πληρώνω πολλά, εξακολούθησε ο Βασιλιάς νευρικά. Και για το στόλο μου πληρώνω... άλλα τόσα. Πού είναι ο στόλος; Στα καράβια θα βρίσκονται και οι στρατιώτες! Πού είναι τα καράβια; Κανείς δεν ήξερε να του πει.
Με τη γωνιά του μανδύα του σκούπισε τον ιδρώτα που έστεκε σα χάντρες στο μέτωπο του.
- Πάμε στο ναύσταθμο, πρόσταξε.
Και με το γιο του, βιαστικά πήγε στον ποταμό, ενώ πίσω, μακριά, κατρακυλιστά, ακολουθούσε ο δυστυχισμένος ο πρωτοβεστιάριος. Έφθασαν στο ποτάμι που έτρεχε ήσυχο και διάφανο, ανάμεσα στις πράσινες δασωμένες όχθες, όπου σπίτι δε φαίνουνταν, όσο μακριά και αν πήγαινε το μάτι. Μόνο δυο παλιοφελούκες δεμένες στην ξηρά μ' ένα μακρύ σκοινί, κουνιούνταν τεμπέλικα στ' ασημένια νερά, ενωμένες και βασταγμένες πλάγι-πλάγι με μια καρφωμένη φαρδιά σανίδα.
Στην πλώρη της μιας κοιμούνταν ένας κουλός με το στόμα ανοιχτό. Ο Βασιλιάς κοίταξε πάνω και κάτω του ποταμού, μα άλλο δεν είδε παρά χορτάρι πράσινο, δέντρα πολλά, και μερικές πέτρες πεσμένες από έναν ερειπωμένο τοίχο, μαύρες πια από τον καιρό και την υγρασία.
- Πάμε παρακάτω, είπε κι έκανε μερικά βήματα.
Μα δε βρήκε καράβια, ούτε ναύσταθμο.
- Ξέρεις εσύ πού είναι; ρώτησε ο Βασιλιάς τον κυρ-Κατρακυλάκο, που έφθανε μισοπεθαμένος από τον ασυνήθιστο κόπο της πρωινής του.
- Δεν ξέρω, Αφέντη, ποτέ μου δεν ήλθα τόσο μακριά, αποκρίθηκε λαχανιασμένος. Μα να ρωτήσομε αυτόν τον ψαρά που κοιμάται.
Και βάζοντας τα χέρια εμπρός στο στόμα, σα χωνί, φώναξε:
- Ε!... βαρκάρη!... ξύπνα!...
Ο κουλός αργοκούνησε το μόνο του χέρι, μα δεν ξύπνησε.
- Στάσου, είπε το Βασιλόπουλο.
Και τραβώντας το σκοινί, πλησίασε τις φελούκες στη γη.
- Βαρκάρη! Ε, βαρκάρη! φώναξε πάλι ο κυρ-Κατρακυλάκος.
Ο κουλός ξύπνησε, ανασηκώθηκε κι έτριψε τα μάτια.
- Τι τρέχει; ρώτησε με νυσταγμένη φωνή.
- Πού είναι ο στόλος και ο ναύσταθμος; ρώτησε ο Βασιλιάς.
Μ' έναν πήδο σηκώθηκε ο κουλός και χαιρέτησε στρατιωτικά.
- Παρών! φώναξε.
- Πού είναι ο στόλος και ο ναύσταθμος; ρώτησε πάλι ο Βασιλιάς νομίζοντας πως δεν είχε καταλάβει.
- Παρών! επανέλαβε ο κουλός λίγο πιο δυνατά, χωρίς να κόψει το χαιρετισμό του.
- Δεν καταλαβαίνει! είπε αποθαρρυμένος ο Βασιλιάς. Άνθρωπε μου, ακούς τι σου λέγω; Πού είναι τα καράβια και οι ναύτες;
- Παρών, παρών, παρών, ξεφώνισε ο κουλός με τόση δύναμη, που πρήστηκαν οι φλέβες του λαιμού του, ενώ σα σανίδα τεντωμένος εξακολουθούσε να χαιρετά στρατιωτικά.
Το Βασιλόπουλο προσπάθησε να συνεννοηθεί μαζί του.
- Γυρεύομε τα καράβια του Βασιλιά, εξήγησε.
- Παρών! επανέλαβε ο κουλός. Ο Βασιλικός στόλος, «Τρομάρα» και «Αντάρα», παρών! Το ναυτικό της Αφεντιάς του του Βασιλιά, παρών!
Ο Αστόχαστος αναπήδησε.
- Τι; φώναξε με φρίκη. Τι ονόματα είπες;
- «Τρομάρα» και «Αντάρα», η τραπεζαρία και η κρεβατοκάμαρα μου. Στη διάθεση σας, σα θέτε να τις επισκεφθείτε, είπε ο κουλός μ' ένα χαμόγελο που χώριζε το στόμα του από το ένα αυτί ως το άλλο.
Το Βασιλόπουλο χλώμιασε.
- Και ο ναύσταθμος; Πού είναι ο ναύσταθμος; ρώτησε.
- Παρών! αποκρίθηκε πάλι ο κουλός, δείχνοντας τις μαυρισμένες πέτρες που έφθαναν ως το ποτάμι.
- Στάσου, είπε νευρικά ο Βασιλιάς παραμερίζοντας το γιο του. Δε σε καταλαβαίνει. Άκου δω, άνθρωπε μου, πες μου πού κάθεται ο στόλαρχος;
Ο κουλός άπλωσε το χέρι του κατά τη δύση.
- Στα ξένα, είπε σύντομα.
- Και ο ναύαρχος... ο ναύαρχος... ένας ναύαρχος που να πάρει η ευχή!
- Δεν έχομε τέτοιο πράμα εδώ.
- Κυβερνήτες, ναύτες, καράβια, για το Θεό, που είναι όλα αυτά;
- Παρών, είπε πάλι ο κουλός.
Και δείχνοντας με καμάρι τις φελούκες:
- Στόλος, παρών.
Ύστερα χτυπώντας το στήθος του:
- Κυβερνήτης, ναύτης και τα λοιπά, παρών! Άλλο μη γυρεύεις, Αφέντη, δεν έχει.
Μάζεψε από μέσα από τη φελούκα του μια σανίδα και την έσπρωξε στη στεριά, όπου τη στήριξε.
- Κοπιάστε στο παλατάκι μου, είπε με το φαρδύ του χαμόγελο, λυγισμένος ως κάτω και απλώνοντας το χέρι του στο στήθος με όλα τα δάχτυλα ανοιχτά. Δούλος σας, Αφεντάδες μου!
- Πάμε σπίτι, πατέρα, είπε το Βασιλόπουλο, εμάθαμε όσα θέλαμε να ξέρομε.
Και με σκυφτό κεφάλι πήραν το δρόμο του πύργου
 
 
 




σημείωση του αντιγραφέα :
με την ελπίδα,
να μπορέσουμε ΓΡΗΓΟΡΑ 
ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΥΜΕ
ΤΗΝ ΓΑΪΔΟΥΡΟΚΕΦΑΛΗ !

(όποιος έχει διαβάσει 
ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ
θα καταλάβει τι εννοώ...)















Σάββατο, Οκτωβρίου 24, 2015




1821, Η ΑΡΧΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ

Αθηνάς Κακούρη

Εκδ. Πατάκη

1η έκδοση - 2013
8η έκδοση - 2015



Από το κεφάλαιο :

ΟΙ ΠΟΡΟΙ ΤΟΥ ΑΓΩΝΟΣ

Σελ. 182
Τα ολέθρια δάνεια


"Ύστερα από μηνών προσπάθειες και με την ανάμειξη του Φιλελληνικού Κομμιτάτου του Λονδίνου, βάζοντας ως εγγύηση εθνικές γαίες, συνομολογήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 1824 δάνειο 800.000 λιρών. Η τιμή έκδοσης ήταν 59 % (που σήμαινε πως οι Έλληνες θα έπαιρναν όλες κι όλες 454.700  λίρες), το επιτόκιο 5 % και η προθεσμία 36 ετών, για την αποπληρωμή του. Αφού αφαιρέθηκαν δαπάνες, προμήθειες, προκαταβλητέοι τόκοι και χρεόλυτρα, η Προσωρινή Διοίκηση (με επικεφαλής τον Κουντουριώτη) εισέπραξε 298.700 λίρες.

…………………………………………………………….

Τα έξοδα διαμονής της Ελληνικής Επιτροπής στο Λονδίνο ήταν υπερβολικά.
Χρησιμοποιήθηκαν τρείς γραμματείς, που πληρώνονταν από 200 και πλέον λίρες τον χρόνο.  
Τα χρήματα του δανείου έφθασαν στην Προσωρινή Διοίκηση τμηματικά και με καθυστέρηση , αφήνοντας ολοένα ποσά στα χέρια Αγγλων μεσαζόντων.
Η διαχείρησή τους ήταν μεροληπτική και επωφελήθηκαν οι φίλοι του Μαυροκορδάτου και των Κουντουριωταίων – ο Γκούρας έπαιρνε μισθούς για 12.000 στρατιώτες, ενώ δεν είχε πάνω από 3.000, Υδραίοι εισέπραξαν αποζημιώσεις για ανύπαρκτα πυρπολικά, τα καλοπληρωμένα παλληκάρια του Κωλέττη λεηλατούσαν την Πελοπόννησο και έγιναν πολλές τέτοιες αθλιότητες.
Εν τούτοις, από τις 298.700  λίρες που τελικά πήραν στα χέρια τους οι Έλληνες , ένα μεγάλο μέρος πήγε στο ναυτικό, κι έτσι μόνο μπόρεσε να οργανωθεί η υπεράσπιση της Σάμου, η οποία εξασφάλισε την υπεροχή των Ελλήνων στο Αιγαίο.
Επίσης, ενισχύθηκε το Μεσολόγγι.

Οι Έλληνες κατηγορήθηκαν σφοδρά ότι λήστεψαν την Αγγλική δωρεά.
Δωρεά βέβαια δεν ήταν.
Η Ελλάς υποθήκευσε εδάφη της, ενώ η Αγγλία κέρδισε, γιατί εδραίωσε την παράταξή της στην Ελλάδα, μέσω του Μαυροκορδάτου και των Υδραίων, κέρδισαν δε σκανδαλωδώς και Άγγλοι τραπεζίτες, μεσάζοντες και υπόπτου φιλελληνικότητος φιλέλληνες…


Πολύ σύντομα, 7 /2 / 1825 συμφωνήθηκε ένα ΔΕΥΤΕΡΟ δάνειο.
Αυτή τη φορά ήταν για 2.000.000 λίρες Αγγλίας, με όρους ανάλογους προς το πρώτο, μόνο που τώρα οι δανειστές, με το επιχείρημα ότι οι Έλληνες κατασπατάλησαν τη δωρεά τους , κράτησαν όλο το ποσόν που ξεκαθάρισε (1.100.000 λίρες) στα χέρια τους και το διαχειρίστηκαν σχεδόν ερήμην των δανειοληπτών !
Δόθηκαν διάφορες παραγγελίες σε Αγγλικά εργοστάσια για όπλα και πυρομαχικά, Αγγλικά ναυπηγεία ανέλαβαν να κατασκευάσουν 6 ατμοκίνητα πλοία, απ’ τα οποία μόνο 3 παραλάβαμε ποτέ, 2 μεγάλες φρεγάδες παραγγέλθηκαν στην Αμερική, απ’ τις οποίες δεν παραλάβαμε παρά μία, και αυτήν μόνο μετά την επέμβαση του ίδιου του Προέδρου των ΗΠΑ, του Άνταμς, τα Ελληνικά ομόλογα παίχτηκαν στο χρηματιστήριο και γενικά στήθηκε ένα σκάνδαλο τόσο κραυγαλέο, ώστε ξέσπασε ακόμα και στις Αγγλικές εφημερίδες.

………………………………………

Όπως ήταν επόμενο, η εξυπηρέτηση τέτοιων δανείων ήταν αδύνατη και έτσι η Ελλάς πτώχευσε για πρώτη φορά το 1827.
Και επειδή πτώχευσε, αποκλείστηκε από τις αγορές και γενικά έζησε για πολλές δεκαετίες ταπεινωμένη και στερούμενη τα κεφάλαια που θα της επέτρεπαν να αναπτυχθεί οικονομικά."




Σημείωση του αντιγράφοντος :

Θεωρώ ότι το
“1821 – Η ΑΡΧΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ”

είναι ένα αληθινά ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ βιβλίο !

Με την ιδιότητα μου του μαθητή,
είδα, το πώς ΜΑΘΑΙΝΟΥΜΕ την ιστορία.
Αλλά
Με την επαγγελματική μου διαστροφή,
είδα, το πώς ΔΙΔΑΣΚΟΥΜΕ την ιστορία

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΦΗΓΗΣΗ  !



θα ακολουθήσει συνέχεια... 












Τρίτη, Οκτωβρίου 20, 2015



άκουσα να το διηγείται η κυρία που κάθεται στη μέση :

- πήγαινε εσύ, πάρε ρούχα να ντυθείς, είπαμε στην κοπέλα, και θα ταϊσουμε εμείς το μωρό.






Δευτέρα, Οκτωβρίου 12, 2015



"ΠΕΡΙ ΤΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ"

Μιά σύντομη, προσωπική εκτίμηση…


Αυτό περίμενε ο ταλαιπωρημένος Ελληνικός λαός τόσα χρόνια, με μεγάλη λαχτάρα, είναι η αλήθεια !

Να αρχίσει επιτέλους, προς όφελος της νεολαίας μας - περιμέναμε όλα τα χρόνια - αυτή η περιβόητη ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ !
Και να, που άρχισε !

Όπως ακριβώς έγινε κάποιες άλλες εποχές, όταν και τότε υπήρχαν πραγματικοί πνευματικοί ηγέτες, πνευματικοί άνθρωποι με ανοιχτούς ορίζοντες, με όραμα για την εκπαίδευση , με βαθειά επιστημονική κατάρτιση και καλλιέργεια, με γνώση, αγάπη, ενδιαφέρον και όραμα για την Ελληνική νεολαία. Έτσι, όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα !

Διότι, εκείνο που από πάντα οραματιζόμαστε γιά την παιδεία του Ελληνικού πληθυσμού, εκείνο που έπρεπε να κάνουμε πρώτα - πρώτα, για να μάθουν τα παιδιά μας γράμματα και για να βελτιωθεί η ποιότητα της εκπαίδευσης, είναι φυσικά, το να καταργήσουμε απ' τα σχολεία το επιβλαβές μάθημα των θρησκευτικών !




Όταν είμασταν πολύ νέοι, στα χρόνια της μεταπολίτευσης, η λέξη ΣΙΑ σηματοδοτούσε κάτι τις πολύ σοβαρό για μας. Ήταν ένα κόκκινο πανί γιά τον Ελληνικό λαό, συνώνυμο του ΝΑΤΟ - ΣΙΑ - ΠΡΟ - ΔΟ - ΣΙΑ !

Σήμερα, η λέξη ΣΙΑ καταντάει synonyme με τη λέξη ... ανοηΣΙΑ, καθώς και με τη λέξη ιδεοληπΣΙΑ...

Σε σχολεία της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας, ολόκληρες τάξεις δεν λειτουργούν, εκπαιδευτικοί που είναι απαραίτητοι (εδώ και πολλά χρόνια) δεν διορίζονται, τα εκπαιδευτικά αναλυτικά - ωρολόγια προγράμματα και τα βιβλία (εδώ και πολλά χρόνια) είναι τέτοια που οι μαθητές μόνο γράμματα δεν μαθαίνουν, η παραπαιδεία και παιδεία της ήσσονος προσπάθειας στο κακό και το μαύρο της το χάλι και ξάφνου, ω ! βρήκαμε τρόπο να λύσουμε το εκπαιδευτικό ζήτημα της χώρας ! ναι, ευτυχώς βρέθηκε η λύση !
Το μάθημα των θρησκευτικών είναι, που ευθύνεται γιά την επί μακρόν, θλιβερή υποβάθμιση της παιδείας , την άθλια υποβάθμιση της εκπαίδευσης των παιδιών μας και άρα από εκεί οφείλαμε να ξεκινήσουμε ! Έτσι, καταργώντας την διδασκαλία των θρησκευτικών, κάνουμε μιάν επαναστατική πράξη και παράλληλα δείχνουμε σε όλους τη μούρλα μας, την ανοηΣΙΑ μας, την ανιστορηΣΙΑ μας, την ιδεοληπΣΙΑ, την αφαΣΙΑ και την πρεμούρα μας.

Μάζεψέ τους, Αρχηγέ ! Μάζεψέ τους, πάραυτα !
Κάποιοι παίζουνε εν ου παικτοίς ! 
.
Υπάρχει όραμα ; Μπορεί να υπάρξει αξιόπιστη εκπαιδευτική πολιτική δίχως όραμα ;

Υπάρχει γνώση ; Είναι εξαιρετικά επικίνδυνο να ασχολείται κανείς με τόσο σοβαρά θέματα, ως η Παιδεία, δίχως να διαθέτει γνώση...

Υπάρχει κοινή λογική ;!

Το περί παιδείας του Ελληνικού πληθυσμού σχέδιο, βασίζεται στην πραγματική γνώση, την φιλοπατρία και την αγάπη κυρίως για τη νεολαία ή βασίζεται στην προσωπική ιδεοληψία, την  προσωπική μούρλα, την υστερία και (με το συμπάθειο) στη μαλακία του καθενός ;...

ΟΡΑΜΑ γιά τα σοβαρά πράγματα κι όρεξη γιά δουλειά έχουν όλοι ή προχωρούμε με επικίνδυνα  πυροτεχνήματα, με ανοηΣΙΕΣ και παρλαπίπες ;





με ταπεινότητα








Πέμπτη, Οκτωβρίου 08, 2015

Η μαγική  Παγκόσμια Ιστορία , ξανά !

κι αν επιμένω, 
είναι γιατί αξίζει τον κόπο !



Δεκαεννέα μικρά μαθήματα για έναν Μεγάλο Κόσμο - Μέγαρο ...

 

 

 

 

   το πέρασμα στην Αμερική

από τον Βερίγγειο πορθμό

.




οι στέπες









η Μεσόγειος θάλασσα
























Μάο Τσε Τούγκ
"η Μεγάλη Πορεία"














μάσκες του Θεάτρου No


οι τελευταίοι  Samurai



ο Μωϋσής του Μιχαήλ Άγγελου








 η βιομηχανική επανάσταση








το Βιετνάμ






σε όποιον παρακολουθήσει εφέτος 
τα μαθήματα Παγκόσμιας Ιστορίας
εύχομαι
Καλήν απόλαυση !