Τρίτη, Μαρτίου 06, 2007





AVE MARIA,

gratia plena,
Dominus tecum
Benedicta tu in mulieribus
Et benedictus fructus ventris tui, Jesus.

Sancta Maria, Mater Dei…

Signature
A.K.

Είπα «θα φύγω ! τ΄αποφάσισα, θα φύγω!».

Ετοίμασα μια τσάντα χειρός. Καφέ τσάντα.
Έβαλα μέσα το στυλό της πένας. Δυό μολύβια. Μια γόμα. Ξύστρα.
Το μπλόκ απ’ το μουσείο,
εκείνο που έχει φόντο στις σελίδες του τις παραστάσεις της Θήρας.
Το κόκκινο πορτοφόλι, με λίγα πάντα λεφτά,
και τις πολύτιμες δαφνούλες στο τσεπάκι.
Το τσεπάκι με το φερμουάρ, όπου ασφαλίζω τους θησαυρούς...
Να θυμηθώ, τι άλλο πήρα.
Α, ναι, το «κινητό».
Technologie mobile.
Βεβαίως, στην περίπτωσή μας tout a fait immobile…
Το carnet με τα ραντεβού, μιάς και δεν έχω πιά μυαλό, που να θυμάται τα επουσιώδη από μόνο του.
Ένα απαλό κραγιόν για τα χείλια.
Ας είπες εσύ «μονάχα το εσωτερικό, μας ενδιαφέρει».
Δεν ξεγελιέμαι πιά, με όσα λες.
Ξέρω, πως στις σουμπρέτες σου μιλάς αλλιώς.
Πεισματάρικο κραγιόν λοιπόν κι εγώ.
Μια αρμαθιά κλειδιά του σπιτιού
Και τα κλειδιά του γραφείου.

Δουκίσσης Πλακεντίας.
Metro. Σύνταγμα.
Αλλαγή metro. Πανεπιστήμιο.
Ανέβηκα τον πεζόδρομο. Ακαδημίας.
Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Μη φοβηθείς.
Καμμία σχέση με δανεικά. Και με δάνεια.
Δεν δανείζω.
Παιδιακή μου συνήθεια.
Βίωμα πιά.
Δεν δείνω δανεικά,
Σημαίνει
Δεν ζητάω πίσω.
Η επίσκεψη είχε να κάνει με το «παρακαταθηκών»
Από θήκευσα
Παρά τινος
Και κατ έθεσα

Κατέθεσα

Κατόπιν
Βάδισα ηλιόλουστα μες το πλακόστρωτο.
Metro. Σύνταγμα
Αλλαγή metro. Δουκίσσης Πλακεντίας
Επέστρεψα.

Είπα «θα φύγω» !
Τόσο ήταν το φευγιό.
Πού νόμιζες θα πήγαινα;

Δευτέρα, Μαρτίου 05, 2007


Τα Εγγλεζάκια στην Κύπρο
.
.
3 Μαρτίου 1957
.
ο 28χρονος αγωνιστής
Γρηγόρης Αυξεντίου
σκοτώνεται στην Κύπρο, από τον Αγγλικό στρατό κατοχής
.

Γρηγόρης Αυξεντίου

Μια από τις λαμπρότερες μορφές του απελευθερωτικού αγώνα του 55-59.
Γεννήθηκε στη Λύση της Αμμοχώστου το 1928. Τελειώνοντας τις Γυμνασιακές του σπουδές το 1948, πήγε στην Ελλάδα όπου και κατατάχθηκε στον Ελληνικό Στρατό. Υπηρέτησε εκεί μέχρι το 1952 με το βαθμό του έφεδρου ανθυπολοχαγού.
Μετά την απόλυση του από τις τάξεις του Ελληνικού Στρατού ήρθε στην Κύπρο και βοήθησε τον πατέρα του στις ασχολίες του κάνοντας τον οδηγό. Εκείνη την περίοδο αρραβωνιάζεται. Εντάχθηκε στην ΕΟΚΑ και έγινε υπαρχηγός του Διγενή . Είχε το ψευδώνυμο Ζήδρος και υπήρξε ο πρώτος καταζητούμενος από τους `Αγγλους, οι οποίοι τον επικήρυξαν με το ποσό των 5.000 λιρών επειδή ανατίναξε αγγλικές περιούσιες.
Μετά την επικήρυξη του καταφεύγει στα βουνά του Πενταδάκτυλου. Εκεί μαθαίνει στους αγωνιστές τη χρήση των όπλων, καθώς και τεχνικές ανταρτοπόλεμου. Η δράση του ήταν πλούσια τόσο στον Πενταδάκτυλο όσο και στο Τρόοδος όπου κατέφυγε αργότερα.

Όταν ξημέρωσε η 3η Μαρτίου :

«Ξημερώνει Κυριακή, 3 Μαρτίου 1957. Η συμφορά αλλά και η δόξα.
Ο αλογιάτης του μοναστηρίου Πέτρος, άνθρωπος αγράμματος, ύστερα από βασανιστήρια οδηγεί τους `Αγγλους στο κρησφύγετο. Οι `Αγγλοι καλούν τους αντάρτες ονομαστικά να βγουν έξω. Ο Αυξεντίου διέταξε τους συντρόφους του να εξέλθουν από το κρησφύγετο.
Εγώ - τους είπε - θα πολεμήσω και θα πεθάνω. Πρέπει να πεθάνω. Επανέλαβε το πρέπει να πεθάνω τέσσερις φορές και κάθε φορά που το επαναλάμβανε φωτιζόταν το πρόσωπο του περισσότερο από μια λάμψη υπερκόσμια και ακτινοβόλα.
Οι `Αγγλοι ουρλιάζουν και καλούν τον Αυξεντίου να βγει έξω. Ο `Αγγλος δεκανέας Μαράιν πήγε στην είσοδο και τον κάλεσε να παραδοθεί. Μα ριπή ακούστηκε και ο `Αγγλος σωριάστηκε κάτω. `Ενας `Αγγλος αξιωματικός έρριψε μια χειροβομβίδα στο κρησφύγετο που εξερράγηκε χωρίς αποτέλεσμα. Συνεχίζουν να καλούν τον Αυξεντίου να βγει. `Ενας από τους συντρόφους του, ο Αυγουστής Ευσταθίου, στράφηκε στους `Αγγλους και τους είπε:
Αφού τον σκοτώσατε τι φωνάζετε. Τότε ένας `Αγγλος τον σπρώχνει στο κρησφύγετο να βγάλει το νεκρό Αυξεντίου. Ο Αυγουστής σύρεται στο κρυσφήγετο, μπαίνει μέσα και φωνάζει στα αγγλικά: Come on, we are two now. Ελάτε, τώρα είμαστε δυο.
`Αρχισε η μάχη με διακοπές. Δυο σφοδρότατες επιθέσεις με καταιγιστικά πυρά των όπλων που διέθεταν αποκρούστηκαν. Η άμυνα ήταν αποτελεσματική. Οι δυο μαχητές προετοιμάζονταν να πραγματοποιήσουν έξοδο. Ρίχνουν τη μοναδική καπνογόνο χειροβομβίδα και με τη κάλυψη του Αυγουστή, που θα προπορευόταν να γίνει η έξοδος. Η καπνογόνος βόμβα γέμισε το γύρο χώρο πυκνό καπνό, αλλά το αυτόματο του Αυγουστή δεν λειτούργησε και τα αποτελέσματα της βόμβας διαλύθηκαν. Ακολούθησαν οκτώ ολόκληρες ώρες μάχη. Οι `Αγγλοι λυσσασμένοι από την ανέλπιστη αντίσταση των ηρωικών παλικαριών και βιαζόμενοι να τελειώσουν πριν από τη νύκτα αποφάσισαν να τους κάψουν ζωντανούς. Περιέλουσαν το κρησφύγετο με βενζίνη.

Ο Αυγουστής διηγείται:
`Ενα υγρό άρχισε να κατακλύζει το κρησφύγετο, γρήγορα δε η μυρωδιά της βενζίνης μας αποκάλυψε τις τελευταίες τραγικές στιγμές της ζωής μας. Είναι βενζίνα Μάστρε μου, του είπα. Θα μας κάψουν ζωντανούς. Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση μου και τρεις εμπρηστικές βόμβες μετέβαλαν το κρησφύγετο σε φλεγόμενο καμίνι. Βρισκόμουν στην είσοδο του κρησφύγετου γονατιστός. Οι φλόγες κάλυψαν τα μαλλιά μου και το δεξί μέρος του προσώπου μου. Ο μάστρος βρισκόταν στο βάθος του κρησφύγετου, ανάμεσα στις φλόγες που τον είχαν ζωσμένο από παντού. Στην απελπιστική εκείνη στιγμή η όψη του ήταν ήρεμη και γαλήνια, χωρίς να υποστεί καμία κάμψη. Με το ίδιο ατάραχο και αποφασιστικό ύψος και με πολλή στοργή και αγάπη, μόλις τον κοίταξα τρομαγμένος άκουσα από το στόμα του τα τελευταία λόγια που δεν ήταν άλλα από την τόσο αγαπημένη από μένα φράση, που πάντοτε υπήρξε για μένα κουράγιο και έμπνευση.
"Μη φοβάσαι Ματρόζο, μη φοβάσαι".
Μέσα σ' εκείνη την κόλαση φωτιάς ο Ευσταθίου γλίστρησε αθέατος λίγα μέτρα πιο κάτω. Ανακαλύπτεται από τους `Αγγλους του ζητούν επίμονα τον Αυξεντίου. Που είναι ο Αυξεντίου;
- `Εκρουσε εκεί μέσα τους απάντησα και έδειξα το κρησφύγετο.
- Είσαι ψεύτης, τονίζει θυμωμένα ο `Αγγλος αξιωματικός.
Διατάζει δε τον Αυγουστή να βγάλει έξω το νεκρό Αυξεντίου και απειλεί με θάνατο. Εισέρχεται ο Αυγουστής στο κρησφύγετο. Αφηγείται ο ίδιος:
Ο θρυλικός Γρηγόρης Αυξεντίου, ο αγαπημένος μας Μάστρος ήταν νεκρός ξαπλωμένος ανάσκελα. Το αριστερό του χέρι ήταν υψωμένο και από τη μέση και πάνω έιχε γίνει κάρβουνο. Το άλλο σώμα καιγόταν. `Ηταν τόσο ζεστό που κάηκα μόλις τον άγγιξα. Οι στρατιώτες μου φώναζαν να τον σύρω έξω. Δεν με πίστευαν όταν τους έλεγα πως είναι νεκρός.
Ηταν αδύνατο να παραδεχτούν πως πέθανε. Για να πεισθούν πως είναι νεκρός αφαιρέσανε μια μεγάλη πέτρα από το στόμιο του κρησφύγετου οπότε φάνηκε ο Αυξεντίου νεκρός.

Ωρα 2 μ.μ. της 3ης Μαρτίου 1957. `Ετσι έφυγε ο ήρωας Αυξεντίου. Το καρβουνιασμένο του σώμα τάφηκε στις 4 Μαρτίου στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας».
.
Τα φυλακισμένα μνήματα...
Γρηγόρης Αυξεντίου
Ευαγόρας Παλληκαρίδης.
Την πρώτη φορά, πήρα δάφνη από κοντά σας.
Τη δεύτερη φορά, ξαναπήρα.
Κουβαλάω πάντα αυτά τα φύλλα στο πορτοφόλι μου,
στη μικρή θήκη με το φερμουάρ.
Και στο κινητό,
κουβαλάω φωτογραφία
το συρματόπλεγμα στον τοίχο
και μικρό βίντεο
με τ' αντρίκια σας ονόματα
και τον έρημο τόπο.
.
ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΝΩ!

Κυριακή, Μαρτίου 04, 2007

Signature
A.K.

Έκλειψη

-της ψυχής της Σελήνης-


Σάββατο βράδυ, του Μάρτη τρείς,
και έτη δύο χιλιάδες επτά, μετά τη γέννησή σου, Χριστέ .
Έντεκα η ώρα, παρά δέκα, μετρώντας τον χρόνο συμβατικά.
Στο μπαλκόνι της Άννας.
Το όνομα, που δεν κατάφερα να μισήσω, γιατί τ’ αγάπησα τόσο...
Άννα, στέκομαι στην ακρούλα κι έχω μπροστά, το παιδικό μου βουνό.
Σκοτεινιά. Πλάϊ μου ο όγκος του. Αν απλώσω το χέρι, ίσως και να τ’ αγγίξω.
Α, όχι, δε φοβάμαι τα σκοτάδια του. Μονάχα τα σκοτεινά σπίτια με τρομάζουν. Όχι το σκοτεινό βουνό. Είναι κομμάτι μου. Μέρος απ’ τις πατούσες, απ’ τα γόνατα, απ’ τα μάτια μου κι απ’ τις γρατζουνιές των παιδικών μου χρόνων στα ξερόκλαδά του. Μέρος απ’ το μυαλό κι απ’ την ψυχή που άλωσες , είν’ ετούτο το βουνό.
Στέκομαι στο μπαλκόνι της Άννας και κοιτάω το φεγγάρι.
Ακόμα ολόκληρο.
Φωτεινό και πικρό. Σταματημένο μια μέρα ολόκληρη , στο δρομάκι με τον αριθμό πέντε.
Θα ταν κι αυτό, άλλη μια illusion, άλλο ένα απ’ αυτά, που κυνικά , θα λέγαμε «παιχνίδι φαντασίας».
Λάθος κατάλαβα. Ο αριθμός πέντε να μ’ αποκαρδιώνει, κι όλα ένα παιχνίδι φαντασίας.
Λάθος κατάλαβα. Ίσως και να μαι ένα λάθος ολόκληρη.
.


Σάββατο βράδυ, του Μάρτη τρείς,
και έτη δύο χιλιάδες επτά, μετά τη γέννησή σου, Χριστέ .
Έντεκα η ώρα και μισή, μετρώντας τον χρόνο συμβατικά..
Στο μπαλκόνι της Άννας.
Η νοτιοδυτική πλευρά του φεγγαριού απέκτησε μια μικρούλα σκιά.
Άρχισε το φαινόμενο της έκλειψης να γίνεται αντιληπτό δια γυμνού οφθαλμού.
Δεν ξέρω αλήθεια γιατί με γοητεύει, το φως που σκιάζεται…
Σε ανάστροφη πορεία βρίσκομαι. Ανακλαδίζομαι προς τα μέσα. Ερμιά.
Άννα, εσύ νίκησες.
Βλέπω το φως που σκιάζεται. Διακρίνω στα σκοτεινά, την αλήθεια γύρω.
Άννα, εσύ νίκησες.
Κάνει κρύο στο μπαλκόνι. Και στο σκοτεινιασμένο δρομάκι. Και στον παρατημένο αριθμό, πέντε.
Κρυώνω.
.


Σάββατο βράδυ, του Μάρτη τρείς,
και έτη δύο χιλιάδες επτά, μετά τη γέννησή σου, Χριστέ .
Μεσάνυχτα, πάντα συμβατικά.
Στο μπαλκόνι της Άννας.
Μισή η σελήνη.
Κι όμως, πίσω απ’ τη σκιά, αυτή υπάρχει ολόκληρη. Με πέτρες και χώμα.
Ώστε, πρόκειται λοιπόν, στ’ αλήθεια, για illusion…
Απατηλό φαινόμενο.
Απατηλά λόγια. Απατηλοί ψίθυροι. Απατηλά δάκρυα. Ζωή απατηλή.
Σαν εκείνο το παραμύθι. Που μύριζε φρέσκο μελάνι, χαρτί και δάκρυα. Που έφτυνε αίμα και τρέλα. Κι εσύ, αν το διάβασες, δεν το πίστεψες, κι αν το πίστεψες, σου ήταν αδιάφορο, ξένο. Το παραμύθι ενός ξένου.
Η σελήνη είναι ήδη μισή. Και κάνει κρύο στο μπαλκόνι.
Μυαλό μου, τι φωτιές άναψες για να ζεσταθείς, ψυχή μου, πώς κάηκες στις φλόγες τους…
.


Κυριακή ξημέρωμα, του Μάρτη τέσσερις,
και έτη δύο χιλιάδες επτά, μετά τη γέννησή σου, Χριστέ .
Μεσάνυχτα και μισή, μετρώντας τον χρόνο συμβατικά, πάντα.
Στο μπαλκόνι της Άννας.
Μια ζουμερή, κίτρινη φέτα πεπονιού το φεγγαράκι. Λαμπρή όμως φέτα.
Τι κρίμα, που δεν είσ’ εδώ να την καμαρώσεις. Τι κρίμα, να βλέπεις χώρια τις ομορφιές τούτου του κόσμου… ή ίσως δεν τις βλέπεις και καθόλου… ή ίσως, να μιλάς γι αυτές, κουβεντιάζοντας πάντα μαζί της…
Θα φύγω.
Θα φύγω, τ’ αποφάσισα, κοιτάζοντας μόνη, ετούτη την κίτρινη φέτα πεπόνι.
Γιατί, τι αξία έχει το φως, το βουνό, το σκοτάδι, η νύχτα, κι ετούτη η έκλειψη, αν δεν μπορούμε να τα δούμε, από ένα μικρούλι μπαλκόνι;
.


Κυριακή ξημέρωμα, του Μάρτη τέσσερις,
και έτη δύο χιλιάδες επτά, μετά τη γέννησή σου, Χριστέ .
Μία το ξημέρωμα, μετρώντας τον χρόνο συμβατικά, πάντα.
Στο μπαλκόνι της Άννας.
Δεν υπάρχει πιά φεγγάρι.
Δεν βλέπω πια φεγγάρι, μ’ ακούς;
Άκουσες άραγε ποτέ;
Ή όλα μια αυταπάτη; Ο έρωτας στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, του φεγγαριού που είναι καμωμένο από πέτρες και χώμα κι ουράνια σκόνη. Πιο γήινο απ’ τη Γη… Το φεγγάρι.
Θυμάμαι μια φορά, τα λόγια
«πιο πολύ από το αν με πίστευες λιγάκι, θα σαν όλα αληθινά, εγώ έχω να πω, δίχως τη δική σου αγάπη γρήγορα περνά ο καιρός…»
Άννα, καλή μου, για σένα ...
Κι η αγάπη παρκαρισμένη στο δρομάκι, μια ολόκληρη μέρα, στον αριθμό πέντε, μιά ολόκληρη, τεράστια στιγμή, μιά ολόκληρη, μικρούλα ζωή, – παιχνίδια που παίζει η επιθυμία, η ανάγκη, το μυαλό -…
Κι η νύχτα, δίχως φεγγάρι, σε ολική έκλειψη.

Σάββατο, Μαρτίου 03, 2007



ΟΛΙΚΗ ΕΚΛΕΙΨΗ ΣΕΛΗΝΗΣ

.

Θ' αρχίσει απόψε, Σάββατο, 22.18 ,

23.30 σε εξέλιξη,

00.44 - 1.57 το ξημέρωμα Κυριακής η ολική φάση,

με αποκορύφωμα (μέγιστη κάλυψη) στις 1.21

Λήξη φαινομένου 4.24


σε μετονομάζω
Ντράγιερ !

· complete list
of rose photos

Φτου κι απ’ την αρχή,
πάλι σε θρανία μας βλέπω !

.

Αν με θέλεις, δηλαδή, για μαθήτρια, απ’ το Σεπτέμβρη σου ρχομαι ακροάτρια…
Μ’ άρεσε η ambiance, αλλά κι αυτά που άκουσα…

Ο Ισλαμικός νόμος, που είναι γι αυτούς πηγή Δικαίου.
Η άμεση Δημοκρατία (περιελήφθη και στο Κοράνι), που κάποτε εξοβελίστηκε...
Η ύπαρξη των ανθρώπων προσδιορίζεται ως προς τον «Οίκο»
Θεόδοτη η νομοθεσία. Ιερονομική Βίβλος → Σύνολο κανόνων Δικαίου.
Το Κοράνι χρησίμεψε και ως Σύνταγμα.
Επίκτητα πολιτιστικά γονίδια.
Σε κράτη, η αριστερά υπερασπίζεται την «κοσμικότητα»
Πιστεύω να είδες, πως μονάχα εμείς οι δυό κρατάγαμε χαρτί και μολύβι…
Και πού να δεις, μες στο σινεμά, μες στα σκοτάδια, πώς τα καταφέρνω… ζήτημα εξάσκησης…

Μέση λογοτεχνία των Αράβων.
Ρευστότητα και μουσικότητα της γλώσσας. (έχω λησμονήσει ακόμα και το α ! Μονάχα λίγες λέξεις μου μείνανε, κι αυτές προφορικά…)
Νυχτέρια Αραβικής ποίησης στην έρημο !
Καμιά μέρα, θα μιλήσουμε και για άλλα νυχτέρια στην έρημο…
Αντάρ - αντρειωμένος → Διγενής Ακρίτας
Η Αγάπη, που περιλαμβάνει περισσότερα, απ’ ό, τι ο έρωτας…
(θετικό ! και θεϊκό !)
Ο άνθρωπος, που ανεβαίνει και κατεβαίνει, χάρις στην αξία του λόγου.
Λόγος φτερωτός.
Ο τρελός της Λάϊλα. Έπος αγαπητό, σ’ όλη την Ανατολή. Τρελός είναι αυτός που κρύβει μέσα του το νόημα…
(c., m. c., λες να μαστε τρελοί);
Κι εσύ, με τον φρέσκο σου λόγο, μου θύμισες μικρό κοριτσάκι, μ’ εκείνο το «έχασα τις σελίδες μου!»
Η τεχνική του χαρτιού. Η λογιοσύνη τον 8ο και 10ο αι.
Αραβικός ανθρωπισμός.
Η πρώτη μετάφραση στα ελληνικά, για τον κυρ Αλέξιο Κομνηνό
-αδερφούλα μου, τζόρας είσαι στην ανάγνωση! Σωστή θεατρίνα! Όταν στο είπα, απάντησες φυσικά «μα, είμαι δασκάλα!»-
Λες, C. , να μαστε απ’ την ίδια στόφα φτιαγμένοι; !
«κι αν ήταν ο ντουνιάς σωστός, δε θα ταν οι μικροί στην εξουσία»
Η Μακάμα, αρχίζει πάντα να εξιστορεί στο τρίτο πρόσωπο.
(εδώ, θα κάνω παρατήρηση, μη λογοτεχνική: μήπως κι η Μακάμα, χρειάζεται το ξεκάρφωμα;)
Ταξιδιώτης στη χίμαιρα.
Η αλήθεια είναι, ότι αγνοούσα για την ετυμολογική ερμηνεία, της Μωρίας του Έρασμου
Η ποίηση της Αραβοσύνης!
εξαιρετικά!

Πέμπτη, Μαρτίου 01, 2007

De l’ aube claire
jusq’ a la fin du jour

Mon enfant, ma soeur,
Songe à la douceur,
D'aller là-bas, vivre ensemble!
Aimer à loisir,
Aimer et mourir,
Au pays qui te ressemble!
Les soleils mouillés,
De ces ciels brouillés,
Pour mon esprit ont les charmes,
Si mystérieux,
De tes traîtres yeux,
Brillant à travers leurs larmes.
.
Là, tout n'est qu'ordre et beauté,
Luxe, calme et volupté.
Des meubles luisants,
Polis par les ans,
Décoreraient notre chambre;
Les plus rares fleurs
Mêlant leurs odeurs
Aux vagues senteurs de l'ambre,
Les riches plafonds,
Les miroirs profonds,
La splendeur orientale,
Tout y parlerait
A l'âme en secret
Sa douce langue natale.
Là, tout n'est qu'ordre et beauté,
Luxe,calme et volupté.
Vois sur ces canaux
Dormir ces vaisseaux
Dont l'humeur est vagabonde;
C'est pour assouvir
Ton moindre désir
Qu'ils viennent du bout du monde.
.
--Les soleils couchants
Revêtent les champs
Les canaux, la ville entière
D'hyacinthe et d'or;
Le monde s'endort
Dans une chaude lumière
Là, tout n'est qu'ordre et beauté,
Luxe, calme et volupté.

Douce France
Paroles: Charles Trenet. Musique: Léo Chauliac 1943


1.
Il revient à ma mémoire
Des souvenirs familiers
Je revois ma blouse noire
Lorsque j'étais écolier
Sur le chemin de l'école
Je chantais à pleine voix
Des romances sans paroles
Vieilles chansons d'autrefois
.
Douce France
Cher pays de mon enfance
Bercée de tendre insouciance
Je t'ai gardée dans mon cœur!
.
Mon village au clocher aux maisons sages
Où les enfants de mon âge
Ont partagé mon bonheur
Oui je t'aime
Et je te donne ce poème
Oui je t'aime
Dans la joie ou la douleur
.
Douce France
Cher pays de mon enfance
Bercée de tendre insouciance
Je t'ai gardée dans mon cœur
.
2. J'ai connu des paysages
Et des soleils merveilleux
Au cours de lointains voyages
Tout là-bas sous d'autres cieux
Mais combien je leur préfère
Mon ciel bleu mon horizon
Ma grande route et ma rivière
Ma prairie et ma maison.