Πέμπτη, Μαΐου 31, 2007

.
.
παραφύλαξα λίγο τ' αστέρι απόψε.
εδώ είναι μόλις, μα μόλις ανέτειλε !
ακουμπάει ακόμα στο βουνό
(κρίμα που στη σκοτεινιά, δεν φαίνεται η γη ...)


κι εδώ, άρχισε λίγο ν' ανυψώνεται
(τα φωτάκια γύρω, δεν είναι ufo !
απλώς, ραντάρ...)
.
.
.
.
Αστέρι μου φεγγάρι μου της άνοιξης κλωνάρι μου
κοντά σου θα 'ρθω πάλι
κοντά σου θα 'ρθω μιαν αυγή
για να σου πάρω ένα φιλί και να με πάρεις πάλι

Αγάπη μου αγάπη μου η νύχτα θα μας πάρει
τ' άστρα κι ο ουρανός το κρύο το φεγγάρι

Θα σ' αγαπώ θα ζω μες το τραγούδι
θα μ' αγαπάς θα ζεις με τα πουλιά
θα σ' αγαπώ θα γίνουμε τραγούδι
θα μ' αγαπάς θα γίνουμε πουλιά
όποιος το ξέρει, ε,
ας μην το ξαναδιαβάσει...
.

Signature

A.K.


Μικρό παραμύθι για μεγάλους
. .



Δώσε κλώτσο να γυρίσει
Παραμύθι ν’ αρχινήσει!
.

Μια φορά λοιπόν κι έναν καιρό,στην άκρη ενός μικρού βασίλειου, ζούσε μια ευτυχισμένη οικογένεια.
Ο πατέρας ήταν ένας δίκαιος άρχοντας, η μητέρα ήταν μια σεμνή, πονετική αρχόντισσα κι είχαν κι ένα μικρό αγόρι, ένα καλόκαρδο, ζωηρό πριγκηπόπουλο.
Το σπίτι τους ήταν κοντά στο δάσος , χαρά κι ευλογία για τα παιδιά που θέλουν να παίζουν και να τρέχουν!
Το πριγκηπόπουλο μεγάλωνε καλά, είχε φίλους όλα τα ζωάκια του δάσους κι όλα τα παιδιά απ’ το γειτονικό χωριό. Ολημερίς τα παιδιά κάθονταν και τιτίβιζαν κάτω απ' τα μεγάλα πεύκα, τις φυστικιές και τις ελιές (ήταν Μεσογειακό βασίλειο!), ξαπλώνονταν μπρούμυτα στο χορτάρι ή, με την πλάτη ακουμπισμένη στους χοντρούς κορμούς έλεγαν ιστορίες, τραγούδαγαν, καμμιά φορά μαλώναν κι όλας.
Άλλες πάλι ώρες παίζαν κρυφτό με τις αχτίδες του ήλιου μες τα φυλλώματα, κυνηγιόνταν, ψάχναν για τις φωλιές των κουνελιών κι όταν πηγαίναν στο χωριό μπαίνανε μέσα στα κοτέτσια των σπιτιών και μάζευαν τ' αυγουλάκια για τις μανάδες.

Τα βράδυα, πριν κοιμηθούν, άκουγαν το γκιώνη που φώναζε κι έβλεπαν πώς κουρνιάζουν στα κλαδιά οι κουκουβάγιες.
Έτσι μεγάλωνε ευτυχισμένο το μικρό πριγκηπόπουλο, ώσπου έγινε ένας ωραίος, δυνατός πρίγκηπας, καμάρι των γονιών του και του χωριού ολάκερου.
Όπου στο χωριό είχε φτώχεια, το πριγκηπόπουλο κοντά τους.
Όπου στο χωριό είχε πόνο και στεναχώρια, το πριγκηπόπουλο κοντά τους.
Όπου στο χωριό είχε χαρές και πανηγύρια, το πριγκηπόπουλο στο χορό πρώτο.
Ξημεροβραδιάζονταν παρέα με τους αγρότες. Όταν δεν είχαν χέρια, τους βόηθαγε στο μάζεμα των καρπών. Όπου κουράζονταν ξεχέρσωνε μαζί τους.
.
.


Στο γύρισμα όμως του χρόνου, ήρθαν καιροί κακοί και δίσεχτοι.
Το πριγκηπόπουλο, μια νύχτα που τριγύρναγε στο δάσος μονάχο του, είχε ένα κακό συναπάντημα. Συνάντησε τη λάμια, που όποιον φθονεί του παίρνει τα μυαλά. Εκείνη, εμφανίστηκε μπροστά του, πανέμορφη, μακρυμαλλούσα, τυλιγμένη στ' αέρινα πέπλα της κι αυτός, όπως ήταν αθώος, άπειρος κι ένιωθε μοναξιά, την ερωτεύτηκε! Γύρισε σπίτι του χλωμός κι αμίλητος.
"Τι έχεις γιέ μου"; ρώταγε ανήσυχη η μάνα του, κουβέντα το παλληκάρι.
"Τι έχεις γιέ μου"; ρώταγε ανήσυχος ο πατέρας του, κουβέντα το παλληκάρι.
Το παιδί άρχισε να τριγυρνάει μόνο του τα βράδια, ψάχνοντας στο δάσος, κινώντας γη και ουρανό να βρεί την αγαπημένη του, μάταια όμως... Τότε, άρχισε σιγά - σιγά να μαραζώνει. Πήγαινε βέβαια πάντα και βοηθούσε τους χωρικούς, το μυαλό του όμως ήταν διαρκώς στη νεράιδα. Για να διώξει τη στεναχώρια του, τώρα δούλευε ακόμα πιο πολύ. Ανακατεύονταν όλη τη μέρα με τους ανθρώπους, τα βράδια έμενε στο χωριό, μια στο κατώφλι του ενός, μια στου άλλου, έτρωγε απ' το φτωχικό τους ψωμοτύρι και στα μάτια του τρέχαν ποτάμι τα δάκρυα, γιατί σκέφτονταν εκείνη. Τη μέρα ξεχορτάριαζε, όργωνε, φύτευε, πότιζε μαζί τους και στα μάτια του τρέχαν ποτάμι τα δάκρυα, γιατί σκέφτονταν εκείνη.
Ώσπου στο τέλος, έπεσε άρρωστο. Βαριά.


Ο δίκαιος άρχοντας κι η αρχόντισσα, τρελαμένοι απ' το φόβο και τη θλίψη τους, φώναξαν όλους τους γιατρούς του βασιλείου, και τους καλύτερους γιατρούς απ' τα γύρω βασίλεια. Κανείς δεν μπορούσε να το κάνει καλά. Οι σοφοί, σήκωσαν ψηλά τα χέρια.
"Το πριγκηπόπουλο θα πεθάνει", είπαν.
Και τη φωνή τους την πήρε ο αγέρας και την ταξίδεψε μακριά, την έφερε πάνω απ' τα βουνά, απ' τις χαράδρες, απ' το δάσος που το πριγκηπόπουλο είχε αγαπήσει, απ' τα δέντρα που είχε σκαρφαλώσει, την ταξίδεψε στα ρυάκια και στα μικρά ποτάμια, την πήγε πέρα ως πέρα, ως εκεί που κρύβονταν ακόμα κι οι μικρές αλεπούδες κι εκεί που φώλιαζαν οι χελωνοοικογένειες.
Μεγάλη θλίψη έπεσε στον τόπο.
Οι χωρικοί σταμάτησαν τις δουλειές που κάνουν σε καιρό ειρήνης, πλύθηκαν με πράσινες πλάκες σαπούνι, έβγαλαν τις ποδιές τους και ανηφόρισαν αμίλητοι κατά το σπίτι του παλληκαριού.
Οι φίλοι του, αγόρια, κορίτσια, που είχαν μεγαλώσει παρέα, μαζεύτηκαν αμίλητοι στα πόδια του κρεβατιού του και το κοίταζαν μ' απόγνωση στα μάτια.
Κι εκείνο βυθισμένο, έβλεπε σ' όνειρο τη νεράιδα που του είχε πάρει το μυαλό, μα δεν ξεστόμιζε κουβέντα πουθενά. Κι ακόμα, ήξερε πώς πεθαίνει, μα ήθελε πολύ να ζήσει, γιατί αγαπούσε τον τόπο του και τους φτωχούς ανθρώπους, αγαπούσε τη ζωή τους, τις χαρές και τα βάσανά τους κι ήθελε πάντα να ναι κοντά, να τους βοηθάει. Έφευγε όμως...
Πέρασε έτσι καιρός. Ένα πρωί, Μάης μήνας ήταν, μέσα στην άνοιξη, έφτασε από τόπο μακρινό ένας γιατρός σοφός, που είχε το χάρισμα να κάνει καλά τις σοβαρές αρρώστιες. Πήγε κοντά του.
"Το παλληκάρι τελειώνει", είπε. "Αφήστε κι εμένα να προσπαθήσω"
Αγέλαστος Σοφός. Σκοτεινός. Καμιά χαρά στο πρόσωπό του. Σφιχτό το στόμα του. Με δυσκολία έβγαζε τις λέξεις. Τα μάτια του κάτω - πόσα αλήθεια να χαν δει αυτά τα μάτια του -...
"Θα προσπαθήσω να σε γιατρέψω " του πε, "όμως , πρέπει πρώτα εσύ να το θελήσεις να γιάνεις".
Το παλληκάρι, που ήξερε ότι φεύγει κι είχε αρχίσει ν' αποχαιρετάει όσους τ' αγάπαγαν , "Τι πρέπει να κάνω, Σοφέ Άνθρωπε"; Ρώτησε.
"Τι πρέπει να κάνουμε Σοφέ Άνθρωπε"; Ρώτησαν όλοι.
"Πρέπει να χουμε πείσμα, είπε ο Σοφός. Και πρέπει να ξαναγαπήσουμε τη ζωή. Και να χουμε πίστη και δύναμη. Και θέληση να χουμε. Και χαρά πρέπει να χουμε. Και θυμό στο κακό. Μπορείς πρίγκηπά μου;"
"Θα παλέψω" απάντησε. "Και τι άλλο θα κάνουμε;"
"Θα καταφύγουμε σε μια τέχνη, είπε, που τη λένε Επιστήμη. Όμορφη είναι και νέα και γριά μαζί. Μας έρχεται απ' τα βάθη του καιρού κι έχουν δουλέψει πολλοί γι αυτήν. Σοφοί σαν κι εμένα και λιγότερο σοφοί, γέροι σεβάσμιοι και νέοι κι απλοί εργάτες, άντρες, γυναίκες, στρατός ολάκερος. Στρατός ολάκερος δουλεύει γι αυτήν. Σ’ αυτήν θα πάμε."
.

Έτσι έγινε.
Ο καιρός ήταν ζόρικος, αλήτης... Το παλληκάρι, έχασε τότε τη δύναμή του. Τα χέρια του δεν άντεχαν να κρατήσουν μήτε ένα μικρό χαλίκι. Οι άνθρωποι όμως έρχονταν κάθε μέρα και τον έπαιρναν στα χωράφια. Τον έβαζαν στη σκιά να καθίσει , του μίλαγαν, τον χάιδευαν μ' εκείνα τα ροζιασμένα χέρια τους που άλλοτε αυτός τα ξεκούραζε. Τις νύχτες κάθονταν πλάι του. Εκείνος τους φώναζε "Πάτε να ξεκουραστείτε! Το πρωί θα δουλέψετε..." κι εκείνοι έκαναν πως φεύγουν και το πρωί τους έβρισκε έξω απ’ την πόρτα του, να κάνουν βάρδιες, μη τυχόν νοιώσει μόνος!
Έτσι έγινε!
Τα ωραία του μακρυά, πυκνά μαλλιά, τα ξανθά μαλλιά του, τα χασε. Κι εκείνοι έρχονταν κάθε πρωί και κάθε βράδυ, κορίτσια, αγόρια, κι άλλος με το χτένι κι άλλος με τα δάχτυλα, του χτένιζαν το γυμνό κεφάλι.
Έτσι έγινε!
Και όταν η Επιστήμη με διάφορους τρόπους πρώτα τον τσάκιζε - για να τον γιάνει - , μήτε στιγμή δεν έμεινε μόνος. Αγάπη και φιλία και λουλούδια και ποτά κι ανέκδοτα και γέλια, κι η Επιστήμη να κοιτάζει αμήχανη κι απορημένη και σοφή κι επιεικής!
Έτσι έγινε!
Και σηκώθηκε ο πρίγκηπας. Καλύτερος τώρα.
Και πέρασαν χρόνια. Κι έπιασε πάλι να στίβει τις πέτρες στα δάχτυλα!
Κι έχει αναμετρήσει το διάβα του. Κι έχει αναμετρήσει τον άνθρωπο. Κι έχει αναμετρήσει τις δρασκελιές.
Και ξέρει τι είναι η Πίστη. Κι η Αγάπη. Κι η Υπομονή. Κι η Ταπείνωση.
Η Επιστήμη είναι ένα θαύμα.
Ο άνθρωπος όμως είναι το μεγαλύτερο θαύμα!
.
.



Παραμυθάκι για τα χρόνια - 1997
τους μήνες - Μάϊος
τις μέρες - 31
τις νύχτες,
τις ώρες
τα λεπτά
τα σημαδεμένα
μαγική ανατολή !
.



ώρα 6.30

ετούτη εδώ είν' η σημερινή μας αυγούλα.

η ανατολή 31 Μαίου 2007

πάνω απ' την κορφούλα τ' Άη Γιάννη,

ευγενέστατοι μου,

τραβηγμένη με την παλιοbagatelle, την εύκολη, του χεριού μου.

... που αν απλώσεις, θα τον αγγίξεις

τον ήλιο, τον ηλιάτορα...

.

.

.

'O SOLE MIO

-Enrico Caruso-

.

Che bella corsa e' na jurnata'e'sole

n'aria serena doppo na tempesta

pe'll'aria fresca pare gia' na festa

che bella cosa na jurnata'e sole.

.

Ma n'atu sole cchiu' bello, oi ne

''o sole mio sta nfronte a te!

'o sole o sole mio

sta nfronte a te

.

... sta nfronte a te. Luceno'e llastre d'a fenesta toia;

'na lavannara canta e se ne vanta

e pe'tramente torce, spanne e canta

luceno'e llastre d'a fenesta toia.

.

Ma n'atu sole cchiu' bello, oi ne

''o sole mio sta nfronte a te!

'o sole o sole mio

sta nfronte a te ...sta nfronte a te.

.

Quanno fa notte e'sole se ne scenne

me vene quase'na malincunia;

soto a fenesta toi restarria

quando fa notte e'o sole se ne scenne.

.

Ma n'atu sole cchiu' bello, oi ne

''o sole mio sta nfronte a te!

'o sole o sole mio

sta nfronte a te ... sta nfronte a te.

.

να μου έχετε μιάν

καλή μέρα

.

ΒΡΑΔΥ

τελικά, με προσγείωσε το παιδί...

εγώ της έδειξα την πρωϊνή φωτό καμαρώνοντας (!)

κι αυτή μου λέει :

"αυγούλα"! μπλιάχ, αυγό μου μυρίζει η αυγούλα"



Τ' αποψινό.

Πριν ακόμα καλά νυχτώσει. Θα ταν γύρω στις οκτώμιση .

Κοίταξα λίγο απ' τη τζαμαρία και το είδα, έτσι δα, στο πλάϊ μου, πάνω σχεδόν απ' τον ώμο μου, πάνω απ' τον Υμηττό μου, πάνω απ' τον ουρανό μου, να καθρεφτίζεται στη λεωφόρο ποταμό.

Δεν είχα πει, όλα τα όμορφα θα τα μοιράζομαι μαζί σας ;

Τετάρτη, Μαΐου 30, 2007

Οδ. Ελύτης
"Όταν ακούς "ΤΑΞΗ"
ανθρωπινό κρέας μυρίζει"
.
.
.
είναι παράταιρη εποχή
να βρει το δίκιο του
ένας στίχος ; !
.
.


.




ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΛΕΓΕΣΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν' αγωνίζεσαι
για την Ειρήνη και για το Δίκαιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις,
τα χείλια σου θα ματώσουν απ' τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες
* μα ούτε βήμα πίσω.
.
.
.
.
.


Πάντα να πολεμάς και ν' αντιστέκεσαι,
κι ας μένεις μόνος.
Μονάχος έρημος γαλήνιος,
να πολεμάς για το καλό του Ανθρώπου.

Και στους πολλούς, στους λίγους, ν' αντιστέκεσαι
κρατώντας την ψυχή σου φλεγόμενη βάτο,
για φως, πάντα για φως, για το καλό του Ανθρώπου.

Στους δυνατούς ενάντια, στους σκληρόκαρδους,
και στους δειλούς, στους χωματένιους.
Ενάντια και του αφέντη του ανελεύτερου
και του τρεμόκαρδου του δούλου ενάντια.
Και να πονάς, και να γελάς, και να ονειρεύεσαι,
πάντα για το αγαθό και το καλό του Ανθρώπου.

Να πολεμάς με το γνωστό και το άγνωστο,
με την κακή και την καλή τη μοίρα.
Και με τους άπονους θεούς
και τους απάνθρωπους ανθρώπους,
πάντα να πολεμάς και ν' αντιστέκεσαι.
Κι όλο για το καλό - το φως του ανθρώπου.
.
.
.
.
.


ΑΡΝΙΕΜΑΙ

Αρνιέμαι - αρνιέμαι - αρνιέμαι
να βλέπω πια το δρόμο μου κλειστό
Αρνιέμαι να 'χω σκέψη που σωπαίνει
και περιμένει μάταια τον καιρό

Αρνιέμαι - αρνιέμαι - αρνιέμαι
να είσαι συ και να μην είμαι 'γω
που τη δική μου μοίρα διαφεντεύεις
με τη δική μου γη και το νερό

Αρνιέμαι - αρνιέμαι - αρνιέμαι
οι άλλοι να κρατάνε τα σκοινιά
αρνιέμαι να με κάνουν ότι θένε
αρνιέμαι να πνιγώ στην καταχνιά.

Αρνιέμαι - αρνιέμαι - αρνιέμαι
.
.
* το "ούτε βήμα πίσω"
γαλλικά λέγεται
bouge pas !
.
.
.
.
.
φιλικός
vorias a dit :
.
Ανθρωποφυτείες
.
Το χειμώνα είχαν κόψει τα κλαδιά
απ’ όλα τα δέντρα στη γειτονιά
κι έμειναν άχαροι κορμοί να στέκουν.
Την άνοιξη ξεπέταξαν νέα κλαδάκια,
αγωνίστηκαν να γίνουν πάλι δέντρα.
.
Τόσα χρόνια μας κλαδεύουν τα μυαλά
με τηλεόραση, μ’ εφημερίδες,
με το καθημερινό λέγε – λέγε…
Φοβούνται την άνοιξη,
τρέμουν,
μη γίνουν πόδια οι ρίζες
και κλοτσήσουμε.
Εμ,
ποιός σας είπε
να ξημεροβραδιάζεστε στην T.V. ?
(smile)
-πού πας ;
-στο μάτι του κυκλώνα !
.
ΟΥΑΙ ΥΜΙΝ !
.
ΚΑΙ ΤΩΡΑ
ΔΕΝ ΑΣΤΕΙΕΥΟΜΑΙ !

Ή

-Πώς το αρνί
Μπορεί να γίνει θεριό ανήμερο
Να δείξει τα νύχια του
Και να ξεσκίσει τ’ άδικο-



Προσοχή !

(ουδ είς γραπτός και άγραφος νόμος
καλύπτει όσους υβρίζουν κι ασχημονούν
κρυμμένοι στην ανωνυμία τους.)

-Τι θάρρος, κι αυτό, θεέ μου, να ασχημονείς ανωνύμως !

Και τι εξαιρετική αντρεία!
Σκέτη αντρειοσύνη !-





Γιάννης Ρίτσος

«Αδελφή μου, δεν είμαι ποιητής
ΔΕΝ ΚΑΤΑΔΕΧΟΜΑΙ να μαι πιά ποιητής»





Signature : A.K.


Μικρό κομμάτι από ποίημα που έγραψα στις 22/5/06 :


………………………………


Ξέρω καλά, να παλεύω τις νύχτες με τ'αγρίμια
Ο λύκος στέκει πιά μακριά και με κοιτάει
Και το τσακάλι δεν πλησιάζει
Ξέρω καλά, να βρίσκω το δρόμο μου στα σκοτάδια
Και η καρδιά μου έχει για πυξίδα τον πολικό
Και τον ήλιο
Ξέρω που είν'οι πηγούλες και οι ίσκιοι,
Πού είναι τα καλύτερα θυμάρια, οι κυκλαμιές κι οι μέλισσες
Ξέρω να βγάζω τα μικρά ζωάκια απ' τις παγίδες
Και τα παιδιά στο χωριό μ' αγαπάνε
…………………………………




Υπογραφή
Α.Κ.
29/5/07


Αν ποιητής είναι
να ζωγραφίζεις τα βράδια την Πούλια
και να μιλάς τα χαράματα με το άστρο της αυγής

αν ποιητής είναι
να μπλέκεις μέσα στα γυμνά κλαδιά
όταν φυσάει ο βοριάς

αν ποιητής είναι
να μην κοιμάσαι τα βράδια
απ’ τον έρωτα
που βασανίζει τα σπλάχνα σου

αν ποιητής είναι
να λύνεις κάτω απ' τον ήλιο τα μαλλιά
και να τα λούζεις στον Ιορδάνη

αν ποιητής είναι
να χαϊδεύεις τους πληγωμένους ευκάλυπτους,
να παίρνεις στη χούφτα σου τα πεσμένα σπουργίτια,
να σκάβεις τα σκληρά χώματα
και το χειμώνα να μαζεύεις τον καρπό της ελιάς

αν ποιητής είναι
να χεις στο στόμα σου
τη γεύση απ’ τα στήθια των γυναικών
και να χεις στα μάτια
το φως που αναβλύζει η αγάπη

αν ποιητής είναι
να κοιμάσαι αγκαλιά
μέσα στην ευωδιά
από θερισμένα στάχυα
ή
στην άκρια με αλάτι
παρέα με κοχύλια και βρεμένα χαλίκια



ΑΝ
ποιητής είναι
να μην υπερασπίζεσαι την ερημία
τον αγώνα
τον κόπο
και τον πόνο των ανθρώπων

κι αν ποιητής είναι
να ξαστοχάς τους ανθρώπους,
να τους εγκαταλείπεις
μονάχους στη μοίρα τους

ε, ναι, τότε αδερφοί μου,

ΔΕΝ ΚΑΤΑΔΕΧΟΜΑΙ να μαι,

μήτε αυτός

ο τόσος δα ποιητής

που θα θελα να είμαι.


...............................................................




Σκέψεις
Ατάκτως εριμμένες,

που έχω καταγράψει κι αλλού, πριν καιρό.
-χρειάζεται φαίνεται να επανέλθουμε, πολλές φορές, επί πολύ καιρό, επί δεκαετίες ίσως,
ως να γίνουμε κοινωνία ανθρώπων
και να βγούμε απ’ τη σφαίρα
των ηλιθίων κρυπτο - φασιστοειδών.

ΤΟ ΑΥΓΟ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ, ΝΑ ΜΗΝ ΤΟ ΑΦΉΣΟΥΜΕ ΝΑ ΕΚΚΟΛΑΦΘΕΙ …


Όλη μου τη ζωή, μέχρι σήμερα, την πέρασα στον καθημερινό αγώνα κατά του κοινωνικού και όποιου, φασισμού.
Κι η αναφορά απόψε, είναι
για τα ανθρώπινα
τα εντελώς προσωπικά δεδομένα και δικαιώματα. Αυτά που οφείλουμε –όσοι μπορούμε- σ’ αυτόν τον παλιόκοσμο να τα υπερασπιζόμαστε.
Τα ανθρώπινα!

Ποιος είσαι εσύ, ω, τιμητή των πάντων,
Εσύ, ω έντιμε, επί παντός ΚΡΙΤΗ,
Κριτή ανθρώπινων ψυχών, σωμάτων, νεφρών και καρδιών,
Ποιος είσαι εσύ, και ποιος σε όρισε τιμητή και σχολιαστή των ανθρώπων;

Ποιος σε όρισε να ασκείς κριτική για ό,τι έχει να κάνει, με τις προσωπικές επιλογές των ανθρώπων, με τα προσωπικά τους δεδομένα και με το πώς διαχειρίζονται τον εαυτό τους ;

Η Αλαζονεία της τρέλας.
Η αλαζονεία που θέλει να κάνει τον άνθρωπο θεό αντί του θεού, κριτή αντί του κριτή και άξεστο θηρίο αντί του ανθρώπου.

Από φιλοσοφία , ιδεολογία και κοινωνική ευαισθησία αν θέλετε, κι από αγάπη στον άνθρωπο, το έχω ξαναπεί,
κατανοώ και υποστηρίζω την κάθε είδους διαφορετικότητα και μειονότητα, εφ' όσον αυτή δεν βλάπτει το κοινωνικό σύνολο.

Ή μήπως, δεν υπάρχουν άνθρωποι «μη διαφορετικοί», άνθρωποι «του γενικού κανόνα», που βλάπτουν με τη συμπεριφορά τους το κοινωνικό σύνολο;
Τους ανθρώπους, αρνούμαι κατηγορηματικά να τους κατηγοριοποιούμε σύμφωνα με τα προσωπικά δεδομένα τους. Αυτό είναι αντικοινωνικό και δεν συνάδει με τη θεώρησή μας για τη ζωή. Ούτε με το ήθος που θα πρεπε να χει μια κοινωνία.

Θεωρώ την διαφορετικότητα αξιοσέβαστη. Κάπου, με άλλη αφορμή, την ονόμασα «αγία διαφορετικότητα». Η διαφορετικότητα, έχει ακριβώς τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες κοινωνικές υποχρεώσεις με την πλειοψηφούσα άποψη. Αξιοσέβαστη.
Η διαφορετικότητα, άνδρας - γυναίκα, ηλικιωμένος - νέος, χοντρός - λεπτός, ομο - ετεροφυλόφιλος, έγχρωμος - λευκός, ανάπηρος - αρτιμελής, αλλοδαπός - ντόπιος και ούτω καθ' εξής. Ανήκουμε όλοι σε κάποια απ' αυτές τις ομάδες, έχουμε όλοι ανθρώπους δικούς μας, ανθρώπους που αγαπάμε κι εκτιμάμε σε κάποια απ' αυτές τις ομάδες, αυτή είναι η ίδια η κοινωνία μας, ο ίδιος ο εαυτός μας, ο καθρέφτης μας, ο πλαϊνός μας, ο αδερφός μας.
Αυτή είναι η γνώμη μου. Τους ανθρώπους, τους διακρίνουμε κυρίως από άλλες ειδοποιούς διαφορές.
Εντιμότητα, ευθύτητα, ευαισθησία, ικανότητες, εργατικότητα, χαρίσματα, προσφορά, αυθεντικότητα, θάρρος, και ούτω καθ’ εξής.
Δεν ξέρω, αν η αλαζονεία της πλειοψηφίας, θα έκανε κάποιον, ανάμεσά μας, να εκφράσει την αντίθετη άποψη...

Μπορώ με επιχειρήματα να σταθώ κάθετα απέναντι στην αντίθετη άποψη, θεωρώντας την ρατσιστική, αντικοινωνική και μη πολιτικά ορθή.

Μπορώ με επιχειρήματα
Να τα βάλω με τους θρασύδειλους,
ιδεολογικούς ψευτοτρομοκράτες
και να υπερασπιστώ
δηλώνοντας, αν χρειαστεί, το όνομά μου.

-όχι δηλώνοντας ανώνυμο λαμόγιο-

Τρίτη, Μαΐου 29, 2007

ΟΥΑΙ ΥΜΙΝ !
-και μαύρο φίδι που τους έφαγε-
.
(ακολουθεί...)
ce soir
tonight...
Γ. Σαραντάρης
συνέχεια
.
ο άνεμος φυσά που μας ακούει !

.
τίποτα a dit :

Γ. Σαραντάρης

« Μιλώ γιατί υπάρχει ένας ουρανός που με ακούει
Μιλώ γιατί μιλούν τα μάτια σου
Και δεν υπάρχει θάλασσα δεν υπάρχει χώρα
Όπου τα μάτια σου δεν μιλούν
Τα μάτια σου μιλούν εγώ χορεύω
Λίγη δροσιά μιλούν κ’εγώ χορεύω
Λίγη χλόη πατούν τα πόδια μου
Ο άνεμος φυσά που μας ακούει »
.
.
.
.
.


abttha a dit :

"το τραγούδι αυτό, εδώ μέσα,
σπάει τους τοίχους
πολύ ήσυχα
και πλημμυρίζει αγάπη τα φαράγγια μας.
λέω να με πάρει
και στέκομαι στην άκρη
και περιμένω."

τι διάβολο!...
τόσοι φίλοι καλλιτέχνες,
ποιητές,
συγγραφείς,
λόγιοι !
πώς σας βγήκα εγώ στουρνάρι ;
.
σας το είπα;
πολύ μου αρέσετε !
κι έχει δίκιο ο Μάνος
"ο χορός καλά κρατεί"
.
σύμφωνοι
τίποτα ,
επείσθην!
Στους φίλους
που αγαπάν το
Γιώργο Σαραντάρη !


Γιώργος Σαραντάρης
.
.


«Η ποίηση είναι εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ»
.


ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΟΙΗΤΕΣ
.

Δεν είμαστε ποιητές
Σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα
Παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους
Τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου
Και στη σκόνη του καιρού
Σημαίνει πως φοβόμαστε
Και η ζωή μας έγινε ξένη
Ο θάνατος βραχνάς.
.
.
.
.
.
ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ
.
.
Είναι μια γυναίκα και τραγουδά
Θα γίνω σαν τη θάλασσα που βρέχει τη ζωή μας
Θα γίνω περιστέρι
Θα γίνω σαν τη θάλασσα που είναι πάντα μπροστά μου
Και μ' ακλουθά όταν περπατώ
Και μ' ακλουθά όταν κλαίω
Και με παρηγορεί την ώρα που δεν φταίω
Την ώρα που την πατρίδα μου ονειρεύομαι
Τον έρωτα ή τη χαμένη αγάπη.
.

.

.

.

ΝΑ ΚΟΙΜΑΣΑΙ ΝΗΣΤΙΚΟΣ

.

Να κοιμάσαι νηστικός σε μια σοφίτα

Να είσαι ο τεμπέλης του σπιτιού

Να γίνεσαι σκουπίδι

Όταν ανοίγεται ένα λερωμένο στόμα

Θα σηκώσω το γιακά

Για να φύγω σαν ένας ληστής

Από το δικό μου σπίτι

Θα κοιμηθώ στους δρόμους

Για να νιώσω ολάκερη την πολιτεία

Να τουρτουρίζει μαζί μου

Στο παλτό μου έχω ένα λεκέ

Αλλά είναι καλό που δεν τον βλέπω

Θα το ξαπλώσω χάμω

Και θα στρωθώ πάνω του

Να πιω λίγη βραδυά

Στη γωνιά του έρημου κήπου

Θα αισθανθώ τη σελήνη

Όπως δεν αισθάνθηκα τίποτε

Στη ζωή μου

Θα την αισθανθώ στα χείλια μου

Σαν ένα αχλάδι

Στα μάγουλα

Σαν άλλα μάγουλα.

.


.


.
.
.

Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ
.

Η καρδιά μας είναι ένα κύμα που δεν σπάει στην ακρογιαλιά.
Ποιος μαντεύει τη θάλασσα, απ' όπου βγαίνει η καρδιά μας;
Αλλά είναι η καρδιά μας ένα κύμα μυστικό, χωρίς αφρό.
Βουβά πιάνει μια στεριά.
Και αθόρυβα σκαλίζει το ανάγλυφο ενός πόθου,
που δεν ξέρει απογοήτευση και αγνοεί την ησυχία.
.


.
να μου είστε καλά

Δευτέρα, Μαΐου 28, 2007


.
.
Τα μάτια μας ανοιχτά στο φως, να χουμε !
Να μη διστάζουμε να πονάμε
Να μη φοβόμαστε ν' αγαπάμε
Να μη ντρεπόμαστε να κλάψουμε
Να μη βαριόμαστε να σκεφτούμε
Να μη τσιγκουνευόμαστε να χαϊδεύουμε
Να μην κουραζόμαστε να δουλεύουμε
Να τραγουδάμε
Να διαβάζουμε
Να σκύβουμε πλάϊ στους ανθρώπους
Να τους μιλάμε τρυφερά
Να τους ανεβάζουμε
Να τους αφίνουμε να μας ανεβάζουν
Να τσακωνόμαστε για το δίκιο
Να τραβάμε κλωτσιές στα δήθεν
Και στους παλιοδήθεν
.


ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΙ να μαστε...

σας φιλώ
Άνθισαν !
.
.
Αυτός είναι απ' τους κρίνους της Julie !
απ' τα παιδιά των παιδιών των κρίνων, δηλαδή...
δεν ξέρω πώς δε μου χαλάσαν ακόμα,
τόσα χρόνια, με την κακομεταχείρηση που τους κάνω...
.
.
.
.

.
.

.
.



απ' το μπαλκόνι της Άννας
-θυμάσαι; από κει που είδαμε ένα βράδυ την έκκλειψη...-
.
αυτή είναι μιά κορφούλα του Υμηττού.
άλλοτε, την διάβαινες με μιά δρασκελιά
ή, άπλωνες το χέρι κι έκοβες θυμάρι.
τώρα, παρεμβάλλονται πολυκατοικίες
.
.
εντάξει, το είδα το λάθος
"έκλειψη"
με δύο κάπα.
απλά,
ΔΕ ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΟ ΔΙΟΡΘΩΣΩ !
.

απ' το μπαλκόνι της Άννας
-θυμάσαι; από κει που σου γραψα ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι,
τα χρώματα του φεγγαριού και τ' ουρανού-
.
.
τις ελιές, της φύτεψα παιδάκι
.
.

κακή φωτογραφία βγήκε η ροδιά μου
γι αυτό θα την τραγουδήσω...

Στίχοι: Πάνος Κοκκινόπουλος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Μαίρη Λίντα
.
.
Αχνά χαράματα, σιγά
σαν τρεμοπαίζει η Πούλια
θα μαραθούν τα γιασεμιά
θα μαραθούν τα γιούλια.
.
Μα εσύ θα είσαι μοναχή
γερμένη στο περβάζι
και θα θωρείς τη χρυσαυγή
τα πέπλα της ν' αλλάζει.
.
Ροδιά μου εσύ τετράκλωνη
στολίδι της αυλής μου
ανάπαυση της προσμονής
νεράκι της πληγής μου.
.
Θα 'ρθείς στο σπίτι μας ξανά
μ' εμέ να σμίξεις πάλι
και δυό κρινάκια τ' Απριλιού
να βάλεις στ' ανθογυάλι.
.
Στα χέρια μου σε σήκωσα
σ' ανύψωσα ως τ' αστέρια
και σμάρια να φτερούγισαν στα στήθια περιστέρια.
Με της χαράς το ξύπνημα
με της φυγής τον πόνο
κι από τα τότε καρτερώ το γυρισμό σου μόνο.
.
Ροδιά μου εσύ τετράκλωνη
.

ΠΙΝΑΚΑΣ : WILHELM FREDDIE
.

όμορφη η θάλασσα !
ας έρθει, θε μου, το καλοκαιράκι...
la pluie
.

Il pleure dans mon coeur
Comme il pleut sur la ville,
Quelle est cette langueur
Qui pénètre mon coeur?
.

O bruit doux de la pluie
Par terre et sur les toits!
Pour un coeur qui s'ennuie
O le chant de la pluie!
.

Il pleure sans raison
Dans ce coeur qui s'écoeure.
Quoi! nulle trahison?
Ce deuil est sans raison.
.

C'est bien la pire peine
De ne savoir pourquoi,
Sans amour et sans haine,
Mon coeur a tant de peine!
.
.
.

Paul Verlaine, 1874 in "Romances sans paroles"
.
.
.
.
.


Στίχοι: Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική: Διονύσης Σαββόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Διονύσης Σαββόπουλος
.
.
Έρχεται βροχή, έρχεται μπόρα
έρχεται μπόρα και παγωνιά
Στα πόδια μας ζεστή μια θερμοφόρα
κόκκινη κουβέρτα και παλιά περιοδικά
.
Και στο γραμμόφωνο ο δίσκος που μ' αρέσει
Όλα έχουν τελειώσει κι είν' αργά
Στην πολυθρόνα και για τους δυο μας έχει θέση
Κλείσε τις κουρτίνες και πάρε με αγκαλιά
.
Σάμπως μέσα σε βουβή ταινία,
μια πολιτεία χοροπηδά
Δρόμοι, ανθρωπάκια και γραφεία,
πολυκατοικίες και κουρσάκια ιδιωτικά
.
Πόσο πολύ έχει αλλάξει αυτή η πόλη.
Βάλε τη τσαγιέρα στη φωτιά
Η νύχτα έρχεται, η μπόρα δυναμώνει
κι όλα είναι χαμένα και προπολεμικά
.
Τα παιδιά μεγάλωσαν και πάνε.
Τι ώρα να 'ναι και ποιος χτυπά
Στους δρόμους στρατιώτες τραγουδάνε.
Κλείδωσε την πόρτα και στάσου στη σκιά
.
Στα καταφύγια βουβά και τρομαγμένα
κι έξω οι σειρήνες σαν μωρά
Σβήσε τα φώτα, ΜΗΝ ΑΝΟΙΓΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑ,
.
Κλείσε τις κουρτίνες και πάρε με αγκαλιά
Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ !
.
-εσπερινός-
.

δεν είναι φωτό του google...
απόψε, μόλις σουρούπωσε, βγήκα στο μπαλκόνι
και χάζεψα τον ουρανό.
μες στο σκοτεινό μπλέ, έλαμπε μονάχη της
η Αφροδίτη !
για σας τράβηξα τη φωτογραφία...
όλα τα ωραία, θέλω να τα βλέπουμε μαζί.
-βλέπετε μιά φωτεινή κουκίδα, στο βάθος του ουρανού;-
είναι η αποψινή, εσπερινή μας
ΑΦΡΟΔΙΤΗ !
.
.
.
Signature
A.K.
1.

«ΡΩΕΣ, ΑΛΑΣΘΑΣ, ΑΡΙΜΝΑ
ΟΛΗΙΣ, ΑΪΑΣΑΝΘΑ, ΥΕΑΤΗΣ»

Οδ. Ελύτης


Όχι, δεν είν' ιερογλυφικά ή νεραϊδοκουβέντες
Μονάχα όνειρα σκοτεινά είναι
στο "φωτεινό μονοπάτι"
ερώτων ανταρτών








2.

Νερά, πολλά νερά και η θλίψη του ορίζοντα.
Όχι ακριβώς συννεφιά, μια θλίψη έτσι αχνή σαν πούσι, κοντά, γύρω μας και μακριά, ως πέρα, πέρα, στα βουνά τα γαλάζια, τα βουνά που μας συντρόφεψαν τόσα χρόνια, τα βουνά με τα λευκά μάρμαρα στα πληγωμένα σπλάχνα τους, τα βουνά με τους θάμνους τους μικρούς, τα μελίσσια, τις βρύσες τις στερεμένες , τα βουνά με τις αλλοτινές, τις νεανικές μας αγάπες στα ήσυχα, σιγανά μονοπάτια τους.
Μια θλίψη απλωμένη στα βουνά,
αχ, ας ήταν θάλασσες, ας ήταν ουρανοί, φεγγάρια να ήτανε, όχι βουνά,
ας ήταν αλλιώς η πλάση ολόκληρη, κι εσύ, σε μια αγκαλιά μικρή, μικρούλα φωλιά, προστατευμένη να ήσουνα,
να μη σ’ άγγιζε η θλίψη, η απουσία,
τίποτα να μη σ' άγγιζε, κανείς...








3.

Περηφάνια είν’ η ποίηση
κι εγώ περήφανος δεν το αντέχω απόψε να μαι .
Θα ταν ατόπημα να δηλώνω «περήφανος».
Έτσι αργά βαδίζω απόψε μοναχός , μέσα σε πεύκα και ελιές αιωνόβιες.
Αυτά μονάχα έχω. Πεύκα κι ελιές.
Εδώ εγώ,
αιωνόβιος, ο γέρο-Δήμος με το καριοφίλι του, που επιτέλους, μας αφίνει γειά.
Κι εγώ, φίδι φαρμακερό, οχέντρα, δεντρογαλιά σιχαμερή, σαϊτα, ύπουλο τέρας, πρόστυχο, που ξεδιάντροπα χτυπάει κι αφίνει πίσω του πόνο και συμφορά.
Εγώ, ντροπή της μάνας, ιχνογραφία πορνογραφίας, όνειδος των ανθρώπων, των ποιητών, καλλιτεχνών και των ζωγράφων .
Εγώ ψευτιά, εγώ ηδονή, εγώ επίορκος, εγώ πεταλούδα – γκεστάπο, S.S πέταγμα σιδερένιο, γκράπα-γκρούπα, από λουλούδι σε λουλούδι το νέκταρ βυζαίνοντας.
Εγώ Μελίνα, εγώ Αλίκη, εγώ « η φωνή μου που αγαπούσες, μαχαιρωμένη…»
Εγώ αχάριστος καρπός θυμού, ανθρώπων τυφλών και άδικων.
Όλα τα άντεξα !

Εγώ ο μηδενισμένος.
Ο ελάχιστος.








4.

Ο πάτος του πηγαδιού δεν έχει διάσταση, σα μια τελεία είναι.
βαθειά τελεία, μαύρη, υγρή.
δεν έχει αέρα ν’ ανασάνεις. υγρασία μονάχα. στενά τα πνεμόνια σου, δυσκολεύονται, φωνάζουν μήπως κανείς διαβάτης ακούσει τη φωνή και σκύψει.
μα δεν περνάει κανείς.
δεν είν’ εδώ ο δρόμος κανενός.
.
.
.



πήτερ παν,

να μου δανείσεις θέλω εκείνο το κειμενάκι…
εκείνο, με τη χούφτα χλόη στις βροχές ,
την μια ανεμώνη εδώ κι εκεί ,
τις δυο μαργαρίτες
και κάπου-κάπου τα χαμομήλια
... εγώ, δε θα φυσάω καπνό ...

Σάββατο, Μαΐου 26, 2007

ΚΑΤ' ΕΞΑΙΡΕΣΙΝ
θα γράψουμε σήμερα
.
.
-δεν μπορεί να γίνει αλλιώς...-
.
.
σε τρυφερό ροζ
.
.
Signature
A.K.
Λοιπόν, μικρή μου, θέλεις να παίξουμε;
θέλεις;
Μάνα είμαι, πολλά παιχνίδια έχω παίξει με τα παιδιά μου
πολλά παιχνίδια έπαιξα και με τα παιδιά του ξένου κόσμου
-που δεν είναι ποτέ ξένα παιδιά-...
θες, καρδούλα μου, να σου πω;
έχουμε και λέμε:
.
όταν είμαστε εμείς παιδιά, παίξαμε πολύ!
ομαδικά παιχνίδια, σχεδόν πάντα.
κρυφτό, κυνηγητό, η μικρή Ελένη κάθεται και κλαίει, φεγγαράκι μου λαμπρό φέγγε μου να περπατώ, γύρω-γύρω όλοι στη μέση ο Μανώλης, πούντο-πούντο το δαχτυλίδι ψάξε-ψάξε δε θα το βρεις, ένα λεπτό κρεμμύδι γκέο βαγκέο, μέλισσα-μέλισσα, στρατιωτάκια αμίλητα ακούνητα κι αγέλαστα, κουτσό, πόλεμο, παίζαμε τους δασκάλους, παίζαμε τους γιατρούς, ρολογά-ρολογά τι ώρα είναι;, παίζαμε και ξύλο, με σφεντόνες, τους χασάπηδες που κρεμάγανε στα τσιγγέλια τις μέλισσες (τα χουμε ξαναπεί αυτά), όταν μεγαλώσαμε λίγο και πονηρέψαμε, μας άρεσε να παίζουμε μπουκάλα κι έπειτα σκάκι, φιδάκι, ντόμινο, μονόπωλη, τρίβιαλ, σκραμπλ, χαρτιά.
.
Λοιπόν, σήμερα, ψυχούλα μου, θα σου δείξω ένα τρο -με -ρό παιχνίδι, που παίζαμε πολύ μικρά παιδιά, ίσως από τριών, ως έξι χρονών. αυτό:
.
πάμε στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς, δίνουμε, ας πούμε, μισή δραχμούλα (πού να θυμάμαι τώρα...), κι αγοράζουμε ακριβώς,
μα ακριβώς,
τις ζωγραφιές που βλέπεις, αυτές, με τ' αγγελάκια.
.
.


Παίρνει η μαμά μας ένα ψαλίδι και μας κόβει χωριστά, μία μία ζωγραφιά.
Έπειτα, παίρνουμε ένα βιβλίο και κρύβουμε τις ζωγραφιές, ανάκατα, μες στις σελίδες του.
Μετά καθόμαστε εσύ κι εγώ απέναντι και ξεφυλλίζουμε η κάθε μιά με τη σειρά της, το βιβλίο.
Μιά σελίδα εσύ, μιά εγώ.

Όποιος στη σελίδα του βρει ζωγραφιά, την παίρνει δική του.
Κερδίζει, όποιος μαζέψει τα πιό πολλά αγγελάκια.

Συνεχίζουμε ξανά το ίδιο παιχνίδι, με άλλη κάρτα όμως, αυτήν την κάρτα, με τις κούκλες.
Πάλι, μία σελίδα εσύ, μία εγώ.
Όποιος μαζέψει τις πιό πολλές ζωγραφιές, κέρδισε.


Ε, καλά, τώρα...
Βέβαια εσύ θα κερδίσεις, ψυχή μου.

.
.
κουράγιο σ' όλους μας έδινες

Παρασκευή, Μαΐου 25, 2007

B R A V O !
.
.
.
VOUS ETES LE MEILLEUR !
.
.
.
-LE PREMIER-
.
.
.
.

«Σε προσέχω σα δάκρυ»
.
.
Signature
A.K.

Σε προσέχω σα φως
Εκ φωτός
.
Σαν παιδί
Παιδί μου
.
Σαν πρωϊνό
Αγρυπνίας
.
Σα νύχτα που
θέλει να κλείσει τα μάτια
Στον ώμο σου
Να ονειρευτεί
.
Σα μεσημέρι
Πεινασμένο
Μην έχοντας στάλα ψωμί
.
Σε προσέχω
σαν την πρώτη
Μέρα της δημιουργίας
.
Σαν το ύδωρ
Της θάλασσας
Που αγαπάμε
και
Σαν τη «θάλασσα πλατειά
μιά στιγμή δεν ησυχάζεις»
.
Σε προσέχω
σαν τους βουνίσιους
σκίνους μου,
σαν τα λευκά σου
χιονολούλουδα των Άλπεων
.
σαν τα μικρά μας κοχύλια
τα θαμμένα
και τα λευκά σου κρίνα
στην άμμο
.
Σε προσέχω
Σαν σπάνιο
άνθος του κάκτου
και σαν τριφύλλι
με φύλλα τέσσερα
.
Σε προσέχω
Σαν το γάργαρο γέλιο
Που για σένα τ’ αρνήθηκα
Σαν την εγκράτεια
Που για σένα
Την άντεξα
.
Σε προσέχω
Σαν πολύτιμη σκέψη
Όχι σκέψη,
Αλήθεια
Σε νεφρούς και καρδία
.
Σε προσέχω
Σαν καταιγίδα στα σπλάχνα
για την πατρίδα μου
Και σαν λατρεία
στα θεία μάρμαρα
.
Σε προσέχω
Σαν τα ηλιοβασιλέματά μου
Στην έρημο
Και σαν τα δάση μου
Και τα ποτάμια
Της Δύσης
.
Σαν τον Αρχάγγελο
Στη Σύμη
Σε προσέχω
Και σαν το λόφο τ’ Αρχαγγέλου
Στη Νορμανδία
.
Σαν την κραυγή
Της ψυχής μου σε προσέχω
.
Άγρια κραυγή
Ανέλπιδη
Πιστή
Απελπισμένη
.
.
.
οφείλω πολλά...
δεν μπορούσα
παρά
να ΥΠΕΡΒΩ
τον μικρό μου
εαυτό ...

Τρίτη, Μαΐου 22, 2007

Του Μάη γαρουφαλιά μου,
Σαν απόψε σε γέννησα.


Κωνσταντίνου και Ελένης το βράδυ, άρχισε η κοιλοπόνια.
Εννιάμιση το πρωί την άλλη μέρα καταλήξαμε. Εσύ κι εγώ.
Εγώ κι εσύ, μικρό σαν ενάμιση πακέτο ζάχαρη, γυμνό να ουρλιάζεις έντρομο πάνω στο στήθος μου, εγώ, τρελή από αγωνία, τι να κάνω μ’ αυτό το πλάσμα που μου ακουμπήσανε πάνω μου κι ουρλιάζει, ώσπου σου φόρεσαν το βραχιολάκι μη σε μπερδέψουνε, σε πήρανε κι εγώ κοιμήθηκα. Εξαντλημένη.
Δε φταίς εσύ… η μάνα μου φταίει, που μου λεγε πάντα «Δε θα φωνάζεις! Θα σφίγγεις τα δόντια σου και δε θα φωνάζεις! Εγώ όταν πονάω, δε μιλάω. Έτσι κι εσύ, δε θα φωνάζεις…»
Κι εγώ η χαζή την άκουγα ! Άκου δε θα φωνάζεις! Γιατί παρακαλώ, να μη φωνάζεις; Εγώ, αντίθετα, όταν έρθει η δική σου ώρα, θα σου λέω «ούρλιαζε, για να ξεσπάς…»
Άκου, μη φωνάζεις! Και τι κατάλαβα που δε φώναζα; Εννιά ολόκληρες ώρες, με τους πόνους της τρέλας! Χτύπαγα τα δόντια μου, έμπηγα τα νύχια στα μπράτσα μου, μην τύχει κι ακουστώ…
Αυτή είναι ακόμα η οικογενειακή αντίληψη. «Ζήστε και μην ακούγεστε, καθόλου».
Μάλιστα. Ώσπου κάτι τυχαίνει στη ζωή, και βγαίνεις άξαφνα στη σέντραααα...
Κι αν το γλυτώσεις το εγκεφαλικό, μαθαίνεις τελικά, ένα σωρό πράγματα…
Ωραία! Απομακρύνθηκε πολύ η συζήτηση.

Σαν απόψε σε γέννησα,
του Μάη γαρουφαλιά μου.

Δύσκολοι οι μήνες Μάηδες.
Στις πέντε ενός Μάη, έφυγε «ο μικρός Ιεζεκιήλ».
Στις πέντε άλλου Μάη, έμαθε πως αρρώστησε.
Στις τριανταμία του ίδιου, εγχειρίστηκε.

Εντάξει, έχει και τέσσερα γερά καλά ο Μάης:
Που γεννήθηκες εσύ,
Που γεννήθηκε εκείνος
Les fleurs
Και
Η εργατική πρωτομαγιά !

Αυτά παιδούδι μου...
Κι εγώ απόψε στις κουζίνες να παριστάνω τη μαγείρισσα, διότι αύριο δουλεύω και ό, τι ζήτησες, πρέπει να φτιαχτεί απόψε, έστω κι αν ξημερώσω μαγειρεύοντας.
Άσε που μπήκα πάλι στον πειρασμό να τους ρίξω εδώ μέσα μια συνταγή ονειρεμένης τούρτας «Παύλοβα», με σπιτικές μαρέγγες, κρέμα και φράουλες, αλλά θ’ αρχίσουν πάλι τα «τι δουλειά έχω εγώ, εδώ μέσα, με τις μαγειρικές...», και ποιος ακούει τη γκρίνια τους … Βλέπεις, παιδί μου, με διανοούμενους έχουμε μπλέξει…
Έτσι λοιπόν, θα σου χαρίσω ένα όμορφο τραγούδι.

A.,
per te!

Θαλασσοπούλια μου
Νίκος Γκάτσος
Κάτω στην άσπρη που κοιμάσαι ακρογιαλιά
θα 'ρθω με τ' ουρανού τ' αστέρια
να σου κεντήσω με κοχύλια τα μαλλιά
με βότσαλα τα χέρια.
Απ' της καρδιάς την ανθισμένη τη φωλιά
θα στείλω κι άλλα περιστέρια
να νανουρίσουν τ' όνειρό σου με φιλιά
του Μάη γαρυφαλλιά.
Θαλασσοπούλια μου θαλασσοπούλια μου
κοιμάται η Πούλια μου, κοιμάται η Πούλια μου.

Κυριακή, Μαΐου 20, 2007

Κωνσταντίνου και Ελένης


Στην (rena) Ελένη μας !
.

Για τη δύναμη που έχεις κι αντιμετωπίζεις τη ζωή, με τέτοιο τρόπο!
Στο καλό μυαλό σου
Στην ανθρωπιά σου
.

αφιερώνουμε, απ’ την ψυχή μας :
.

Γιώργος Σεφέρης, "Ελένη", Ποιήματα, Αθήνα, Ικαρος, 151985, σσ. 239-242.

ΕΛΕΝΗ
.

ΤΕΥΚΡΟΣ ... ες γην εναλίαν Κύπρον ου μ' εθέσπισεν
οικείν Απόλλων, όνομα νησιωτικόν
Σαλαμίνα θέμενον της εκεί χάριν πάτρας
...............................................................
ΕΛΕΝΗ: Ουκ ήλθον ες γην Τρωάδ' , αλλ' είδωλον ήν
..............................................................
ΑΓΓΕΛΟΣ: Τι φής;
Νεφέλης άρ' άλλως είχομεν πόνους πέρι;
.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, ΕΛΕΝΗ

"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες''.

Αηδόνι ντροπαλό, μες στον ανασασμό των φύλλων,
σύ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους
στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές
αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν.
Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη
βήματα και χειρονομίες. δε θα τολμούσα να πω φιλήματα.
και το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας.

"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες".

Ποιες είναι οι Πλάτρες; Ποιος το γνωρίζει τούτο το νησί;
Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα:
καινούργιους τόπους, καινούργιες τρέλες των ανθρώπων
ή των θεών.
η μοίρα μου που κυματίζει
ανάμεσα στο στερνό σπαθί ενός Αίαντα
και μιαν άλλη Σαλαμίνα
μ' έφερε εδώ σ' αυτό το γυρογιάλι.
Το φεγγάρι
βγήκε απ' το πέλαγο σαν Αφροδίτη.
σκέπασε τ' άστρα του Τοξότη, τώρα πάει να 'βρει
την καρδιά του Σκορπιού, κι όλα τ' αλλάζει.
Πού είναι η αλήθεια;
Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης.
το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε.

Αηδόνι ποιητάρη,
σαν και μια τέτοια νύχτα στ' ακροθαλάσσι του Πρωτέα
σ' άκουσαν οι σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι έσυραν το θρήνο,
κι ανάμεσό τους-ποιος θα το 'λεγε-η Ελένη!
Αυτή που κυνηγούσαμε χρόνια στο Σκάμαντρο.
Ήταν εκεί, στα χείλια της ερήμου. την άγγιξα, μου μίλησε:
"Δεν είν' αλήθεια, δεν είν' αλήθεια" φώναζε.
"Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι.
Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία".

Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά, κι αυτό
το ανάστημα
ίσκιοι και χαμόγελα παντού
στους ώμους στους μηρούς στα γόνατα.
ζωντανό δέρμα, και τα μάτια
με τα μεγάλα βλέφαρα,
ήταν εκεί, στην όχθη ενός Δέλτα.
Και στην Τροία;
Τίποτε στην Τροία-ένα είδωλο.
Έτσι το θέλαν οι θεοί.
Κι ο Πάρης, μ' έναν ίσκιο πλάγιαζε σα να ήταν πλάσμα
ατόφιο.
κι εμείς σφαζόμασταν για την Ελένη δέκα χρόνια .

Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.
Τόσα κορμιά ριγμένα
στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης.
τόσες ψυχές
δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.
Κι οι ποταμοί φουσκώναν μες στη λάσπη το αίμα
για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη
μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου
για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.
Κι ο αδερφός μου;
Αηδόνι αηδόνι αηδόνι,
τ' είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ' ανάμεσό τους;

"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες".

Δακρυσμένο πουλί,
στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη
που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα,
άραξα μοναχός μ' αυτό το παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως αυτό είναι παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι
Δε θα ξαναπιάσουν
τον παλιό δόλο των θεών.
αν είναι αλήθεια
πως κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,
ή κάποιος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη
ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος που ωστόσο
είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια,
δεν το 'χει μες στη μοίρα του ν' ακούσει
μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε
πως τόσος πόνος τόση ζωή
πήγαν στην άβυσσο
για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.
.
.
.


Στον Κωστάκη μου,
.

που τον αγαπώ και τον πονάω σαν αδερφό μου,
κι ας με μαλώνει συνέχεια,
κι ας μου σουφρώνει διαρκώς αγριεμένα, τα κρητικά του φρύδια.
.

Σ’ ευχαριστώ για το kefir που μου φτιάχνεις χρόνια,
υπομονετικά, με τη στοργή σου, για να μη με πιάσει ποτέ αρρώστια…
Εσύ το φτιάχνεις, εγώ ξεχνάω να το πιώ, κι άντε πάλι απ’ την αρχή μαλώματα…
(Κωστή, μου τελείωσε πάλι…)
.

Σου στέλνω τις μελισσούλες απ’ τον χρυσόλακκο,
απ’ τα Μάλλια σου,
όπου πέρσι με γιατροπόρεψες, και μου κανες όλα τα χατίρια,
και κατάλαβες, και κατάλαβες και κατάλαβες,
και καταλαβαίνεις και καταλαβαίνεις…
(στις στέλνω τις μελισσούλες, μα είναι αλλουνού)


Ύλη: Χρυσός
Ανακαλύφθηκε στη Νεκρόπολη του Χρυσόλακκου Μάλιων.

Πρόκειται για ένα από τα ωραιότερα δημιουργήματα της μινωικής χρυσοχοΐας της παλαιοανακτορικής περιόδου.
Δύο έντομα με σώμα τρικωτό, σφήκες ή μέλισσες, είναι τοποθετημένα αντιθετικά. Πάνω από το κεφάλι τους φέρουν κλουβί από χρυσό σύρμα που περικλείει ένα είδος σφαιριδίου. Με τα πόδια τους κρατούν ένα δίσκο διακοσμημένο με λεπτή κοκκίδωση, που πιθανόν παριστάνει κηρήθρα.
Την ισορροπία του κεντρικού θέματος εξασφαλίζουν στα μεν πλάγια τα απλωμένα φτερά των δύο εντόμων, πλαισιωμένα από έξεργη πτυχωτή ταινία, ενώ στο κάτω μέρος τα τρία κρεμάμενα δισκάρια, τα οποία αρχικά περιείχαν μία χρωστική ουσία.

.

.

.

Στην αγαπημένη φίλη Ελένη Τ.,

και στον Κωστή της.

.


Για τα ξενύχτια και τη δουλειά που έχουμε τραβήξει, γράφοντας και διαβάζοντας, χρόνια ολόκληρα.


Για τα γέλια μας…


Για τ’ αγόρια που έχουμε άλλοτε ερωτευτεί…


Για τα ταξίδια μας και τη «μια ζωή περιπέτεια»…

Για κείνο το βράδυ στην Πορτογαλία, στο μοναστήρι-ξενοδοχείο, που πίναμε, καπνίζαμε και ρίχναμε τα δάκρυά μας στον Ατλαντικό…


Για κείνην την Βαρκελώνη… Για τα Παρισένια μας… Το Σετούμπαλ, τη Λισσαβώνα, το transit Amsterdam, το Vichy, Auvergne, τη Besancon, Ηélène, Ηélène μου, που εγώ στα νοσοκομεία, κι εσύ να μου κουβαλάς το δέντρο της ζωής…

Αχ, Ελένη! Αχ, Ελένη!


Σου στέλνω λίγο απ’ την


Ιθάκη μας

να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,

γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.

Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,

τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,

τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,

αν μεν' η σκέψις σου υψηλή,

αν εκλεκτή συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.

Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,

τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,

αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,

αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

.

.

.



Κι ένα έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη, που αγαπώ.

Καισαριανή
για τον Κωστή,
τον Κωνσταντίνο
και την Ελένη
μας.
Μικρό, φιλικό αφιέρωμα
στη black tulip
που είπε,
"είναι ωραίες οι τουλίπες" !
.
κι άλλες μαύρες
-εξωτικές-
.

κι οι κλασσικές μου κόκκινες
-παρέα με την ανεμοδούρα , την πεταλούδα-

η ημερωμένη μου κιτρινούλα
-πλάϊ, φύτρωσαν μονάχες τους (και ποζάρουν !)
κόκκινες καυτερές πιπερίτσες


ροζ και άσπρο

οι ροζ μου - άσπρες
Ήσυχος χώρος. Τριγύρω όμορφοι πίνακες – αφίσες, με τα αφιερώματα που έγιναν κατά καιρούς. Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας, Π. Τέτσης, Κάρολος Κουν, Γ. Μπουζιάνης, Μπαχ, Μότσαρτ, Α. Παπαδιαμάντης και άλλοι, και άλλοι… Η ελπίδα μας είναι στα παιδιά. Θα το προσπαθήσω κι εγώ.

Περπάτησα πολύ. Πολλά αυτοκίνητα, στη σειρά. Άλλοτε, τούτη δεν ήταν κεντρική αρτηρία… Χωράφια ήταν.
Κοίταξα λίγο τις βιτρίνες. Ανόρεχτα. Μπήκα και σ’ ένα παπουτσίδικο. Ένα ζευγάρι espadrilles μαύρες.
Espadrilles ισπανικές, γαλλικές, ψωνίζαμε πάντα chez Maggioros, εκεί, κάτω απ’ το υπουργείο των εξωτερικών, κοντά στην περίφημη «ταράτσα» του Αντρέα, τακ-τακ εσύ, τακ-τακ εγώ.
Έπειτα, το μαγαζί έκλεισε. Τώρα, ψωνίζει κανείς όπου βρεί. Απρόσωπα…
Στον δρόμο... Έπιασε ψιλόβροχο. Δεν έχω που να πάω. Δεν έχω ομπρέλα. Δεν ξέρω κατά που να κάνω. N' importe... Δε με περιμένει κανείς. Πουθενά. Τόσοι άνθρωποι γύρω… Τόσοι, μα τόσοι άνθρωποι… Πολυπληθής ερημία. Καν είς. Κι ο μακρινός, που σκέφτηκε να φυτέψει στον κήπο σου, ένα μικρούλι «τις». Καν είς, μακρινέ φίλε.
Μήτε εκείνος που πιστέψαμε, μήτε αυτός που νομίσαμε, μήτε αυτός που μας νόμισε…

Βρήκα μια μικρή πλατεία. Καταπράσινη. Θα μείνω εδώ, μες τις μουριές και τα πυράκανθα. Cafés τριγύρω. «Καφετέριες». Να προχωρήσω λίγο ακόμα. Πεζόδρομος. Πλακάκια κίτρινα, κόκκινα. Τα τραπεζάκια κι οι καρέκλες που βλέπετε. Καφενείον σχεδόν παραδοσιακόν.

Θα μείνω εδώ. Γιατί δίπλα, έχει ένα ανθισμένο αγιόκλημα, έναν μικρό πλάτανο, ένα άσπρο γιασεμί, και μια μυρτιά. Για τη μυρτιά κυρίως.
Το μαγαζί συνοδεύει το τσίπουρο με ζαρωμένες ελιές Θάσου και roquefort. Έστω, roquefort ! Αν είμαστε στη Γαλλία, παραδοσιακό δε θα ταν; !
Οι γέροντες κάθονται μέσα, πίνοντας τον ελληνικό τους, κι αναρωτιώνται , πώς βρέθηκε στο χώρο τους ξαφνικά ετούτη εδώ, με τα μπλοκάκια και τα στυλό με τις πένες…
Άγνωστη. Ξέμπαρκη.
Βροντάει. Πάνω, ο μαύρος, Σαββατιάτικος ουρανός που βλέπετε, με μια στάλα γαλάζιο στην άκρια.

Όλη νύχτα έβρεχε. Μπουμπουνητά. Ξύπνησα τρομαγμένη κι ήθελα να ρθω, να σου πω να μη φοβάσαι. Να φυλαχτείς από τους κεραυνούς. Θυμήθηκα το χειμώνα που κρύωσες.
-«Φυλάξου», είχα πει.
-«Μπορώ να προσέχω μόνος τον εαυτό μου», απάντησες.
Έτσι, λούφαξα. Δε θέλω άλλες προσβολές. Άλλη απονιά, δε θέλω. Έμεινα κι εγώ στο κρεβάτι μου, κι άκουγα ως το ξημέρωμα, κουκουλωμένη τους κεραυνούς. Θες φυλάξου, θες μη φυλάγεσαι.

Πέντε ώρες θα μείνω εδώ. Ως τις τρισήμιση, που θα τελειώσει το παιδί τις εξετάσεις.
Ήθελε να ρθω κοντά της. Το παιδί, που δεν απαιτεί ποτέ τίποτα. Σε τίποτα ποτέ δε με δυσκόλεψε. Ζήτησε σήμερα να ρθω κοντά. Έτσι τώρα, εδώ, θα την περιμένω πέντε ώρες.
Τα γερμανικά, που όσα λίγα ήξερα, κοντεύω πιά να τα ξεχάσω… Έχω όμως αυτήν, που παίρνει σε όλα τη σκυτάλη…

Στο δεύτερο τσίπουρο, ο μεζές πήρε προαγωγή ! Φρεσκοτηγανισμένο γαβράκι και ντομάτα τριαντάφυλλο. Όλα μαζί, euro τρία.
Ετοιμάζεται να κάνει κατακλυσμό. Κρυώνω, μα έξω θα μείνω. Παίρνει τηλέφωνο ο συγγραφέας.
-«η πρόεδρος της εταιρείας, μου λέει, δηλώνει συγκλονισμένη»
-«καλά, κόψε κάτι…» Ταπεινά ευχαριστώ τους ανθρώπους…
Ήταν να μην ανοίξεις το στρείδι, καλέ μου. Τώρα, αγάπη μου, που τ’ άνοιξες, θα χορέψουμε -κάποιοι- σκληρό ζεϊμπέκικο. Κι ας αποχώρησες εσύ... Ελεύθεροι άνθρωποι είμαστε, ο καθείς αποχωρεί όποτε θέλει… Εσύ, αποχώρησες νωρίς…

Να σου, απέναντι ο Ρώσος με το accordeon και τ’ αρχοντορεμπέτικα. Τ’ accordeon, που αγαπάς.
Υποκλίνεται στη συλλογισμένη μούρη μου, κι αλλάζει σκοπό. Αρχίζει να βροντάει ένα «paloma bianca”.
Για κοίτα! Αυτό σκέφτηκε ότι θα μ’ άρεσε;


Παρασκευή, Μαΐου 18, 2007

SOLDES !
.
Εκπτώσεις
στην αγορά αξιών
.
la porte étroite
.
.
στενό είν' το πέρασμα της αφοσίωσης
μα μόνο αυτό ξέρω να περπατάω σωστά.
γιατί αλλιώς, τι αξία να χει η ζωή μας
αν δεν μπορεί να ναι αξιόπιστη;
αδιαπραγμάτευτα αξιόπιστη ...
.
.
διαβάζω από παλιότερη σημείωση:
σε βιβλιο κριτική της Ρ. Γεωργακοπούλου, για το τελευταίο, της Ιωάννας Καρυστιάνη:
"... η Ιωάννα Καρυστιάνη, ... πιστεύει ακόμα στη δύναμη της αγάπης και δεν διστάζει να το πει.
Μια αγάπη ωστόσο, που έχει ανελαστικά προαπαιτούμενα και ρήτρα σε σκληρό νόμισμα
....................................................................................................
δεν υπάρχει θέση, για όσες γυναίκες... δεν διαθέτουν
το σπάνιο χάρισμα της αυταπάρνησης
και της χωρίς προϋποθέσεις αφοσίωσης.
Μια αρετή, που ένας ψυχίατρος θα κοίταζε καχύποπτα...»
.
.
Νομίζω, είναι εξαιρετικές παρατηρήσεις!

moi, je t' offrirai
des perles de pluie

Πέμπτη, Μαΐου 17, 2007


l' ombre de ton ombre
υπομονετικά κανάτια

Κ. σ-Μ a dit :

"Υπομονετικά", έτσι τα είπε ο Ελύτης:

...και βλέπω ανθούς να πέφτουνε στα καθαρά νερά

φύκια μελαχρινά στου φλοίσβου το νανούρισμα

κανάτια υπομονετικά στου Αιγαίου τα παραθύρια.

.

Στο "Άξιον εστί" τους έδωσε το σχήμα της γυναίκας:

Άξιον εστί στο πέτρινο πεζούλι

αντικρύ του πελάγους η Μυρτώ να στέκει

σαν ωραίο οκτώ ή σαν κανάτι

με την ψάθα του ήλιου στο ένα χέρι

.

Αλλά και ο Νίκος Γκάτσος,

τους έδωσε σημαντική θέση στη "ζωή" του:

Λίγα δένδρα λίγα σπίτια κι ένας άδειος ουρανός

είταν όλος μας ο κόσμος είταν όλο μας το βιός.

Το κανάτι στο πρεβάζι το πηγάδι στην αυλή

το κουράγιο της μητέρας του πατέρα η συμβουλή

Αυτή ήταν η ζωή μας κι όχι άλλη

μικρή και ταπεινή μα και μεγάλη

κι αν κάποτε μας πίκρανε - χαλάλι!

χαλάλι


vorias a dit :

Όμορφη πόλη
.
Όμορφη πόλη
φωνές μουσικές
απέραντοι δρόμοι
κλεμμένες ματιές
ο ήλιος χρυσίζει χέρια σπαρμένα
βουνά και γιαπιά πελάγη απλωμένα
.

Θα γίνεις δικιά μου
πριν έρθει η νύχτα
τα χλωμά τα φώτα πριν ρίξουν δίχτυα
θα γίνεις δικιά μου
.

Θα γίνεις δικιά μου πριν έρθει η νύχτα
.

Η νύχτα έφτασε τα παράθυρα κλείσαν
η νύχτα έπεσε
οι δρόμοι χαθήκαν

Στίχοι Γ. Θεοδωράκης

μου φαίνεται,

μόλις μπορέσω,

να σας στείλω μερικές από τις

όμορφες πόλεις

π' αγαπώ

άνθισε η μαύρη τουλίπα μου

Τετάρτη, Μαΐου 16, 2007

Ν. Καζαντζάκης

Από την Ασκητική

... δε με χωρούν τα φαινόμενα, πνίγουμαι!
... ο νους βολεύεται, έχει υπομονή, του αρέσει να παίζει.
μα η καρδιά αγριεύει, δεν καταδέχεται αυτή να παίξει, πλαντάει και χιμάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης.
.
... ας δεχτούμε την ανάγκη παληκαρίσια...

.
.
.
Από τον "Χριστόφορο Κολόμβο"

...Αμαρτία μεγάλη, Βασίλισσα,
να βάζεις σύνορα στην ψυχή,
να την ταπεινώνεις
και να της λες : "Δεν μπορείς να πας πιό πέρα !"
είναι σα να ταπεινώνεις το Θεό.

Τρίτη, Μαΐου 15, 2007

Signature
A.K.

Τα χω μάθει απέξω.
Όπως μαθαίνουν τα πρωτάκια το ποίημα τους ή την πρώτη ανάγνωση. Συλλαβιστά. Με κόπο. Συλλαβιστά.
Σου και ε; Σε.
Ν και οι; Πέσαμε σε δίφθογγο.
Πάμε πρώτα να μάθουμε τις διφθόγγους. Όμικρον, γιώτα, οι (ι).
Απ’ την αρχή. Σου και ε; Σε.
Ν και οι; Νοι.
Νοι και ά; Νοιά
Τόσο συλλαβιστά! Σαν τα πρωτάκια. Που τέλειωσαν το νήπιο, τέλειωσαν και το προνήπιο, τέλειωσαν και δυό χρόνια παιδικό σταθμό, λαχταρώντας να παν στην πρώτη. Πρώτη κανονική. Την πρώτη ονειρεύονταν τα παιδιά τόσα χρόνια. Το μεγάλωμα.
Και τώρα, πάλι μπουσουλώντας. Δειλά, ψιθυριστά λες, αναγνωρίζοντας το έδαφος,
Σαν τα μικρά πουλιά, παιδιά, τρελά κι εύθραυστα. Αληθινά. Αθώα. Αληθινά.

Τα χω μάθει απέξω.
Γράμμα το γράμμα.
Συλλαβή τη συλλαβή.
Λέξη τη λέξη.
Σειρά τη σειρά.
Αποστηθίζω.
Τελείες, κόμματα, παύλες, ερωτηματικά, τέλος θαυμαστικά.
Διαβάζω χαμηλά. Έπειτα μεγαλόφωνα.
Χρωματίζω τη φωνή.
Την κάνω διστακτική. Διστάζει η φωνή. Ρωτάει. Αναρωτιέται. Αγωνίζεται. Είμαι ολόκληρη μια φωνή, που διστάζει. Εξομολογείται. Μια φωνή που απολογείται. Που παρακαλεί. Που επιτέλους μιλάει.
Signature
A.K.

... ist die Welt kleiner ...

πιο μικρός, πιο μικρός
που πιο μικρός δε γίνεται
που πιο μικρός δεν υπάρχει
δεν ανασαίνει, δε ζει, σβύνει απ’ το χάρτη των ανθρώπων
τελεία
σβύνουν κι οι άνθρωποι,
η γη, οι πλανήτες, οι ήλιοι, οι γαλαξίες, οι μαύρες τρύπες, τα νεφελώματα,
μέχρι κι η κόμη της Βερενίκης θα σβηστεί
ακόμα και τ’ αστέρι του μικρού μας πρίγκηπα
μέχρι κι αυτό.
Signature
A.K.
Αν περπατούσαμε στα πεζοδρόμια
Το μπράτσο θα σου κράταγα
Μη μου σκοντάψεις
Στις μικρές, στρογγυλές πέτρες που προεξέχουν.

Αν περπατούσαμε στα πεζοδρόμια
Θα βαδίζαμε πλάϊ, αργά
Έναν περίπατο να χαρούμε
Εκεί στην αρχή της νύχτας.

Αν περπατούσαμε στα πεζοδρόμια
Θα σε σταμάτα λίγο
και θα σου λεγα
«σήκωσε το κεφάλι να δεις τ’ αστέρι».

Αν περπατούσαμε στα πεζοδρόμια
Θα σου δειχνα τους ξεφλουδισμένους κορμούς
Απ’ τους μυρωδάτους ευκάλυπτους
Πικροδάφνες θα σου δειχνα.

Αν περπατούσαμε στα πεζοδρόμια
Θα σου κοβα άγριες πασχαλιές
Μιάν αγκαλιά να σου δινα
Μωβ, που σ’ αρέσουν, να μυρίζεσαι.

Αν περπατούσαμε στα πεζοδρόμια
Θα χαιρετούσα με καλωσύνη όλον τον κόσμο.
Δε θα κλεινόμουν
Στο σκοτάδι σήμερα.
Στίχοι:
Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική:
Χρήστος Νικολόπουλος
Πρώτη εκτέλεση:
Χαρούλα Αλεξίου

Όλες του κόσμου οι Κυριακές
λάμπουν στο πρόσωπό σου...
Τι χρώματα, τι μουσικές
μες στο χαμογελό σου!
Σαν τη φωτιά είσαι ζεστός,
είσαι ο ίδιος ο Χριστός,
ένας Χριστός της γειτονιάς,
που ξέρει τι θα πει χιονιάς...

Τι όμορφο να σ'αγαπώ
και να σε καρτεράω,
να σου γλυκαίνω τον καημό,
να σε παρηγοράω
Σαν τη φωτιά είσαι ζεστός,
είσαι ο ίδιος ο Χριστός,
ένας Χριστός της γειτονιάς,
που ξέρει τι θα πει χιονιάς...