Τρίτη, Σεπτεμβρίου 11, 2007

"... Μπάστα !
θυμήσου ποιός είσαι :
Είσαι της τρελής σου μάννας ο άγγελος.
Το παιδί που έλεγε καταλογάδιν το ελεησόν με ο Θεός
ανεβασμένο πάνω στο τραπέζι..."

ποίηση Γ. Μίχος



τι αλήθεια
βγάζουν οι στίχοι σου,
ποιητή !

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 10, 2007

για την Αρλέτα a dit...



Στίχοι: Θωμάς Μπακαλάκος

Μουσική: Θωμάς Μπακαλάκος

Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Παπακωνσταντίνου


Πάει καλά φέτος η χρονιά,
πάει καλά,
προκόψαν όλα τα σπαρτά. (x2)

Θα ‘ρθουν πάλι τσούρμο οι μεσάζοντες
θα κερδοσκοπήσουν οι μεσάζοντες
και εμείς τα ίδια θα ‘μαστε άλλη μια φορά,
μας παίρνουν τη σοδειά φτηνά.

Όχι δεν πουλάμε

όχι δεν πουλάμε

ε, όχι, δεν πουλάμε

Τα παιδιά κάνουνε χαρά
τα παιδιά,
βλέπουνε μπόλικη σοδειά. (x2)

Θα ‘ρθουν πάλι τσούρμο οι μεσάζοντες
θα κερδοσκοπήσουν οι μεσάζοντες
και εμείς τα ίδια θα ‘μαστε άλλη μια φορά,
μας παίρνουν τη σοδειά φτηνά.

Όχι δεν πουλάμε

όχι δεν πουλάμε

ε, όχι, δεν πουλάμε

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 08, 2007

Ε, ΟΧΙ !
ΔΕΝ ΠΟΥΛΑΜΕ ...
.
.
.
Το ακούσαμε κι αυτό !
60 Euro το στρέμμα,
τους ζητάν στην Ηλεία,
για να πουλήσουν τα χωράφια τους.
.
η Διεθνής των καταπατητών...
.
.
ε, ρε, ξύλο που μας χρειάζεται !
.
θυμήθηκα αίφνης εκείνο το τραγούδι, που έλεγε στα μικρά χρόνια μας, ο αγαπημένος Θωμάς Μπακαλάκος :
.
"ε, όχι, δεν πουλάμε,
όχι δεν πουλάμε !"
.
.
*αν το έχει κανείς,
παρακαλώ να μας το γράψει.
δεν τα θυμάμαι πιά, τα λόγια


Norma
.
.
.
.
Vincenzo Bellini
.
.
.
.
.
.
.
.
Casta diva
.
che inargenti
Queste sacre antiche piante
A noi volgi il bel sembiante
Senza nube e senza vel
.
Casta diva...
.
Tempra o diva
Tempra tu de' cori ardenti
Tempra ancoralo zelo audace
.
Casta diva...
E senza vel








Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 07, 2007


Miserere mei,
Deus,
secundum magnam misericordiam
tuam
.
.
.
.
.
.
.
Luciano Pavarotti


Ο τενόρος
που κατάφερε να φέρει την όπερα κοντά στους ανθρώπους,
ο μεγαλύτερος και πιο δημοφιλής , μετά την εποχή του Enrico Caruso.
Στα σαράντα τουλάχιστον χρόνια της καριέρας του, συνέβαλε ώστε αυτό το είδος μουσικής να έρθει πιο κοντά στον κόσμο .

Το 1961 έκανε το ντεμπούτο του στην Ευρώπη υποδυόμενος τον Rodolfo στο έργο La Boheme.
Ο Luciano Pavarotti, ερμήνευσε κλασικούς ρόλους και όσο μεγάλωνε, η φωνή του γινόταν όλο και πιο μεστή.
Σημαντικές είναι οι συνεργασίες του με διάφορους καλλιτέχνες όπως ο Stevie Wonder, η Tracy Chapman, ο Bryan Adams και ο Sting,
καθώς επίσης και με τους διάσημους τενόρους
Jose Carreras και
Placido Domingo,
κυρίως στα περίφημα κονσέρτα des “Τrois Τénors”

.



Granada, tierra soñada por mí
Mi cantar se vuelve gitano cuando es para ti
Mi cantar, hecho de fantasía
Mi cantar, flor de melancolía
Que yo te vengo a dar
.
Granada, Manola cantaba en coplas preciosas
No tengo otra cosa que darte que un ramo de rosas
De sueño rebelde y gitano cubierta de flores
Y beso tu boca de grana jugosa manzana
Que me habla de amores
.
Granada, tierra ensangrentada en tardes de toros
Mujer que conserva el embrujo de tus ojos moros
De rosas de suave fragancia
Que le dieran marco a la Virgen morena
.
Granada, tu tierra está llena
De lindas mujeres, de sangre y de sol
.
De rosas de suave fragancia
Que le dieran marco a la Virgen morena
Granada, tu tierra está llena
De lindas mujeres, de sangre y de sol
.
.
δεν έτυχε ποτέ
να σας πω
πως λατρεύω την όπερα, ε;
και πως έχω την άποψη,
-ας με συγχωρέσουν οι ειδήμονες-
ότι αυτό το μουσικό θέατρο,
μιά χαρά μπορεί να σταθεί
και ως λαϊκό είδος ...
(αυτή όμως είναι μιά άλλη συζήτηση...)

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 05, 2007




Nabucco
de Giuseppe Verdi


Choeur Des Esclaves

Va pensiero




Va pensiero sulle ali dorate
Va, ti posa sui clivi, sui colli,
Ove olezzano tepide e molli
L’ aure dolci del suolo natal !

Del Giordano le rive saluta,

Di Sionne le torri atterrate...
Oh mia patria si bella e perduta!
O membranza si cara e fatal !

Arpa d’ or dei fatidici vati,

Perche muta dal salice pendi?
Le memorie nel petto raccendi,
Ci favella del tempo che fu!

O simile dei Solima ai fati

Traggi un suono di crudo lamento,
O t’ ispiri il Signore un concento
Che ne infonda al patire virtu!







Τρίτη, Σεπτεμβρίου 04, 2007

με αφορμή το θαυμάσιο "lacrimae rerum", (τίτλος του Πορφύρα),
που το συνάντησα
στην ή στον en vain encre

31
Aug
sunt lacrimae rerum

θυμήθηκα δυό στίχους,
του Λαμαρτίνου θαρρώ :

objets inannimés
avez-vous donc une âme
qui s' attache à notre âme
et la force d' aimer?

να μου είστε καλά...

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 03, 2007

A.K.

Σήμερα,
Το πράσινο χρώμα, μας πονάει.
Την κουκουναριά στο διπλανό χτήμα , που καθόμαστε από κάτω και σπάγαμε με τα δόντια τα σποράκια της, θέλω να την ξεχάσω.
Κι εκείνον τον γέρο πεύκο, όπου είχαμε κρεμάσει την κούνια μας, και κουνιόμαστε ψηλά, μια τα πόδια μπρος, μια πίσω, για να δίνεις φόρα, θέλω να τον ξεχάσω.
Θέλω να ξεχάσω τα τριαντάφυλλα. Μήτε μπομπόνες, μήτε εκατόφυλλες, μήτε βελούδινες, αναρριχώμενες, μυρωδάτες, μαγιάτικες. Θέλω να μη θυμάμαι.
Το άσπρο γιασεμί, πάνω απ’ τη στέρνα της παλιάς έπαυλης, τα λευκά ίρις, τα μανούσια, τους μωβ κρόκους, τα άγρια κυκλάμινα, ό, τι φύτρωνε στο χτήμα, κι ό, τι μ’ αυτό μεγαλώσαμε, δεν θέλω να το ξέρω πιά. Να μην τ’ αγαπώ. Να μην το χρειάζομαι. Να μην το σκέφτομαι. Να μην το χρειάζομαι.
Μήτε τις ελιές στην Ανάβυσσο, τις φορτωμένες καρπό.
Μήτε τις νερατζιές, και το σπιτικό γλυκό κουταλιού, που έφτιαχνε η μάνα.
Μήτε το ζάλισμα στις μυρωδιές του λεμονοδάσους, καθώς ανεβαίναμε με τα πόδια στον Γαλατά.
Βασιλικοί, θυμάρια δυόσμοι, ματζουράνες, βιολέτες, μενεξέδες, δεντρολίβανα, πληγώνουν.

Σήμερα,
Ο μικρόκοσμος, μας πονάει.
Πέρασα χρόνια, να παρακολουθώ τις συνομιλίες των μυρμηγκιών, τον αδιάκοπο αγώνα, και το τρεχαλητό τους τα καλοκαίρια.
Πέρασα χρόνια να ακολουθώ την αργή πορεία ενός σάλιαγκα μες στα χορτάρια και το βαρύ πάτημα της χελώνας.
Πυγολαμπίδες τις νύχτες μες στις δροσιές, και γρύλους.
Τζιτζίκια τα μεσημέρια, τις μέλισσες να ρουφάν αγιοκλήματα, τα χρώματα απ’ τις πεταλούδες.
Πέρασα χρόνια, μ’ όλα αυτά.
Απόψε θέλω να τ’ αρνηθώ. Πληγώνουν.

Τ’ αηδόνια, που μας ξύπνησαν στην Ικαριά, τα κοτσύφια το χάραμα, έξω απ’ τα παράθυρά μας, τις δεκαοχτούρες που γεννάν στα μπαλκόνια μας, τις μικρές νυχτερίδες, που φτερουγίζουν τα βράδυα στην ταράτσα , σκεπάζοντας το φεγγάρι, το σπουργίτι που ξύλιασε στο κρύο και φτιάξαμε τάφο και το θάψαμε, παίζοντας τους παπάδες, δεν τα θέλω πιά.
Μήτε τον σκύλο μας τη Ρουθ, που μου χάρισε άλλοτε ο Έρικ, μήτε τον μαύρο μας τον σκύλο, που τον λέγαμε μπέμπη, δεν θέλω ζώα πιά να σκέφτομαι. Μήτε να σκέφτομαι, πως τ’ αγαπούσα κάποτε.

Σήμερα,
κοιτάζω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη.
Φθαρτό.
Φθαρτό.
Εσύ, ίσως μπορούσες ν' αγαπήσεις ετούτη την φθορά. Μα λείπεις.
Κι εγώ, απόψε εδώ, σκιαγμένη.
Κορμοί από δρύς, άδειοι, πεσμένοι σε στάχτες.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 02, 2007

Σεπτέμβρης, πρώτη, δύο χιλιάδες επτά.


Μικρό οδοιπορικό


Τα όμορφα χωριά άσχημα καίγονται



Ο ακριβής προορισμός , μας ήταν αρχικά άγνωστος. Κανείς δεν είχε εκ των προτέρων αποφασίσει, για τίποτα.
Το ραντεβού μας ήταν στην Μεγαλόπολη, κι από κει, θα βλέπαμε…
Σ’ ένα μικρό, οκταθέσιο βαν, και πίσω μας ν’ ακολουθεί το μικρό φορτηγάκι, με τα είδη πρώτης ανάγκης.

Προς Τρίπολη.
Η φωτιά, έχει ζυγώσει τον δρόμο απ’ την αριστερή πλευρά, πέρασε στο μεσαίο διάζωμα πάνω απ’ τις πικροδάφνες, τις καψάλιασε, κι έπειτα πέρασε στα δεξιά, απ’ όπου ξεχύθηκε κι έκαψε τα βουνά.
Άλλοτε, σχολίασε ο οδηγός του μικρού πούλμαν, η πυρόσβεση γινόταν με το αλυσσοπρίονο.
Οι υπόλοιποι, κοιτάμε τα καμένα, βουβοί.
.
Ναι, εγώ ήμουν που σου μίλησα, πρωί-πρωί, χαράματα, πριν ξεκινήσω.
Είναι γιατί ξεκινούσα τούτο το οδοιπορικό, με σφιγμένη καρδιά,
κι είναι, γιατί είχα ανάγκη πριν φύγω, να μου πεις «Άντε παιδί μου, την ευχή μου να χεις, πήγαινε. Να προσέχεις.»
Μα όπως εσύ δεν μιλάς, κι είσαι πιά μακριά, ήρθα κοντά εγώ, κι ακούμπησα την ανάγκη , σαν φιλί, σ’ εκείνη την αδιόρατη ρυτίδα του μετώπου.
Ίσως όταν ξυπνήσεις το δείς. Κι ίσως να αναρωτηθείς. Ναι, εγώ ήμουνα, πολύ πρωινή, λίγο φοβισμένη, λίγο αναστατωμένη.

Βαδίζουμε προς τον ορεινόν όγκο του Μαίναλου.
Πινακίδα μπροστά μας «Σήραγγα Αρτεμισίου 1400 μ.»
«Στο Αρτεμίσιο, μας λέει ο γιατρός, υπάρχουν σημάδια, όπου φαίνονται οι αρχαίες καροτροχιές. Το άνοιγμα του άξονά τους, είναι το ίδιο, που έχει μια σημερινή, σιδηροδρομική γραμμή».
Ο γιατρός είναι υπεύθυνος, για την σημερινή αποστολή.
Αυτός την οργάνωσε.
Έχει μαζί του κι έναν χάρτη, όπου κοιτάζουμε συνέχεια, ώστε να προσεγγίσουμε με ακρίβεια το σκοτεινό αντικείμενο της θλίψης μας…
Η ατμόσφαιρα στο πουλμανάκι είναι ακόμα χαλαρή. Διηγούνται διάφορα. Ο γιατρός –που γνωρίζει τον χώρο λόγω εντοπιότητας-, μας λέει για την αρχαία Νεστάνη.
Tο όνομα Νεστάνη προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη νόστος-νοστία-νοστέα-Νεστάνη.
Πάνω σε μικρό λόφο δίπλα στο χωριό, σώζονται τα αρχαία ερείπια της Νεστάνης, και πελασγικό τείχος. Σ’ αυτήν τη θέση, υπήρχε τον Μεσαίωνα σημαντική κωμόπολη, με όνομα Τσιπιανά ή Κηπιανά (CIPIANA), που από τον 13ο αιώνα είχε οχυρωθεί από τους Φράγκους και τους χρησίμευε σαν ορμητήριο.
Συζητάνε ακόμα, για τον αχλαδόκαμπο, που σ’ όλη μου τη ζωή, πίστευα πως ονομάστηκε έτσι από τα αχλάδια.
Αχ! λαδόκαμπος όμως ήταν!

Δεξιά μας, η σιδηροδρομική γραμμή, προς Ασέα.
Η Ασέα, είναι το χωριό, του ευλογημένου Γκάτσου.
Γίνεται στα γρήγορα και μια προσέγγιση στο «Αμοργός», που δεν παίρνει το όνομα από το Κυκλαδονήσι, μα από το «αμέργω» «αμέλγω», συλλέγω δηλαδή, δρέπω, η Σαπφώ έχει χρησιμοποιήσει το ρήμα «αμέργω», για την συλλογή λουλουδιών, «άμοργμα» θα πει «σύλλεγμα».
Περνάμε στροφές δύσκολες, που θυμίζουν τον κωλοσούρτη.
Σκίνα, πουρνάρια, βατόμουρα, γκορτσές, δεξιά φεύγει ο δρόμος για Βαλτέτσι.
Που και που, λίγα φτενά αμπελάκια.
Μπήκαμε για τα καλά, στα καμμένα. Η πινακίδα, λέει «πηγές Αλφειού».
Μαύρη γη.
Διασχίζουμε την Κάτω Ασέα.
Λόφοι, βουνά, πλαγιές, μαύρα. Μαύρη γη.
Ξαφνικά, βλέπω δυό γεράκια να πλανάρουν. Η μόνη ένδειξη ζωής στη φύση –εκτός δηλαδή απ’ τ’ αυτοκίνητα με τους ανθρώπους, που τρέχουν στον δρόμο.
Ο γιατρός λέει, ότι βρίσκουν και τρώνε ψοφήμια.
Ένα τέταρτο έξω απ’ τη Μεγαλόπολη, δίπλα μας, καπνίζει ακόμα.
Διαβαίνουμε, μέσα σε χρώμα σταχτί.
Αλλού μαύρο, αλλού ανοιχτό σταχτί, σταχτί σκούρο.
Περνάνε Steyer με στρατό.
Όπως το βλέπεις το έδαφος πλάϊ σου, καμένο, δίχως ρίζες πιά να το κρατάνε, ανοχύρωτο, σκέφτεσαι πως με την πρώτη βροχή θα φύγει μες στον δρόμο.
Κάτω στον κάμπο, θολούρα. Κάπνα.
Ελιές βαλσαμωμένες. Κοκαλωμένες. Και το χώμα, δεν είναι πιά χώμα, μα γκρίζα στάχτη.
Γύρω μυρουδιά, μπροστά θολούρα.
Φτάνουμε Μεγαλόπολη. Μουριές στην πλατεία. Πράσινες μουριές!

Ο δρόμος, από Μεγαλούπολη, προς Ζαχάρω.
Οι βόρειες άκριες του Ταϋγετου. Μου φαίνεται απίστευτο. Είναι καμένο το σύμπαν.
Κάμπος γκρίζος, βουνά μαύρα.
Βουνά γκρίζα, κάμπος μαύρος.
Τίποτε άλλο, όσο φτάνει το μάτι. Μήτε χλωρίδα, μήτε πανίδα απόμεινε.
Τόπους τόπους, αχνίζει ακόμα.
Κοιτάζουμε όλοι σιωπηλοί. Και τι να λες;
Τούτη την απόλυτη καταστροφή, σχεδόν αχόρταγα την κοιτάζεις, όπως, όταν βλέπεις την απόλυτη πρασινάδα κι ομορφιά.
Που και που, σου ρχεται η μυρωδιά από κάτι άλλο. Ζωϊκή μυρωδιά.

Είμαστε στις στροφές της Τσακώνας, λέει ο γιατρός.
Κάτω, ο Μελιγαλάς σώθηκε.
Δόθηκε όμως μεγάλη μάχη. Ο άνθρωπος σώμα με σώμα, με το στοιχειό της φύσης, τη φωτιά.
Σκέφτομαι, ίσως ήταν καλύτερα, να ήταν πραγματικός πόλεμος.
Κα νο νι κός.
Απείρως μικρότερες θα ήταν οι ζημιές.
Ίσως λιγότεροι νεκροί. Και πάντως, θα είχε σωθεί η γη, τα φυτά, τα ζώα.
Πάμε προς Καλό Νερό. Έπειτα, στη Ζαχάρω.
Κοιτάμε τον χάρτη. Ζευγολατιό, Δώριον. Εδώ γύρω, κρατήθηκε ο κάμπος. Τα δέντρα όρθια.
Απ’ το Κοπανάκι, περνάς για τον ναό του Επικούρειου Απόλλωνα.
Ο γιατρός, μας δίνει πληροφορίες. Στο κάστρο της Ιθώμης, οι Χριστιανοί συνεχίζουν να λιτανεύουν, κατά το αρχαίο έθιμο της λιτάνευσης του Ιθωμάτα Δία.
Απ’ την κορφή της αρχαίας Μεσσήνης, υπάρχει απ’ ευθείας οπτική επαφή με τον ναό του Επικούρειου. Μ’ αρέσουν αυτά που ακούω.
Εδώ, η περιοχή της ορεινής Κυπαρισσίας, τα κατάφερε κι έσωσε την βλάστησή της.
Λέπρεο
Φασκομηλιά
Ταξιάρχες
Φυγαλεία
Τα χωριά της δεξιάς μεριάς, έως πάνω, μέσα, στο βάθος της Αρκαδίας , χωριά καμένα. Έρμα βουνά.

Ζαχάρω.
Στην τεράστια δημοτική αποθήκη, μεγάλη σαν ένα εργοστάσιο, η ατμόσφαιρα θυμίζει εμπόλεμη κατάσταση.
ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ.
Διμοιρίες του Ερυθρού Σταυρού, Πρόσκοποι, Εθελοντές, Δήμος, διαχειρίζονται από κοινού την ανθρωπιστική βοήθεια.
Μαγειρεμένη τροφή και εμφιαλωμένο νερό, στον πληθυσμό που προσφύγεψε στον τόπο του, και είδη πρώτης ανάγκης.
Η υδροδότηση στα χωριά απαγορεύεται, ως να εξετασθούν και να χουν ασφάλεια τα δείγματα όλων των πηγών.
Αυτή η περιοχή, καταστράφηκε στο 90%.
Το φορτηγάκι κολώνει, να ξεφορτώσει ό, τι μάζεψε ο κόσμος.
Οι υπόλοιποι, ανεβαίνουμε στον Δήμο.
Η συνάντηση με τον άντρα που διοικεί αυτόν τον δήμο, με τα 25 δημοτικά διαμερίσματα και οικισμούς, είναι για μένα ένα καλό μάθημα ζωής
.
Ο Πανταζής Χρονόπουλος, είναι ένα σκληρό δείγμα αντρός. Γερό σκαρί. Απ’ αυτούς που πάνε μόνοι τους τα πράγματα, και δεν σύρονται απ’ αυτά.
Τον είδαμε τις μέρες της κόλασης, που βγήκε και είπε «Μπήκαμε κόντρα, μέσα στη φωτιά. Έτσι σωθήκαμε». Τώρα κάθομαι ταπεινά, πλάϊ στη δύναμη του αντρός κι ακούω την αφήγηση, με τις αισθήσεις όλες τεντωμένες.
- «Ολική καταστροφή της περιοχής.
Ένα εκατομμύριο εκατό χιλιάδες δέντρα κάηκαν, εδώ γύρω.
Περιμένω βροχές, και θα ρθουν πλημμύρες.
Γίνονται μελέτες, φτιάχνουμε φράγματα κι ανοίγουμε μεγάλες λεκάνες, για να ανακόψουμε το νερό, που θα ρθει.
Στις μελέτες, μας βοηθάει το Πανεπιστήμιο της Πάτρας. Περιμένουμε κατολισθήσεις.
Αναδασώσεις πρέπει να γίνουν. Να χαραχτούν απ’ την αρχή, δρόμοι. Καινούργιες καλλιέργειες, κι ανακατανομή της γής, για να κρατηθεί εδώ ο πληθυσμός.

Κι ύστερα, πιο προσωπικά :
Με ειδοποίησαν. Πήγα να δω.
Εγκλωβιστήκαμε.
Άνθρωποι αλλόφρονες.
Τους φώναζα :
-μέσα στη φωτιά. κόντρα στη φωτιά να σωθούμε, να βγούμε.
-τρελλός είσαι; μου λέγανε
τότε έγινε αυτό.
έπειτα έγινε το άλλο.
ύστερα έγινε το άλλο.
έπειτα βρήκα εκείνον.
ύστερα βρήκα εκείνους, τους άλλους έπειτα.
αυτό είναι έτσι, το άλλο αλλιώς…»

(Ακούγαμε ακίνητοι.
Συγχωράτε με, αυτά, δεν θα σας τα πω.
Ίσως να μην μπορώ κι όλας να σας τα πω, όσα άκουσα, μα ίσως δεν θέλω κι όλας.
Εγώ εδώ, θα σας βάζω εικόνες ελπίδας, πράσινες φουντωτές ελιές, ευκάλυπτους και κουκουναριές, νερά, ζωντανά ζώα, ανθρώπους ζωντανούς, κι όχι κερένιες κούκλες...
Δεν θέλω να σας πω, ό, τι από πρώτο χέρι άκουσα, και ας με πείτε κακό ανταποκριτή… ώχου, αδερφέ! δεν θέλω…)

Φεύγουμε.
Διασχίζουμε το δάσος του Καϊάφα.
Αναρωτιόμαστε, πώς γίνεται και κάηκε τούτο το δάσος, αφού είναι ακριβώς, μέσα στη θάλασσα !
Οι κορμοί εσωτερικά φλέγονται ακόμα. Καπνίζουν, έπειτα από σχεδόν μια βδομάδα. Βγάζουμε φωτογραφίες.
Δεν υπάρχει φωτιά. Μονάχα στάχτη , ευκάλυπτοι και πεύκα ξαπλωτά, κορμοί που βγάζουν απ’ τα σπλάχνα καπνό.
Τίποτε άλλο.
Παρεκτός μυρουδιά καμένου.
Κάτω Σαμικό. Πάμε προς τη θάλασσα.
Τόπους-τόπους, λίγη δροσιά. Καλαμπόκια, μπαμπάκια.

Αποφασίστηκε ν’ ανέβουμε στα δυό χωριά που καταστράφηκαν ολοσχερώς.
Στο ένα απ’ τα δύο, απ τα 58 σπίτια, κάηκαν τα 50.
Κουμουθέκρα (Αρτέμιδα) και Μάκιστος.
Μάκιστος και Κουμουθέκρα.
Ανεβαίνοντας το βουνό, έχεις θέα όλον τον τόπο γύρω, και τ’ απέναντι βουνά.
Μας φαίνεται απίστευτο, το μοναχικό μαύρο.
Δεν υπάρχει ζωή. Τίποτα ζωντανό δεν υπάρχει
Μονάχα οι άνθρωποι, που σκαρφαλώνουν την άσφαλτο, σαν εμάς.
Τα δέντρα εδώ, πεθαίνουν όρθια, με τον καπνό, να βγαίνει απ’ τα σπλάχνα τους.
Σαν γλυπτά, άφυλλα, γυμνά, μοναχικά κλαδιά, χέρια, που υψώνονται στον ουρανό.
Κρανίου τόπος.
Μυρίζει ρετσίνι.

Ώου
Ώου
Σταματάμε.
Αστυνομία
Μια οικογένεια στα μαύρα, ανεβάζει παπά, για να κάνει μνημόσυνο στην πλαγιά...
Η πυροσβεστική, τουμπαρισμένα σίδερα, μ’ ένα φρέσκο στεφάνι από δάφνη κρεμασμένο.
Σα ν’ ακούω την προηγούμενή του αφήγηση, εδώ δα, έφυγαν οι εννιά.
Εδώ δα, έφυγαν οι δεκατρείς.
Εδώ δα…
Εδώ δα…
Ετούτο, δεν αντέχεται. Λυγίζουν όλοι.
Ξαναμπαίνουμε. Πάμε πιο πάνω.
Σ’ αυτό το χωριό, αναγνωρίζουμε τα μπαλκόνια, τους δρόμους, τα σπίτια, τις γωνιές, τα σημεία…
Σα να ναι σπίτια μας, δρόμοι μας, μπαλκόνια μας, γωνιές και σημεία που ξεδιπλώναμε και τρέχαμε με τις μάνικες.

Απερίγραπτο.










Παρασκευή, Αυγούστου 31, 2007

quartier libre a dit :

ο όρος είναι δικός μου - τον διεκδικώ :)

τον έχω διατυπώσει σε άρθρο, σε περιοδικό,
και καταγράψει πριν τρία ίσως χρόνια, στο παλιό forum του Δεύτερου :

να προχωρήσουμε σε

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ