Κυριακή, Ιανουαρίου 07, 2007

Τετάρτη, 3 Γενάρη 2007


Όχι, δεν μπέρδεψα τις ημερομηνίες...
.
.
.
(Τετάρτη, 3 Γενάρη του '11, έφυγε
ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.
Δεν πρόλαβα προχτές να το γράψω... Να το, σήμερα!)
.
.
.
Χριστέ μου, δώστου τη χαρά,
τη μόνη που μπορούσε
να σου ζητήσει, απάνω εκεί νοσταλγικά η ψυχή του.
Κάνε το θάμα κι άσε τον να ζήσει όπως εζούσε,
σε μια μεριά που τάχατες να μοιάζει το νησί του.
.
.
.
Το παρακάτω κείμενο, το γράφει για τον Παπαδιαμάντη η Μυρτιώτισσα:

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Τελευταίος χρόνος στην Αθήνα

Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι μόνο ο μεγαλύτερος διηγηματογράφος της εποχής του, αλλά και όλων των εποχών. Μ’ ελάχιστα τεχνικά μέσα ανέβασε το έργο του στην απόλυτη τελειότητα. Είναι ο πιο απλός, ο πιο ταπεινός, ο πιο ανθρώπινα ειλικρινής συγγραφέας που έβγαλε ο τόπος μας.
Στο έργο του μιλεί αποκλειστικά και μόνο για τους “ανθρώπους του”, γι’ αυτούς που τους αισθάνεται τέλεια δικούς του, και μας μιλεί γι’ αυτούς όπως ποτέ κανένας πατέρας δε μίλησε για τα παιδιά του. Είναι άπειρη η στοργή που τους έχει. Έξω όμως απ’ αυτόν τον κόσμο των ταπεινών, τίποτ’ άλλο σχεδόν δεν τον ενδιαφέρει. Θα ’λεγε κανείς πως δεν πρόσεξε τίποτ’ άλλο, πως δεν έριξε ούτε καν μια ματιά στις άλλες τάξεις των ανθρώπων.
Η προσοχή του κι όλη του η αγάπη συγκεντρώθηκε στο νησί του. Το τοποθέτησε στο πρώτο πλάνο της ζωής, και το έργο του αντλεί απ’ αυτό τη λαμπρότητά του. Απ’ τη φτώχεια του νησιώτη πλουτίζεται, απ’ την άγια του υπομονή στη δυστυχία και στο θάνατο στεριώνεται, απ’ την αγνότητα της Σκιαθίτισσας κοπέλας εξαϋλώνεται, και φτάνει εκεί όπου λίγοι κατάφεραν να φτάσουν.
.
Γνώρισα τον Παπαδιαμάντη από κοντά μόνο τον τελευταίο χρόνο που βρισκότανε στην Αθήνα. Κάποιος φίλος τον έφερε στο σπίτι μας ένα βράδυ, μα κι ο ίδιος απορούσε πως τον κατάφερε, αυτόν τον απόμονο, τον απρόσιτο άνθρωπο, να πάει σε σπίτι ξένο και σ’ ανθρώπους έξω απ’ τη δική του “οικογένεια”.
Ωστόσο τον κατάφερε, κι από τότε, ίσως γιατί μας βρήκε απλούς και της αρεσκείας του, ερχότανε πότε πότε κατά τις εννιά το βράδυ.
Καθότανε πάντα παράμερα με σταυρωμένα στο στήθος τα χέρια, με σκυμμένο το κεφάλι, και μου έδινε την εντύπωση σα να ’λεγε από μέσα του μια προσευχή.
Σπάνια μιλούσε. Εγώ τον θαύμαζα και τον αγαπούσα πολύ από τότε, δύσκολα όμως κατάφερνα ν’ ανοίξω κουβέντα μαζί του.
Ένα βράδυ μου είπε ξαφνικά:
-Έμαθα πως τιμάτε διά της προστασίας σας τη “Φόνισσα”.
Τον κοίταξα κατάπληκτη. Αν δεν τον ήξερα τόσο απλό και ταπεινόν άνθρωπο, θα ’λεγα πως με κορόιδευε.
-Έχει ανάγκη αυτό το αριστούργημα από προστασία, και μάλιστα δική μου; του απάντησα.
Ένα πικρό χαμόγελο φώτισε για μια στιγμή το πρόσωπό του, κι αμέσως έσβησε.
Έν’ άλλο βράδυ, βροχερό και κρύο, του δώσαμε ένα φλιτζάνι τσάι για να ζεσταθεί, μα δεν το δέχτηκε. Το έσπρωξε με κάποιαν απέχθεια, και μας είπε απλά: “Δεν το συνηθίζω”. Ίσως γιατί είναι φράγκικο ποτό, σκέφτηκα, και τ’ άλλο βράδυ του ετοιμάσαμε ζεστή φασκομηλιά. Με πόση ευχαρίστηση, θυμάμαι, τη ρούφηξε μονομιάς.
Ήταν σιωπηλός, όταν όμως θίγαμε κάτι που τον ενδιέφερε ή που τ’ αγαπούσε, μιλούσε συνεχώς για καμπόση ώρα, με μια φωνή σιγανή, ψιθυριστή θα ’λεγα, που μου φαινότανε σα να ’ρχόταν από πολύ μακριά.
Σύχναζε τότε στο Μοναστηράκι, γιατί εκεί κοντά ήταν ένα μικρό εκκλησάκι όπου πήγαινε κι έψελνε ταχτικά.
-Μπορείτε και γράφετε στο καφενείο; τον ρώτησα.
Σήκωσε τότε το κεφάλι του κι άρχισε να μας μιλεί για το περίφημο εκείνο καφενείο του Μοναστηρακιού, πλέκοντας το εγκώμιο του καφετζή με θέρμη, σα να ήταν καμιά προσωπικότητα ξεχωριστή.
-Μου δίνει καμιά φορά χαρτί και γράφω. Είναι άνθρωπος του Θεού.
Ώστε αυτό ήταν! Ας είν’ ευλογημένος στον αιώνα ο αγαθός εκείνος καφετζής! Ίσως χωρίς αυτόν πολλά απ’ τα γοητευτικά του ανιστορίσματα δε θα ’βλεπαν το φως…
Κατά τις δέκα σηκωνόταν να φύγει. Νύσταζε. Μεγάλη κούραση τον κρατούσε πάντα. Έσφιγγε λίγο το σκοινί που έζωνε τη μέση του, μας έδινε το χέρι, και με ύφος μαθητή που ντρέπεται για κάποια αταξία, μας έλεγε:
-Καλή σας νύχτα, και να μου συγχωρείτε τας ελλείψεις μου.
.
Όταν ήταν να φύγει για τη Σκιάθο, ήρθε μόνος του αυτή τη φορά για να μας αποχαιρετήσει. Η φωνή του είχεν έναν αλλιώτικο τόνο, ήταν θερμή και πολύ συγκινημένη.
Μας κάλεσε να πάμε στο νησί του, όπου θα μας φιλοξενούσε στο σπιτάκι του.
-Σεις οι γυναίκες θα κοιμάστε σε ρούχα φτωχικά μεν πλην πολύ καθαρά. Εμείς οι άντρες μπορούμε να κοιμηθούμε στο ύπαιθρον, υπό τα δέντρα.
Έπειτα άρχισε να μας μιλεί για κάποια του ανίψια, παιδιά του αδερφού του, νομίζω, για τα οποία δεν μπόρεσε ποτέ να κάνει τίποτα.
Μιλούσε σα να ’θελε ν’ απολογηθεί και σύγχρονα να ξαλαφρωθεί από ένα βάρος που του πίεζε την καρδιά.
-Χρέος μου ήταν να τα προστατέψω, αλλά δεν είχα την δύναμιν. Δεν μπόρεσα να τους χρησιμεύσω εις τίποτε, όπως επιθυμούσα. Ας είναι… Τι να τα λέμε τώρ’ αυτά; Θλιβερά πράγματα…
Τον κοίταζα. Τα μάτια του ήταν βουρκωμένα, και δυο δάκρυα είχαν αρχίσει να κυλούν στο χλωμομελάχρινο πρόσωπό του.
.
Έφυγε. Ύστερ’ από λίγους μήνες, προτού προφτάσουμε να τον ξαναϊδούμε στο νησί του, μας ήρθε το μήνυμα του απολυτρωτικού του θανάτου…

2 σχόλια:

renton είπε...

Να σαι καλά βρε Αλεξάνδρα. Τί όμορφο αφιέρωμα.

Κρίμα τόσο μεγάλοι λογοτέχνες να είναι τόσο σεμνοί. Δεν είναι όλοι τόσο τυχεροί, ώστε να τους παίρνει υπό "την προστασία της" μια Μυρτιώτισσα.

Και τελικά ο "ασκητισμός" είναι που παράγει τα μεγάλα έργα. Καλό να το θυμόμαστε που και που.

quartier libre είπε...

τι δηλαδή;
να γίνουμε ακόμα πιό ασκητές;
έλεος!