Σάββατο, Μαΐου 03, 2008

PABLO NERUDA
.
.
σχετική αναφορά
ΕΔΩ :



λίγοι στίχοι (αποσπάσματα)
από τα


ΕΙΚΟΣΙ ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ



1.

…………………


Ήμουνα μόνος κι έρημος, σαν το τούνελ καληώρα.
Με βλέπαν τα πουλιά και φεύγανε,
και μέσα μου όρμαγε η νύχτα πανίσχυρη και καταλυτική.
Για να μείνω εγώ ζωντανός, έφτιαξα εσένανε όπλο,
σ' έβαλα βέλος στο τόξο μου, στη σφεντόνα μου πέτρα.

Επέστη όμως της πληρωμής ο καιρός, κι εγώ σ' αγαπάω.

………………..

Δίψα μου, πόθε μου ατελεύτητε, αβέβαιε δρόμε μου!
Σκούρες νεροσυρμές, όπου η δίψα αιώνια ακολουθεί,
και ο κάματος ακολουθεί, και ο καημός ο απέραντος.




2.


…………………

της στεριάς αχιβάδα, μέσα σου εσένα τραγουδάει το χώμα!

Μέσα σου τραγουδάν τα ποτάμια, και η ψυχή μου πλέει μαζί τους
και πάει όπου εσύ θέλεις κι όπου εσύ αγαπάς.
Χάραξε μου ένα δρόμο στο τόξο εδώ των προσδοκιών σου,
κι εγώ, μέσα σε παραλήρημα, εξαπολύω των βελών μου τα σμήνη.

Κι εγώ βλέπω εδώ τώρα γύρω μου
να με σφίγγει της ομίχλης σου η ζώνη
και η σιωπή σου να πνίγει τις αλαφιασμένες μου ώρες,
σε ξέρω, είσαι εσύ, με τα πέτρινα χέρια σου, διάφανη
εκεί όπου δένουν οι φελούκες των φιλιών μου
κι όπου φωλιάζουν οι κάθυγροι πόθοι μου.

………………………………….




3.



Για ν' ακούς μόνο εμένα
τρυφερεύουν ώρες ώρες
τα λόγια μου
και γίνονται σαν τις πατημασιές των γλάρων
στην άμμο του γιαλού.

Καδενίτσα, έτσι, μικρή ξεκούρντιστη λατέρνα,
στα σαν τρούφες τρυφερά σου χέρια.

Κι έτσι τα λόγια μου τα βλέπω παρασάγγες πέρα.
Μα απείρως πιο μακριά είν' τα δικά σου.
Κι αναρριχούνται σαν τον κισσό απάνω στον παλιό μου πόνο.

Σκαρφαλώνουν εδώ, πάνω στους μουσκεμένους τοίχους.
Και εσύ είσαι η αιτία - να ξέρεις -
της σκληρής και μέχρις αιμάτων αναμέτρησης.

Δραπετεύουν από τα κατασκότεινα,
απ' τα μέσα μου μπουντρούμια.
Γιομίζει ο τόπος με σένα, πληρούνται τα σύμπαντα.

……………………………


Κι αυτό που θέλω τώρα να σου λεν εκείνα
είν' εκείνο που θέλω να σου ειπώ εγώ
για να τ' ακούς κι εκείνα
όπως θέλω ν' ακούς μονάχα εμένα.

Ο φόβος τ' αρπάζει και τα σκορπά στους πέντε ανέμους.
Κι έρχοντ' έπειτα τυφώνες και λαίλαπες ονείρων
και μου τα ξανασωριάζουν κάτω εδώ στο χώμα.

………………………………….

Να μ' αγαπάς, συντρόφισσα. Να μη μ' αφήνεις μόνο.
Να 'σαι μαζί μου.
Να 'σαι μαζί μου, συντρόφισσα,
σε τούτο 'δω το κύμα του τρόμου.

Και να! που τα λόγια μου έρχεται τώρα
και τα βάφει η αγάπη σου.
Κι είναι δικά σου όλα, όλα δικά σου.

Κι απ' όλα εγώ θέλω να φτιάξω
μια καδενίτσα δίχως τέλος
για τ' άσπρα σου χέρια, τα σαν τρούφες παντρύφερα.





4.




Μέλισσα μυριόλευκή μου εσύ που ζουζουνίζεις - μεθυσμένη
απ' τα μέλια - γύρω στην ψυχή μου
και όλο στροβιλίζεσαι
με τις νωχελικές μαζί τουλίπες του καπνού.

Είμαι ο δίχως ελπίδα εκείνος, είμαι.
μια λέξη είμαι χωρίς ήχο,
αυτός που όλα τα 'χει χάσει και που όλα τα κατέχει.

Κι εσύ είσαι ο στερνός μου κάβος,
όπου στενάζει μέσα του ο στερνός μου φόβος.
Στην έρημή μου γη είσαι το ρόδο το στερνό.

Αχ, σιγαλινή μου εσύ!

…………………………..





5.



………………………

Απ' το παράθυρο μου είδα μόνος εγώ
τη φιέστα του ηλιογέρματος ψηλά στα χάη.

Και πότε, πότε σαν πυρακτωμένο κέρμα
κράταγα ένα κομματάκι ήλιο στην παλάμη μου.

Και σε συλλογιζόμουν με τη καρδιά σφιγμένη
από κείνο εκεί το σφίξιμο που ξέρεις πως με κυβερνάει.

Λέγε μου, που ήσουνα;
Με τι κόσμο;
Και τι τους έλεγες;
Και γιατί ακαριαία με κυριεύει ακέριος ο έρωτας εμένα
μόλις νιώσω μοναχός, με σένανε μακριά μου;

Μου 'φυγε το βιβλίο που πάντα ανοίγω το βραδάκι
και σα λαβωμένο κουτάβι γλίστρησε
κι έπεσε στα πόδια μου το παλτό.
…………………….





6.




Για την καρδιά μου αρκεί το στήθος σου,
για την ελευθερία σου αρκούν τα φτερά μου.
Απ' το δικό σου στόμα φτάνουν ως τον ουρανό
όσα κοιμούνταν στην ψυχή μου μέσα.

……………………..


Και είπα τότε πως τραγούδαγες στον άνεμο
ωσάν τα πεύκα και ωσάν τα κατάρτια των πλοίων.
Σαν πεύκο είσαι εσύ και σαν κατάρτι πανύψηλη και αμίλητη.
Και ξαφνικά μελαγχολείς, σαν επιβάτης σε μπάρκο.

Φιλόξενη, ανοιχτόκαρδη σα δρόμος παλιός.
Σε κατοικούν φωνές και αντίλαλοι της νοσταλγίας.
……………………………










7.



Όλο παίζεις, εσύ, κάθε μέρα, εσύ,
με το φως του σύμπαντος κόσμου.
Επισκέπτρια συλφίδα των νερών και των κήπων.
Δεν είσαι δε μόνο εκείνη η χρυσή κεφαλή
όπου σαν ανθοδέσμη σφιχτά την κρατάω εγώ
μες στα δυο μου τα χέρια.

Κανενός αλλουνού δεν μοιάζεις εσύ
από τότε που εγώ σε αγάπησα.
Άσε να σε ξαπλώσω σ' ένα στρώμα
από μάηδες κίτρινους κι αγαπανθούς.
Ποιος είν' εκείνος εκεί που γράφει τ' όνομά σου
με ψηφία καπνού στ' αστέρια του Νότου;
Εγώ είμ' εκείνος εκεί που γράφει τ' όνομά σου
με ψηφία καπνού στ' αστέρια το Νότου!
Άσε με. . . άσε με να σε αναπολήσω όπως ήσουν
προτού ν' ανασπασθείς και βγεις στην ύπαρξη.

Κι ευθύς δες, αλαλάζει ο άνεμος
και δέρνει τα κλειστά μου παράθυρα.
Ο ουρανός είναι μια απόχη φίσκα ως απάνου
με ψάρια μαύρα, ανήλιαγα.

Κι εδώ, εδωνά, κοπάζουν όλοι οι άνεμοι, όλοι τους εδωνά.
Και τότε η βροχή εγυμνώθη.
Πουλιά πετάνε πετούμενα.
Οι άνεμοι. Οι άνεμοι.
Μόνος μου εγώ και αναμετριέμαι με των άλλων τη δύναμη.
Ο ανεμοστρόβιλος σέρνει μαζί του
και μουρλαίνει τα μπακιρένια φύλλα
και ξελύνει τ' άραγμένα στ' ουρανού το μώλο.

Εσύ είσαι εδώ. Εσύ δε φεύγεις, δεν πετάς.
Κι εσύ ως το τέλος θα είσαι και θα μου απαντάς
στους βόγγους και τα μουγκρητά μου.
Επάνω μου να 'ρθεις να κουλουριαστείς
σα να σ' έχουνε σκιάξει.
Κάπου κάπου αδέσποτοι ξεπόρτιζαν απ' τα μάτια σου ήσκιοι,
ξένοι, παράδοξοι.

Και τώρα, τωραδά, εδώ,
μανούσια μου φέρνεις και δυοσμαρίνια, μωρό μου,
γι' αυτό κι έτσι ευωδιάζουν τα στήθη σου.
Την ώρα όπου ο άνεμος μελαγχολικός καλπάζει
σφαγιάζοντας πεταλούδες
εγώ σ' αγαπάω,
κι η έξαρση μου δαγκώνει βαθιά
τα δαμάσκηνα του στόματός σου.

Πόσο έχεις στ' αλήθεια πονέσει,
ώσπου να 'βρεις τα χούγια μου,
ώσπου να βρεις την ψυχή μου τη μονάτη κι ανήμερη
και τ' όνομά μου που όλους τους κάνει και τρέμουν . . .
Πόσες και πόσες φορές δεν είδαμε το φως του αυγερινού
να μας φιλάει τα μάτια
και πάνω απ' τα κεφάλια μας το χάραμα κυκλοδίωκτο
ν' ανοίγει ωσάν ριπίδιο.
Τα λόγια μου σε μούσκεψαν θωπεύοντάς σε.
Καιρός πάει πολύς που αγάπησα
το ηλιόλουστο σώμα σου, το μαργαριταρένιο.
Και πιστεύω έτσι πως εγώ είμαι ο κύριος
του σύμπαντος όλου.
Θα σου φέρω απ' τα βουνά λουλούδια εξαίσια,
κλέλιες, ζουμπούλια
και βελανίδια γεράνια, κι ένα κοφίνι φιλιά.

Θέλω να κάνω μαζί σου
αυτό που κάνει κι η άνοιξη στις κερασιές.





8.




Μ' αρέσει άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία
κι ενώ μεν απ' τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δε σε φτάνει.
…………………………………..


Κι όπως τα πράγματα όλα ποτισμένα είναι από την ψυχή μου,
έτσι αναδύεσαι κι εσύ μες απ' τα πράγματα,
ποτισμένη απ' τη δική μου ψυχή.
Του ονείρου πεταλούδα, της ψυχής μου εσύ της μοιάζεις έτσι,
σαν όπως μοιάζεις και στη λέξη μελαγχολία, καθώς ηχεί.

Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτιά.
Κι άμα κλαις μου αρέσεις,
απ' την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απ' τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ' αγγίξει.
Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας
μες στη δική σου σιωπή.

……………………………..


Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία.
Μακρινή κι απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα.
Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο - μου αρκεί
για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα.





9.




Στον βραδιάτικο ουρανό μου επάνω είσαι σαν σύννεφο,
το δε χρώμα σου και το σχήμα είναι
όπως ακριβώς μου αρέσουν.
Είσαι δικιά μου, είσαι δικιά μου,
γυναίκα με τα γλυκά χείλια,
και στη ζωή σου μέσα ζουν τα ασύνορα όνειρά μου.

……………………………….
ω η μακελάρισσα εσύ
που πριονίζεις το τραγούδι μου τα βράδια,
ω πόσο σε νιώθουνε δικιά μου τα μοναχικά μου όνειρα!

Είσαι δικιά μου, είσαι δικιά μου,
το φωνάζω στο μπάτη του βραδιού
και τ' αεράκι παίρνει μετά τη φωνή μου
και τη σκορπάει τριγύρω.
……………………………….


Σ' έπιασα αιχμάλωτη στα δίχτυα της μουσικής μου,
αγάπη μου,
και τα δίχτυα αυτά της μουσικής είναι ψηλά, επάνω,
στον ουρανό.






10.




Να συλλογιέμαι εγώ και ήσκιους να καταπίνω
μέσα στην άπατη μοναξιά.
Μα εσύ να είσαι μακριά κάπου,
κι απ' ότι ζωντανό πιο πέρα ακόμα.
Να συλλογιέμαι, να λευτερώνω πουλιά, να εκπορεύω εικόνες,
να καταχωνιάζω φανούς και λαμπάδες στα έγκατα.
Καμπαναριό μου με τη καταχνιά και τις αντάρες,
εκειδά πέρα, εκειδά πέρα, αλάργα!
Να φορτώνω εγώ δίφρους με θρηνωδίες,
ν' αλέθω εδώ ελπίδες σκυθρωπές,
ο αμίλητος εγώ μυλωνάς,
και σένα να σε κουκουλώνει η νύχτα,
έξω μακριά απ' τη πόλη.

Η παρουσία σου είν' απόμακρη, αλλόκοτη για μένα,
σαν και τι!. . .
Αναλογίζομαι πως ήταν η ζωή μου προτού να 'ρθεις εσύ.
Η ζωή μου προ πάσης ελεύσεως, η στυφή η ζωή μου.
Το σκούξιμο εκείνο εκεί καταντικρύ στη θάλασσα,
ανάμεσα στα βράχια,
να πιλαλάει ελεύθερο, λωλό, ίσα με την ούγια της θάλασσας.
Η μάνητα του παράπονου, το σκούξιμο εκείνο εκεί,
η μοναξιά της θάλασσας.
Να ξεμπουκάρουνε ώσπερ βιαίας πνοής
και ν' ανέρχονται στους ουρανούς.
Γυναίκα, εσύ, που ήσουν εδώ,
σαν τις χάσες και σαν τι καλαμόξυλο
να ήσουνα από τούτην εδώ τη πελώρια βεντάλια;
Μακριά ήσουνα και τότε όπως και τούτην εδώ την ώρα.
Στο δάσος πυρκαγιά! Και καίει
με μικρά του σταυρού σχήματα γαλάζια!
Καίει και καίει και κατελεί ανάσβολα δέντρα!
Τα ρίχνει κάτω και τριζοβολάει ο τόπος!
Πυρκαγιά!. . . Πυρκαγιά! . . .
Και η ψυχή μου, καψαλισμένη αυλήτριδα,
πάνω στις σχίζες και στα πελεκούδια τ' αναμμένα χορεύει!
Ποιος σκούζει εδώ; Ποια σιωπή
κατοικημένη από φωνές και αντίλαλους;
Ώρα της νοσταλγίας, ώρα της ευφροσύνης, ώρα της μοναξιάς,
ώρα δικιά μου ανάμεσα σ' όλες τις άλλες ώρες!
Αχιβάδα, απ' όπου μέσα κει διαβαίνει τραγουδώντας ο άνεμος!
Πάθος μέγα της ελεγείας, όλο λυγμούς,
ξεγυμνωμένο στο κορμί μου απάνω!

Εσύ να σείεσαι απ' τις ρίζες σου όλες
και να χιμάω εγώ απ' τις χαίτες των κυμάτων μου όλων!
Τσέρκι πανηγυριώτικο και λυπημένο κι ασταμάτητο
η ψυχή μου και κύλαγε. . .

Nα συλλογιέμαι τώρα εγώ και να καταχωνιάζω
φανούς και λαμπάδες στην άπατη μέσα τη μοναξιά.
Ποια είσαι συ; Τις ει;




11.



Εδώ σε αγαπάω. Στα σκοτεινόχρωμα πεύκα χτενίζει τα μαλλιά του ο άνεμος.
Φωσφορίζει η σελήνη πάνω στ' αλήτικα νερά της θάλασσας.
Περνάνε μέρες, μέρες απαράλλαχτες,
αποπέμποντας η μια την άλλη.

Τα τούλια της ομίχλης σκίζονται
σε φιγούρες λεπτές ορχουμένων.
Ασημόχρυσος γλάρος πετιέται
μες απ' το δίσκο του ήλιου που βασιλεύει.
Εδώ κι εκεί ένα άλμπουρο. Και πάνω, στα ύψη, αστέρια.

Ω εκείνο εκεί το μαύρο σταυρωτό τουρκέτο της βαρκούλας!
Κατάμονο.

Πετιέμαι κάπου - κάπου από το λήθαργο
κι είμαι μούσκεμα ως το μεδούλι.
Βουίζει κι αντιβουίζει το πέλαγος.
Κι εδώ είν' το λιμάνι.
Εδώ σ' αγαπάω.

Εδώ σ' αγαπάω εγώ!
Δεν πα' να σε κρύβει όσο θέλει ο ορίζοντας - ματαιοπονεί!
Εσένα σ' αγαπάω εγώ. Επιμένω
ακόμα και μέσα στην ψύχρα των γύρω πραγμάτων.
Κάθε τόσο φεύγουν τα φιλιά μου
και πάνε μαζί με τα καράβια εκείνα,
τα ποντοπόρα, και φτάνουν πέρ' απ' το τέρμα, στα εκείθε.

Κάθομαι εδώ παρατημένος σαν τις γέρικες άγκυρες.
Μαραζώνουν οι μόλοι βαρύτερα
μόλις έρχεται να δέσει εκεί το βράδυ.
Χαραμίζεται η ζωή μου μέσα στην πείνα
που με τρώει αδίκως.
Αγαπώ αυτό που δεν έχω. Είσαι μακριά εσύ, τόσο μακριά.

Ο καημός μου πιάνεται στα χέρια με τ' ανελέητα δειλινά.
Έρχεται όμως μετά η νύχτα και με καλοπιάνει με τραγούδια.
Και το φεγγάρι βάνει το γαϊτανάκι των ονείρων να γυρνάει.

Με κοιτάν με τα μάτια σου από πάνω
τα πιο μεγάλα αστέρια.
Κι εκεί που, αγάπη μου, σε αγαπώ,
τα πεύκα μες στον άνεμο
λαχταράνε να τραγουδήσουν τ' όνομά σου
με τις πευκοβελόνες τους.
.
.
* είναι κρίμα που δεν βρήκα
τίνος είναι η μετάφραση.
αν κάποιος φίλος γνωρίζει
παρακαλώ να το πει, ώστε να το γράψουμε

10 σχόλια:

ange-ta είπε...

Καλό μήνα έστω και καθυστερημένα.
Πότε θα πάμε στην Αμπθούλα; Είχα αφήσει και αλλού το ίδιο μήνυμα, αλλα δεν θυμάμαι που και δεν το βρίσκω πιά.

clelia είπε...

Και λίγη ξεκούραση δεν βλάπτει...
Ελπίζω να συμφωνούμε κι ας είσαι μέσα σε τρελή δουλειά!

Σε χαίρομαι που... ξεδίνεις με ποίηση και μας τα μεταφέρεις, μας σκέφτεσαι.

Πρόσεχε τον εαυτό σου αλλιώωωως
βάζουμε και τις φωνές άμα λάχει, ΕΝΤΑΞΕΙ;;;

clelia είπε...

Καλό μήνα, είπαμε:

quartier libre είπε...

ange

ο πρωί θα μιλήσουμε στο τηλέφωνο

quartier libre είπε...

clelia,

καλό μήνα να έχετε...
σου έστειλα mail.

ange-ta είπε...

O.K. μέχρι αύριο
καλή νύχτα

giousouroum είπε...

h proti epafi mou me ton Nerouda itan eto "100 erotika soneta" pou mou ekane doro ena agapimeno mou prosopo. Yperoxi syllogi. Meta apo autoo Nerouda exei kai alles thesis stin vivliothiki mou.
Kalo vrady.

quartier libre είπε...

τι όμορφη έκπληξη giousouroum !

καλώς όρισες !
μπήκα βιαστικά στο blog σου απόψε
κι είδα ότι είσαι Απρίλη του 08.
δεν προλαβαίνω απόψε να δω άλλα.
αύριο βράδυ, αν είμαστε καλά, θα μπω να σε διαβάσω.

έτσι κι αλλιώς, η λέξη giousouroum
(έτσι γράφεται;) μου μιλάει.
αύριο τα υπόλοιπα.

καλή σας νύχτα
:)

quartier libre είπε...

clelia

διορθώνω τα παραπάνω μου :
καλό μήνα να έχουμε !

(μόλις φτιάξει λιγάκι η διάθεση, ξανάρχομαι στα συγκαλά μου)...

giousouroum είπε...

giousouroum grafetai,alla stin dieuthinsi tou blog einai giusurum.
Me to kalo na mas ertheis sta meri mas kai na ta poume.