Τρίτη, Μαρτίου 27, 2007


Μπράβο !
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
δηλαδή,
ταπεινά το λέω το "μπράβο".
ποιός είμ' εγώ, που θα μπορούσα να επιβραβεύσω!
απλά, μου βγήκε αυθόρμητα...
το πιθανότερο,
-κατά Άσπα πάντα-
να μην το δει και κανείς...

Δευτέρα, Μαρτίου 26, 2007


SALVATORES
DEI
.
Τι κάνετε, άραγε εσείς,
σαν χάνετε το κουράγιο σας;
Σαν απογοητεύεστε;
Σαν είστε κουρασμένοι;
Σαν έχετε λυγίσει;
.
Ας διαβάσουμε λίγο
την Ασκητική...


Ο νους βολεύεται, έχει υπομονή, του αρέσει να παίζει. Μα η καρδιά αγριεύει, δεν καταδέχεται αυτή να παίξει, πλαντάει και χιμάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης.
…………………………………………………………………………………………

Και μάχουμαι πώς να γνέψω στους συντρόφους, προτού πεθάνω. Να τους δώσω το χέρι μου, να προφτάσω να συλλαβίσω και να τους ρίξω έναν ακέραιο λόγο.
Να τους πω τι φαντάζουμαι πως είναι ετούτη η πορεία. Και κατά πού ψυχανεμίζουμαι πως πάμε. Και πως ανάγκη, να ρυθμίσουμε όλοι μαζί το περπάτημα και την καρδιά μας.
…………………………………………………………………………………………

Ας ενωθούμε, ας πιαστούμε σφιχτά, ας σμίξουμε τις καρδιές μας, ας δημιουργήσουμε εμείς, όσο βαστάει ακόμα η θερμοκρασία τούτη της Γης, όσο δεν έρχουνται σεισμοί, κατακλυσμοί, πάγοι, κομήτες να μας εξαφανίσουν, ας δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο και μιάν καρδιά στη Γης, ας δώσουμε ένα νόημα ανθρώπινο, στον υπερανθρώπινον αγώνα!
………………………………………………………………………………………….

Πολεμούμε γιατί έτσι μας αρέσει, τραγουδούμε κι ας μην υπάρχει αυτί να μας ακούσει. Δουλεύουμε, κι ας μην υπάρχει αφέντης, σα βραδιάσει, να μας πλερώσει το μεροκάματό μας.
Δεν ξενοδουλεύουμε. Εμείς είμαστε οι αφέντες. Το αμπέλι τούτο της Γης είναι δικό μας, σάρκα μας και αίμα μας.
Το σκάβουμε, το κλαδεύουμε, το τρυγούμε, πατούμε τα σταφύλια του, πίνουμε το κρασί, τραγουδούμε και κλαίμε, οράματα κι ιδέες ανηφορίζουν στην κεφαλή μας.
………………………………………………………………………………………….

Είναι το σύνθημα της Πορείας. Αν δεν ακούσεις την Κραυγή τούτη να σκίζει τα σωθικά σου, μην ξεκινήσεις!
Ξακλούθα με υπομονή, με υποταγή την ιερή θητεία …
Κι αφουγκράζου: Στον ύπνο, στον έρωτα, στη δημιουργία, σε μια αφιλόκερδή σου περήφανη πράξη ή μέσα σε βαθιά, απελπισμένη σιωπή, ξάφνου, μπορεί ν’ ακούσεις την Κραυγή και να κινήσεις.
………………………………………………………………………………………….

Διαλέγω τον ανήφορο, γιατί κατά κει με σπρώχνει η καρδιά μου. «Απάνω! Απάνω! Απάνω!» φωνάζει η καρδιά μου, και την ακολουθώ μ’ εμπιστοσύνη.
………………………………………………………………………………………….

Αγάπα τον κίντυνο. Τι είναι το πιο δύσκολο; Αυτό θέλω! Ποιο δρόμο να πάρεις; Τον πιο κακοτράχαλον ανήφορο. Αυτόν παίρνω κι εγώ. Ακλούθα μου!
…………………………………………………………………………………………

Άκουσες την Κραυγή και κίνησες. Πέρασες από αγώνα όλες τις πολεμικές θητείες του στρατευόμενου ανθρώπου.
………………………………………………………………………………………….

Ο Θεός μου δεν είναι παντοδύναμος. Αγωνίζεται, κιντυνεύει κάθε στιγμή, τρέμει, παραπατάει σε κάθε ζωντανό, φωνάζει. Ακατάπαυστα νικιέται και πάλι ανασηκώνεται, γιομάτος αίμα και χώματα, και ξαναρχίζει τον αγώνα.
Είναι όλος πληγές, τα μάτια του είναι γιομάτα φόβο και πείσμα, τα σαγόνια και τα μελίγγια του είναι συντριμμένα. Μα δεν παραδίνεται, ανεβαίνει. Με τα πόδια, με τα χέρια, δαγκάνοντας τα χείλια, ανεβαίνει ανένδοτος.

Κυριακή, Μαρτίου 25, 2007


«Ο Δ. ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΕΙ ΤΟΝ Μ. ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ

ΚΑΙ ΘΑΡΘΕΙ ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ»



Διονύση Σαββόπουλου (1988)

Έλλη Πασπαλά - Νίκος Παπάζογλου - Διονύσης Σαββόπουλος

.

Θα φέρει η θάλασσα πουλιά - Πριν το χάραμα μονάχος

κι άστρα χρυσά τ’ αγέρι – Να κόψω ένα λεμόνι

να σου χαϊδεύουν τα μαλλιά – Η νύχτα φεύγει ολόχαρη

να σου φιλούν το χέρι – Σαν μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει

Χάρτινο το φεγγαράκι – Αν παρήλθον

ψεύτικη η ακρογιαλιά – Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι

αν με πίστευες λιγάκι – Σιγανά, σιγανά, σιγανά και ταπεινά

θα ‘σαν όλα αληθινά - Δίχως τη δική σου αγάπη – Μια θάλασσα μικρή

γρήγορα περνάει ο καιρός – Ιτιά λουλουδιασμένη

δίχως τη δική σου αγάπη – Μαράθηκε μαράθηκε

είναι ο κόσμος πιο μικρός – Αι γενεαί πάσαι

αν με πίστευες λιγάκι θα ‘σαν όλα αληθινά.



«ΘΕΑΤΗΣ»

Νίκου Αντύπα (1998)

.

'Ετσι όπως κάνεις, έτσι όπως πας

το δρόμο χάνεις και παραπατάς

μη μου ζορίζεσαι πάει βαθιά η ρίζα του Ιεσσαί.

Το ευχαριστώ που σου χρωστώ είναι βαθύ,

βαθύτερο απ' τον έρωτα

κι όμως αυτό το ευχαριστώ δεν έχω βρει τα λόγια να στο πω.

Να μην τρομάζεις, μην σταματάς μπρος να κοιτάζεις και να μ' αγαπάς

μην απελπίζεσαι είναι βαθιά η ρίζα του Ιεσσαί.

Να μην τρομάζεις, να μ' αγαπάς μπρος να κοιτάζεις,

να μην απελπίζεσαι

κι όταν δειλιάζεις και δεν τολμάς να μ' αγκαλιάζεις και να προχωράς.

Το ευχαριστώ που σου χρωστώ είναι βαθύ,

βαθύτερο απ' τον έρωτα

το σ' αγαπώ, αυτό ακόμα ψάχνω τρόπο να στο πω.

Το ευχαριστώ που σου χρωστώ είναι βαθύ,

βαθύτερο απ' τον έρωτα

κι όμως αυτό το ευχαριστώ δεν έχω βρει τον τρόπο να στο πω.



«ΣΤΗΝ ΗΧΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ»

Nότη Μαυρουδή (2002)

.

Άκου κι αυτό το μυστικό που το κρατάω κρυμμένο

είναι γραφτό μα είναι γλυκό είναι και μαγεμένο.

Μεταμορφώνομαι λοιπόν μπροστά στα μάτια ολονών

τραγουδάκια τραγουδάω και δεν μιλάω προς το παρόν.

Κι αν υπάρχεις κάπου εσύ σε μια πόλη σε μια πόλη στο νησί

θα το πιείς το μυστικό μου κάποια νύχτα σαν κρασί.

Εγώ είμαι εδώ κι εσύ είσαι εκεί κι είναι στη μέση ο χρόνος

μα θα σε βρω μια μαγική βραδιά που θα ‘σαι μόνος.

Μεταμορφώνομαι λοιπόν μπροστά στα μάτια ολονών

και σε ψάχνω και με ψάχνεις στα τυφλά προς το παρόν.

Κι αν υπάρχεις κάπου εσύ σε μια πόλη σε μια πόλη στο νησί

θα το πιείς το μυστικό μου κάποια νύχτα σαν κρασί.



«ΦΩΝΗ ΑΙΓΑΙΟΥ»

Ευανθίας Ρεμπούτσικα (2005)

.

Τι ειν’ αυτό που φοβάμαι

τι ειν’ αυτό που τρέμω και ζητώ

μα δε βρίσκω λόγια να το πω

Έρωτας να ‘ναι τάχα σαν αυτόν που χρόνια αναζητώ

να τον ζήσω κι όχι να τον πω

Έλα, έλα να το ζήσουμε αυτό έλα η ζωή μας χρωστάει έλα,

έλα κι αν κοιμάμαι βαθιά χτύπα το κορμί ξενυχτάει

Τι ειν’ αυτό που φοβάμαι και μαζί σου παίζω το κρυφτό

μα δε βρίσκω τόπο να κρυφτώ

Με κοιτάς και το νιώθω πως μαζί θα πιάσουμε βυθό

κι όμως δε με νοιάζει να σωθώ

Έλα, έλα να το ζήσουμε αυτό έλα η ζωή μας χρωστάει έλα,

έλα κι αν κοιμάμαι βαθιά χτύπα το κορμί ξενυχτάει



«LIVE AT THE ODEON OF HEROD ATTICUS»

Νότη Μαυρουδή (2004)

.

Φώναξέ με αγάπη φώναξέ με

στο νυχτωμένο σπίτι να ακουστεί η φωνή σου

προτού μέσα στη νύχτα να χαθώ

στους λυπημένους κήπους ανατέλλεις

φώναξέ με αγάπη φώναξέ με

Κράτησέ με αγάπη κράτησέ με

μη μ’ αφήνεις τόσες νύχτες μόνη

στα γέρικα πλατάνια και στις δάφνες το βράδυ πια δεν αγρυπνά

Κράτησέ με αγάπη κράτησέ με



«Η ΛΑΪΚΗ ΑΓΟΡΑ»

Μάνου Χατζιδάκι (1987)

.

Κοίτα με στα μάτια κι έλα πιο κοντά άγια μου καρδιά κι αγαπημένη

άκουσα κι απόψε πόρτα να βροντά πέτρες θα κυλάν, πέτρες θα κυλάν οι πεθαμένοι.

Πώς να το ξεχάσω κείνο το παιδί στο περιβολάκι τ’ Άη Νικόλα

έπινε τον ήλιο σαν χλωρό κλαδί πριν το θυμηθούν τα πολυβόλα.

Κοίτα με στα μάτια και με το σουγιά πάρε από τη φλέβα μου μελάνι

γράψε τ' όνομά του στην αστροφεγγιά

χέρι φονικό, χέρι φονικό να μην το φτάνει.



«Ο ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ ΣΤΗ ΡΩΜΑΪΚΗ ΑΓΟΡΑ» (1986)

.

Θάλασσα πλατιά σ' αγαπώ γιατί μου μοιάζεις

θάλασσα βαθιά μια στιγμή δεν ησυχάζεις

λες κι έχεις καρδιά την καρδιά μου τη μικρούλα τη φτωχιά.

Όνειρα τρελά που πετούν στο κύμα πάνω

φτάνουν στην καρδιά και τα νιάτα μας ξυπνάνε

όνειρα τρελά και οι πόθοι φτερουγίζουν σαν πουλιά.

Έχω έναν καημό που με τρώει γλυκά και με λιώνει

έχω έναν καημό

θά ‘ρθω να στον πω αδερφή μου εσύ θάλασσά μου σ' αγαπώ.

Κύματα πουλιά στα ταξίδια σας που πάτε

τα αλαργινά την πικρή μου λύπη πάρτε

κι από εκεί μακριά να μου φέρετε κι εμένα τη χαρά.



«Η ΛΑΪΚΗ ΑΓΟΡΑ»

Μάνου Χατζιδάκι (1987)

.

Είχε σημάνει ο εσπερινός θυμάμαι

που γέμισε ο ουρανός πουλιά

καθώς στεκόσουν πλάι μου θυμάμαι

σε πήρα και σε σήκωσα ψηλά.

Κυλάν τα σύννεφα και τρέχει η φωνή μου

να την ακούσεις και να ‘ρθείς

και μες στον κήπο αφήνω το κορμί μου

κρυμμένο στα λουλούδια να το βρεις.

Σ' αναζητώ κάθε πρωί στο περιβόλι

με τη δροσιά, με το νοτιά καίγομαι όλη

δυο τριαντάφυλλα μαζεύω στην ποδιά μου

που σαν έρθεις να μυρίζουν τα μαλλιά μου.

Για δες τη νύχτα πώς ο κήπος μας ανθίζει

καθώς ο αγέρας το τραγούδι μας σφυρίζει.



«H ΔΗΜΗΤΡΑ ΓΑΛΑΝΗ ΣΤΟ ΧΑΡΑΜΑ» (1996)

…………………………………………..

η αγάπη πάει με μπαστούνι

κι εγώ με γκάζια στο τακούνι.

Το άσθμα μου κι ο βρυχηθμός μου

στα ραδιόφωνα του κόσμου

...........................................................................

Νιώθω για Σε
Πατρίδα μου
στα σπλάχνα
χαλασμό.

Σάββατο, Μαρτίου 24, 2007

Το πρώτο κομμάτι
αναφέρεται
σ' αυτήν ακριβώς
τη μοναχική
κολόνα
της δυτικής
εισόδου.





Signature

A.K.



Sir Arthur Evans,


Η πορφυρή κολόνα
Της Δυτικής εισόδου -σαν τις Καρυάτιδες-
να κρατά στους ώμους τμήμα της πέτρινης οροφής.
Ίσως δεν είν' αυτή κολόνα
Ίσως είν' ο Άτλαντας, φορτωμένος τη Γη...
.


Sir Arthur Evans,


Η κοινότητα στέκει σε στάση «σεβίζουσα»
Ενώπιόν σου,
Ντυμένη με μαύρα πουκάμισα - της τιμής.
Και τα περήφανα κεφάλια χαμηλά.
Το δεξί μπράτσο ορθή γωνία κι η απαλάμη στο στήθος
Έξι χιλιάδες επτακόσια χρόνια παλιές
Βρήκα τις ρίζες του πλατάνου
Και κάθισα να δροσιστώ στον ίσκιο...




.

.

.

.

.

Signature

A.K.

.

Sir Arthur Evans,

Στις πομπικές οδούς οι μουσικοί

Κι εμείς να κρατούμε τα τάματα

Για της Αγρύπνιας τη Θεότητα

Και της Απελπισίας το Θεό Μίνωα

Κι άλλα στο διάβα μας πιθάρια

Με σιτηρά Με λάδια Με κρασί Με ελιές

Κι εμπορικές καταγραφές σε γραμμική Β΄

Κι έπειτα δώδεκα πλατιά σκαλιά

Ν' ανέβουμε στο - piano nobile -

Κρύπτες και ιερά

Κι η Θεά των φιδιών

Με δυό υπέροχα άσπρα στήθια

Σα ζωντανά, τρεμάμενα περιστέρια



.

.

.

.

.

Signature

A.K.

.

Εκεί, ανάμεσα σε δαιδαλώδεις μυρμηγκοφωλιές

Και στους «διαδρόμους των αδιεξόδων»

Ανάμεσα σε λίθινες γούρνες

Στις δάφνες και τις στεγνές συκιές

Στάθηκα εκστατική μέσα στον ήλιο

Κοντά στα «φρέσκα».

Φυτά και γρύπες, με σώμα λιονταριού,

Μεγάλα, αμυγδαλωτά μάτια

Κρίνοι γαλάζιοι

Κι ο πρίγκηπας.

Στάθηκα με τις ώρες. Άδειασε ο τόπος. Νύχτωσε.

Μόνο αστέρια να λάμπουν πέρα, στο Πέλαγος

Πλησίασα τα κρίνα με τους γαλάζιους μίσχους.

Με κίνδυνο της ζωής μου

-έγκλημα κατά της ανθρωπότητας!-

ήθελα να μαζέψω , να στα στείλω,

να σου θυμίσουν εκείνα τ' άλλα που αγαπάς,

τ' άσπρα κρίνα στην άμμο...

.

Sir Arthur Evans,

Για τις «δεξαμενές των καθαρμών»

Κατεβαίνεις σκαλιά...

της Κρήτης
.

τα ατίθασα

ορεινά χωριά

λίγο σαν

τα ατίθασα

Gaulois

Adenium obesum

ή

la rose du desert

ή

το άνθος του κάκτου

.

Signature

A.K.

.

Tentation du Christ au désert



Τα χρόνια που έλειψες, Θεέ μου, στην έρημο, ήσουν καλά; Πώς ήσουν πάντοτε καλά;! Αναρωτιέμαι!... Ήσουν πάντα καλά; Την ξέρω την έρημο... ήμουν κι εγώ εκεί... Κι εγώ την αγάπησα... άλλο όμως «αγαπάω» κι άλλο «είμαι καλά»... Σκληρή είν' η έρημος. Για πες, Εσύ, πώς την άντεξες; Για πες, Εσύ, πώς μπόρεσες να είσαι καλά; Τις νύχτες, στην έρημο, η θερμοκρασία κατεβαίνει πολύ. Εσύ, δεν κρύωνες; Κρύωνες; Και τι έκανες; Απλά, κρύωνες... Βάδιζες τις νύχτες; Σκεφτόσουνα; Τι σκεφτόσουνα; Την σκεφτόσουνα; Σου έλειπε; Δεν σου έλειπε; Δε γίνεται να μη σου έλειπε! Άνθρωπος ήσουνα... Τι έτρωγες; Ρίζες; Ακρίδες; Δεν ήταν πικρές; Θυμάμαι τις μικρούλες, άγριες καρπουζιές στην άμμο. Άνυδρες. Μαζεύονταν σκορπιοί τριγύρω. Σε δάγκωσε ποτέ σκορπιός; Πόνεσες; Νερό δεν έπινες; Τα χείλη σου, δεν ήταν στεγνά; Τα μέσα σου, δεν ήταν στεγνά; Άνυδρα. Τις μέρες, τι έκανες; Πάλι σκεφτόσουνα; Πάλι περπάταγες; Μες στο λιοπύρι; Γυμνάσια στον εαυτό σου έκανες; Ασκήσεις αντοχής; Τα έφτανες τα όριά σου; Τα ξεπέρναγες; Πώς άντεξες; Ανάγκες δεν είχε το σώμα σου; Δεν σου λειψαν τα χάδια; Τα φιλιά της; Ο οργασμός; Ο έρωτας; Της ψυχής της το άγγιγμα; Δε σου λειψε το γέλιο; Η καλωσύνη της; Τα νεύρα; Η στοργή, τα χέρια, η φωνή της; Σε ποιόν μιλούσες; Στα λιθάρια και τα ερπετά; Στους μικρούς θάμνους; Στα γεράκια; Τα γεράκια είχες φίλους; Πώς έκανες, Θεέ μου, τέτοια επιλογή; Την έρημο!

Παρασκευή, Μαρτίου 23, 2007

Είναι πανάκριβο...
.
.

Στίχοι: Νικόλας Άσιμος
Μουσική: Νικόλας Άσιμος
.
.
Αγαπάω κι αδιαφορώ
και κρατάω τον κατάλληλο χορό
το λοιπόν θα αγαπάω και μένα
όπως εσένα
.
Μην παρανοείς τα λόγια που 'χω πει
είναι η πιο απλή του κόσμου συνταγή
νιώσε με για να σε νιώσω κι ας πονάς
είν' πανάκριβο σ'το λέω ν' αγαπάς
.
Κοίτα με στα μάτια με υπομονή
διώξε του άλλου κόσμου την επιρροή
νιώσε με για να σε νιώσω κι ας πονάς
είν' πανάκριβο σ'το λέω ν' αγαπάς
.
Αγαπάω κι αδιαφορώ
και μαζί σου το 'χω μάθει και αυτό
παραδόξως ν' αγαπάω και μένα
όπως εσένα
.
Την εικόνα αυτού του κόσμου δεν μπορώ
ούτε μέσα στη σκιά του θα χαθώ
μάγεψαν και σένανε τα ξωτικά
κάνεις πάλι κύκλους σ' άλλη αγκαλιά
.
Και μη μας τρομάζουν φως μου οι πληγές
στις χρυσές στιγμές μας πλάι και αυτές
νιώσε με για να σε νιώσω κι ας πονάς
είν' πανάκριβο στο λέω ν' αγαπάς
.
Αγαπάω κι αδιαφορώ
κι έχω φτιάξει έναν καινούργιο εαυτό
τώρα πια με αγαπάω και μένα
όπως εσένα
.


Ή ίσως,
απόψε,
από τούτο το ταξίδι,
δε γύρισες

Πέμπτη, Μαρτίου 22, 2007

σιγά σιγά


κι αυτό το βράδυ

στα σκαλοπάτια σου

και πάλι

θα βρεθώ






Βρέχει ο Θεός

Σταμάτης Κόκοτας

Ν. Γκάτσος / Δ. Μούτσης


Σιγά-σιγά κι αυτό το βράδυ
θα ’ρθω στην πόρτα σου για λίγο να σταθώ
Σιγά-σιγά μες στο σκοτάδι
ένα παράπονο της νύχτας θα σου πω

Μη μου κρατάς κλειστή την πόρτα
Βρέχει ο Θεός και θα βραχώ
Άνοιξε αγάπη μου σαν πρώτα
να μπω κι εγώ να ζεσταθώ

Σιγά-σιγά κι αυτό το βράδυ
στα σκαλοπάτια σου και πάλι θα βρεθώ
Σιγά-σιγά μες στο σκοτάδι
ένα παράπονο της νύχτας θα σου πω

Μη μου κρατάς κλειστή την πόρτα
Βρέχει ο Θεός και θα βραχώ

Τετάρτη, Μαρτίου 21, 2007



Jeanne d’ Arc
.
.

vitrail
.
.
eglise cervieres
.
.
Loire
.
.
.
.
.
Ο Charles Péguy

γεννήθηκε στην Ορλεάνη το 1873 και σκοτώθηκε στο μέτωπο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου τον Σεπτέμβριο του 1914.
Ήδη κατά τη διάρκεια των σπουδών φιλοσοφίας που πραγματοποίησε στο Παρίσι ξεκίνησε να αρθρογραφεί, συνδυάζοντας έναν ιδιότυπο ουτοπιστικό σοσιαλισμό με τις πνευματικές και θρησκευτικές αναζητήσεις ενός πατριώτη.
Έχοντας σταθεί από την πρώτη στιγμή στο πλευρό του Dreyfus, υποστηρίζοντας δυναμικά την αναθεώρηση της περίφημης δίκης, ο Péguy αρνήθηκε να αποδεχτεί την αποδέσμευση του κράτους από την εκκλησία.

…………………………………………………..
Το πρώτο του δράμα, που αφιερώνει στην Ιωάννα της Λωραίνης, το 1897, πηγάζει από την ενδελεχή ιστορική έρευνα των αρχείων, χωρίζει σε τρία μέρη ολόκληρη την ιστορία της Ιωάννας και εμφανίζει μια πολυπρόσωπη ανάπτυξη σε μία πρόζα που κατά καιρούς ενσωματώνει τη λυρική ποίηση.
Το 1910 ο Péguy έχει ήδη περάσει μια δεκαετία ως εκδότης και βασικός συντάκτης των Cahiers de la Quinzaine (Τετράδια του δεκαπενθημέρου): σ’ αυτά δημοσιεύει το «Μυστήριο της καλοσύνης της Ιωάννας της Λωραίνης» αφαιρετικό ποιητικό δράμα όπου φέρνει την ηρωίδα αντιμέτωπη με το λυτρωτικό άκουσμα μιας μυστικιστικής, γεμάτης λατρεία περιγραφής του Θείου Πάθους και του πόνου της μητέρας του Ιησού.

Τρίτη, Μαρτίου 20, 2007

Vincent Van Gogh
δεν ξέρω αν
.
πρέπει να είναι

nuit etoilee

ή ήλιοι

ή les tourbillons

de notre vie


The Wind
That Shakes the Barley.
.

.

.

.

.

.

.

D’ après Charles Péguy

“Mon enfance”

Tous les matins, je me levais de bonne heure.
J’ avais dès ce temps là, bonne envie de dormir, mais je disais tous les soirs à maman de me réveiller de bonne heure le lendemain, à six heures justes, parce que j’ avais à travailler. Maman n’ y manquait pas. Elle même, se levait tous les matins à quatre heures, hiver comme été, pour travailler à rempailler les chaises…

A cette heure là, ma grand-mère n’ était pas encore levée, mais déjà le poêle rouge ronflait dans la maison chauffée, je me mettais à l’ ouvrage et je travaillais sérieusement .

L’ heure marchait, ma grand- mère se levait et faisait chauffer le café dans la marmite. A sept heures et demie sonnant, je me débarbouillais, je cirais mes sabots, je me lavais les mains, je m’ habillais, tous les matins à la même heure et à la même vitesse. Je déjeunais en trempant un bon morceau de pain dans une bonne tasse de café noir bien chaud. Maman m’ embrassait sur le pas de la porte, je partais pour la classe du matin.



ετίναξε
την ανθισμένη
ροδακινιά
με
τα χεράκια της



ζεστά
.
.
της ζωής μας
.
.
χρώματα


les tournesols

.

.

με τη φωνή της Μούσχουρη





τα ευλογημένα

iris μου





"έλα στον ώμο μου

να ονειρευτείς"

AN
τελικά το blog
δεν το καταργήσουμε, μάλλον θα πρέπει
να του βάλουμε μουσική.
...και Κύριος οίδε, πώς γίνονται αυτά...

Κυριακή, Μαρτίου 18, 2007

Είν΄η πρώτη φορά
που έχω ανάγκη
ν' αφιερώσω ένα ποίημα
στον εαυτό μου...
.
.
Ράντυαρντ Κίπλινγκ
.
.

Αν...
.
.

Αν μπορείς να κρατιέσαι νηφάλιος, σαν όλοι τριγύρω τα 'χουν χαμένα και φταίχτη σε κράζουν για τούτο.
Αν μπορείς να πιστεύεις σε σένα, σαν όλοι για σένα αμφιβάλλουν,μα και ν' ανέχεσαι εσύ ν' αμφιβάλλουν για σένα.
Αν μπορείς να προσμένεις, χωρίς ν' αποκάνεις ποτέ καρτερώντας.
Κι αν, σα σε μπλέξουνε ψεύτες, εσύ σε ψευτιές δεν ξεπέσεις.
Κι αν μισημένος, κρατείς την ψυχή σου κλεισμένη στο μίσος,μα χωρίς και να δείχνεις ποτέ περισσή καλωσύνη
κι ουδέ πάρα πολύ συνετός στις κουβέντες σου να 'σαι.
Αν μπορείς να ονειρεύεσαι, δίχως ωστόσο να γίνεις των ονείρων σου σκλάβος ποτέ.
Κι αν στοχάζεσαι πάντα,μα χωρίς και να κάνεις τη Σκέψη σκοπό σου.
Αν μπορείς ν' ανταμώνεις τον Θρίαμβο κ' είτε την Ήττα και να φέρνεσαι πάντα στους δυο κατεργάρους αυτούς ολοΐδια
Αν μπορείς να υποστείς μίαν αλήθεια που λες, να τη βλέπεις,διαστρεμμένη απ' αχρείους, να γίνει για βλάκες παγίδα.
Κι αν της ζωής σου το έργο, μπορείς να το βλέπεις συντρίμμια,και να σκύβεις ξανά, να το χτίζεις ξανά, με φθαρμένα εργαλεία.
Αν μπορείς να σωριάζεις μια στίβα τα κέρδη, το βιός σου,
και σε μια ζαριά να ρισκάρεις τα πάντα, μια κ' έξω,και να χάνεις,
και πάλιν ν' αρχίζεις απ' τ' άλφα,δίχως ποτέ μια κουβέντα να πεις για τα κέρδη που πάνε.
Αν μπορείς ν' αναγκάσεις τα νεύρα, τους μυς, την καρδιά σου,να δουλεύουν ακόμα για σε
κι αφού σπάσουν, κι αφού παραλύσουν,κι έτσι μπορείς να κρατήσεις ακόμα,
σα μέσα σου πια δεν υπάρχει τίποτα εξον απ' τη θέληση που τους προστάζει: «Βαστάτε!».
Αν με τα πλήθη μιλώντας, φιλάξεις την πάσα αρετή σου.
Κι αν με Ρηγάδες παρέα, δεν χάσεις το νου σου.
Κι αν ούτε εχτροί, μα ούτε φίλοι ακριβοί, να σε πλήξουν μπορούνε.
Κι αν λογαριάζεις τους πάντες, αλλά και κανέναν περίσσια.
Και αν μπορείς να διατρέχεις στο κάθε λεφτό, που αδυσώπητο φεύγει, όλο τον δρόμο που πρέπει να γίνεται μες στους εξήντα τους χτύπους,
τότε δική σου θα' ναι όλη η Γη, κι ό,τι μέσα της κλείνει,
και - τρανότερο! - τότε πια γένηκες άντρας, παιδί μου!
.
.

Σάββατο, Μαρτίου 17, 2007

Σήμερα μου ήρθαν !
Φρέσκες cartes postales
απ' το Amsterdam
.


Johannes Vermeer

1632 - 1675

.

Mauritshuis, Den Haag

.

.

Jeune fille a la perle

.

L'aube d'une vie

Texte de Gwendoline CANU

.


Dans les combles du troisième étage, j'aime ouvrir les malles de ma mère.

Ces dentelles, ce velours, ces bijoux sont tout ce qui me reste d'elle aujourd'hui. Depuis dix ans que les fièvres l'ont emportée, ses vêtements parfumés à l'aspérule attendent son retour. Je déplie lentement les écharpes colorées, les foulards, les cols blancs empesés, les manchettes chargées de dentelles, les mouchoirs brodés. Les accessoires exotiques qui montrent que ma mère a suivi la mode turque me font sourire. Comme j'aime le bleu de ce turban dont elle devait se coiffer!


L'unique fenêtre de cette pièce aux poutres noires est ouverte sur les quais. Un rayon de soleil vient enflammer les ocres et les orangés des étoffes. Les cris des enfants qui jouent et se battent dans la rue de Kethel montent jusqu'à moi, étouffés. En caressant une coiffe bleutée par l'empois, je songe à mes deux frères que mon père a envoyés au Cap de Bonne Espérance avec un groupe de fils rebelles. Jan et Cornelis étaient étudiants dans une "école illustre" de Rotterdam. Entraînés par d'autres, ils passaient la journée à boire et à jouer dans les tavernes de la ville. Quand mon père a appris leur conduite, il leur a imposé ce voyage au Cap où ils cultivent maintenant la terre de cette colonie fraîchement fondée. Que reste-t-il à mon père si ce n'est l'espoir de me marier à un riche négociant? Veuf, déçu par ses fils, il connaît en plus des revers de fortune. Héritier d'une brasserie prospère, il est aussi propriétaire de plusieurs tavernes de Delft. Mais la concurrence des grandes villes dans la fabrication de la bière est féroce et mon père est préoccupé par la situation financière de notre maison. Peut-être devra-t-il fermer la brasserie...


C'est pourquoi je vais me fiancer avec Hendrick, le fils d'un armateur. Avant de participer à la gestion de l'entreprise paternelle, il a fait de longues études à Leyde. Il a voyagé aussi, en Angleterre, je crois. Dès qu'il m'a vue, Hendrick a accepté l'union de nos noms. Il est plus âgé que moi qui suis encore mineure et il a besoin d'une femme pour s'occuper de la grande maison que son père lui a donnée. J'écoute les enfants et je pense que dans quelques années, les miens se mêleront à eux. Un petit miroir vénitien me renvoie mon image immobile. Je ressemble à ma mère. Elle non plus n'a pu choisir son mari. Peut-être mourrai-je aussi jeune qu'elle... Et le temps continuera à couler comme l'eau de la Meuse.


Pour mes noces, mon père a demandé à Johannes Vermeer de peindre mon portrait. Il a très bien connu son père qui tenait la taverne Mechelen sur la place du marché. C'est sous ces combles que l'idée m'est venue: pour la pose, je porterai le turban bleu à la mode turque, surmonté d'un foulard jaune qui retombera sur mes épaules. J'ai ouvert le coffret et sorti deux grosses perles en forme de goutte que j'ai accrochées à mes oreilles. Dans le miroir, mon reflet m'a surprise: on dirait que mon âme s'incarne dans cette perle, pure, lisse et sans désir.

Vermeer a accepté tout de suite. Il m'a parlé des boucles d'oreille qu'Isaac a envoyées à Rébecca, comme symbole de chasteté. Qu'elles me préservent du mal et éclairent ma route de leur éclat!

.

Μου φάνηκεπολύ όμορφο κείμενο,

γι αυτό το δίνω.



The kitchen maid

.

JOHANNES VERMEER

1632 - 1675

.

Rijks Museum

Amsterdam



De bedreigde zwaan

.

.

JAN ASSELYN

1610 - 1652

.

RIJKSMUSEUM AMSTERDAM

Γιατί η ζωγραφική

είναι ό, τι πιο ωραίο έχουμε,

μετά την ποίηση και

τη μουσική.



Chansons enfantines
,


Le bon roi Dagobert
1790
.


Le bon roi Dagobert,
Avait sa culotte à l'envers,
Le grand Saint Eloi lui dit :
"O mon Roi, Votre majesté
Est mal culottée"
"C'est vrai, lui dit le roi,Je vais la remettre à l'endroit"
.
Le bon roi Dagobert
Chassait dans la plaine d'Anvers
Le grand Saint Eloi lui dit :
"O mon Roi, Votre Majesté
Est bien essoufflée"
"C'est vrai, lui dit le roi,Un lapin courait après moi"
.
Le bon roi Dagobert
Voulait s'embarquer sur la mer.
Le grand Saint Eloi lui dit :
"O mon Roi, Votre majesté
Se fera noyer"
"C'est vrai, lui dit le roi, On pourra crier : le roi boit !"
.
Le bon roi Dagobert
Mangeait en glouton du dessert.
Le grand Saint Eloi lui dit :
"O mon Roi, vous êtes gourmand,
Ne mangez pas tant."
"C'est vrai, lui dit le roi,Je ne le suis pas tant que toi"
.
Le bon roi Dagobert
Avait un grand sabre de fer.
Le grand Saint Eloi lui dit :
"O mon Roi, Votre Majesté
Pourrait se blesser"
"C'est vrai, lui dit le roi, Qu'on me donne un sabre de bois"
.
Le bon roi Dagobert
Faisait des vers tout de travers
Le grand Saint Eloi lui dit :
"O mon Roi, Laissez aux oisons
Faire des chansons"
"C'est vrai, lui dit le roi, C'est toi qui les feras pour moi"
.
Le bon roi Dagobert
Craignait d'aller en enfer
Le grand Saint Eloi lui dit :
"O mon Roi, Je crois bien, ma foi
Que vous irez tout droit"
"C'est vrai, lui dit le roi, Ne veux-tu pas prier pour moi ?"
.
Quand Dagobert mourut
Le Diable aussitôt accourut.
Le grand Saint Eloi lui dit :
"O mon Roi, satan va passer
Faut vous confesser"
"Hélas ! , lui dit le roi, Ne pourrais-tu mourir pour moi ?"
.
.
{ notes:

Chanson apparue aux environs des années 1790 sur un air de chasse beaucoup plus ancien "La fanfare du grand Cerf".
Les coupletsont été écrits peu à peu, chacun rajoutant son grain de sel à la litanie facétieuse probablement destinée à Louis XVI. Pierre Larousse a relevé 24 couplets. Après une éclipse, elle revint comme chanson anti-napoléonienne)
.
.
Το τραγούδι το έμαθε η Julie παιδάκι, στις καλόγριες, στην Αίγυπτο.
Ήταν το πρώτο παιδικό τραγούδι που μου έμαθε...

Πέμπτη, Μαρτίου 15, 2007

Παράπονο...


"Πόσο

διάφανοι γίνονται

εκείνοι

που αγαπούνε ..."


"Ώσπου, ένα Μάρτη,

συνέβη κάτι εξαιρετικό. Κάτι, τόσο μα τόσο εξαιρετικό, που ακούστηκε σχεδόν σ’ όλο το γαλαξία, ανάμεσα στα εκατομμύρια , τα δισεκατομμύρια και τα τρισεκατομμύρια τ’ αστέρια.
Εκείνο το Μάρτη, το παιδί είχε τα γενέθλιά του. Ήταν λίγο ανόρεχτο και λίγο θλιμμένο. Έτσι ήταν πάντα το μήνα που είχε τα γενέθλιά του. Λίγο θλιμμένο.
Όλοι του οι φίλοι απ’ τους γύρω πλανήτες, του έγνεψαν τις ευχές τους. Η φίλη του η κόκκινη αλεπού, για να του δείξει τη στοργή της, έτριψε τη μουσούδα της πάνω στο βελουδένιο, μακρύ του πανωφόρι. Ο ήλιος, ανέτειλε για χάρη του, ένα ολόκληρο λεπτό νωρίτερα απ’ το προγραμματισμένο, κι εκείνο το ίδιο βράδυ των γενεθλίων, το φεγγάρι, ο φίλος του, ξεπρόβαλλε σα γελαστό ξανθό κεφαλάκι μωρού, πάνω απ’ τις κορφούλες του Υμηττού.
Κανονικά, το παιδί, με όλα τούτα, θα πρεπε να ταν ευτυχισμένο. Όμως, δεν ήταν.

Συλλογισμένο ήταν.
Σκεφτόταν απόψε που είχε γενέθλια, πόσο μονάχο ήταν, μέσα σ’ αυτό το απέραντο σύμπαν.
Σκεφτόταν το γαλαξία με τ’ αμέτρητα αστέρια του, και τους πλανήτες του ήλιου, όπου μπορούσε αν ήθελε να πηγαίνει και να έρχεται, χωρίς ποτέ να συναντάει κανέναν όμοιό του.
Συλλογιζόταν ακόμα, τους ωκεανούς που διέσχισε ετούτο το χειμώνα, τις γαλήνιες θάλασσες, τις έρημες ακρογιαλιές που συνάντησε, τα χιονισμένα έλατα, τις καρυδιές και τις οξιές που καμάρωσε , στις κορυφές των βουνών.
Κι είχε μια θλίψη το πρόσωπό του.
Και μιάν έγνοια…"




Πόσο διάφανοι γίνονται εκείνοι που αγαπούνε!

Κυριακή, Μαρτίου 11, 2007

Γιορτάζω απόψε

Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Χρήστος Νικολόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Στράτος Διονυσίου


Γιορτάζω απόψε μα η βροχή δεν σταματά
Κι εσύ που θα 'στελνες λουλούδια είσαι φευγάτος
Το πρόσωπό μου απ' τον καθρέφτη με κοιτά
Σάμπως να βλέπει κάποιον άγνωστο διαβάτη

Όλα τα χρόνια που σ' αγάπησα γυρνούν
Μέσα στο έρημο δωμάτιο του εργένη
Τα όσα έζησα μαζί σου με πονούν
Σαν το μαχαίρι στην καρδιά μου που δεν βγαίνει

Γιορτάζω απόψε μα εσύ δεν θα μου πεις
«Χρόνια πολλά αγαπημένη και του χρόνου»
Κλαίει η ψυχή μου με τα δάκρυα της βροχής
Πλέει η ζωή μου μες στο πέλαγος του κόσμου

Κάποιος γιορτάζει
Πρώτη εκτέλεση: Πόπη Αστεριάδη
.
Σαν να 'ταν όνειρο απόψε γέλια χαρές με ξυπνήσαν
Λες και να γιόρταζε όλη η γη
Χρόνια πολλά ακουγόταν να ζήσεις χίλια χρόνια
Καθένας έλεγε μίαν ευχή
.
Νόμιζα πως ονειρευόμουν
Ψίθυροι μοιάζαν μακρινοί
Σαν να τραγούδαγαν ποτάμια
Πουλιά και ουρανοί
.
Κάποιος γιορτάζει που να ξέρω
Που να θυμάμαι τι να πω
Κάποιος γιορτάζει κι ησυχάζει, δε με νοιάζει
Κάποιος γιορτάζει μα το βρήκα είμαι εγώ
.
.
.
Της Άρνης το νερό
Πρώτη εκτέλεση: Σταύρος Σιόλας
.
.
Της Άρνης το νερό
Της Άρνης το νερό
Της αρνησιάς...
Της αρνησιάς τη βρύση
Της Άρνης το νερό το ήπιες και...το ήπιες και μ' αρνήθης
Αχ, αγάπη μου, στα χείλη στάξε να το πιω
της Άρνης το πικρό νερό,
κι αν σε ξεχάσω, αν σ'αρνηθώκαι
πάλι εσένα άμα σε δω
κι αν σε ξεχάσω, αν σ' αρνηθώ
και πάλι εσένα θ' αγαπώ
Της λήθης το στενό
το πέρασες...το πέρασες κι εχάθης
.
.
.
.
Συννεφιασμένη Κυριακή
μοιάζεις με την καρδιά μου
που έχει πάντα συννεφιά, συννεφιά
Χριστέ και Πα- Χριστέ και Παναγιά μου
………………………………………..

συννεφιασμένη Κυριακή, Κυριακή
ματώνεις τη, ματώνεις τη καρδιά μου
Το "παράπονο" του Στέλιου
και
"τα μαύρα μάτια σου" του Αγγελόπουλου
από τα λαϊκά άσματα των ασμάτων!
Παράπονο


Καζαντζίδης Στέλιος

Μουσική/Στίχοι: Θεοδωράκης Μίκης / Χριστοδούλου Δημήτρης


Τι θέλεις απ’ τα νιάτα μου, που είναι πικραμένα
Δεν ξέρεις τι θα πει καημός, τι θέλεις από μένα
Εγώ περπάτησα γυμνός, εγώ βαδίζω μόνος
Μου ’γινε ρούχο ο σπαραγμός και σπίτι μου ο πόνος
Μου ’γινε ρούχο ο σπαραγμός και σπίτι μου ο πόνος

Δεν ξέρεις τι είναι μοναξιά, καρδιά που κλαίει στη νύχτα
κι όσα τραγούδια σου ’γραψα στην κρύα νύχτα ρίχτα

Εγώ περπάτησα γυμνός, εγώ βαδίζω μόνος
Μου ’γινε ρούχο ο σπαραγμός και σπίτι μου ο πόνος
Μου ’γινε ρούχο ο σπαραγμός και σπίτι μου ο πόνος



Τα μαύρα μάτια σου.


Αγγελόπουλος Μανώλης

Μουσική/Στίχοι: Αγγελόπουλος Μανώλης / Μπιζάνη Μάρω


Τα μαύρα μάτια σου, όταν τα βλέπω με ζαλίζουνε
και την καρδιά μου συγκλονίζουνε
όταν τα βλέπω μου θυμίζουνε
κάποια αγάπη μου παλιά

Μέσα στα μάτια σου κοιτάζω εκείνη που αγαπούσα μέχρι χτες
Εκείνη που άνοιξε στα στήθια μου πληγές
Τα μαύρα μάτια σου μ’ ανάβουν πυρκαγιές

Τα μαύρα μάτια σου, όταν τα βλέπω με ζαλίζουνε
και την καρδιά μου συγκλονίζουνε
όταν τα βλέπω μου θυμίζουνε
κάποια αγάπη μου παλιά

Μέσα στα μάτια σου κοιτάζω εκείνη που αγαπούσα μέχρι χτες
Εκείνη που άνοιξε στα στήθια μου πληγές
Τα μαύρα μάτια σου μ’ ανάβουν πυρκαγιές

Τα μαύρα μάτια σου...

Τα μαύρα μάτια σου…
Έμαθα πως είσαι μάγκας




Πρώτη εκτέλεση: Χρηστάκης
.
Έμαθα πως είσαι μάγκας
είσαι και μερακλής
πως γυρίζεις στις ταβέρνες
είσαι και μπελαλής
.
Τουρνέ και τούρνε τουρνενέ
πες το βρε μάγκα βρε μάγκα μου το ναι
.
Έμαθα πως παίζεις ζάρια
στις λέσχες πως γυρνάς
και στο σπίτι σου τα βράδια
ποτέ σου δεν πατάς
.
Τουρνέ και τούρνε τουρνενέ
πες το βρε μάγκα βρε μάγκα μου το ναι
.
.


Ανέβα στο τραπέζι μου.

Αγγελόπουλος Μανώλης

Μουσική/Στίχοι: Μπακάλης Μπάμπης / Βίρβος Κώστας


Ανέβα στο τραπέζι μου κούκλα μου γλυκιά
χόρεψε και σπάσ’ τα όλα τούτη τη βραδιά
Αμάν κουζούμ, αμάν γιαβρούμ

Πάρε το ντέφι κι ήρθα στο κέφι
μη μου χαλάς τα γούστα
Σπάσ’ το κορμί σου, έλα κουνήσου
και τίναξε τη φούστα

Φέρτε να πιω, να ξημερωθώ
πω πω πω πω πω, μια κοπέλα π’ αγαπώ
Ανέβα στο τραπέζι μου...

Αγκάλιασέ με και φίλησέ με
και ό,τι θέλει ας γίνει
Μόνο κακία και μοχθηρία
μες στη ζωή θα μείνει
Φέρτε να πιω, να ξημερωθώ
πω πω πω πω πω, μια κοπέλα π’ αγαπώ

Ανέβα στο τραπέζι μου κούκλα μου γλυκιά
χόρεψε και σπάσ’ τα όλα τούτη τη βραδιά
Αμάν κουζούμ, αμάν γιαβρούμ
.
.
Τι να σου πω
.
.
Πρώτη εκτέλεση: Φίλιππος Νικολάου
.
Στο άδειο μου πακέτο απόψε μπήκες
δεν ξέρω τι ζητάς και αν το βρήκες
αχ να 'σουνα τσιγάρο τελευταίο
γουλιά γουλιά μαζί σου να τα λέω
.
Μα τι να πω
που 'μαι στεγνός από ψιλά και από παρέα
και σ' αγαπώ
γιατί είσαι άπιαστη σαν όλα τα ωραία
Τι να σου πω
άδειο βαγόνι το μυαλό μου αραγμένο
το σ' αγαπώ
πάνω στου μπράτσου μου χαράζω την πληγή
Και δεν μπορώ
να μη σε δω ούτε να μη σε περιμένω
ούτε μπορείς ν' ακολουθήσεις
τη δική μου τη φυγή
.
Δεν ξέρω λόγια όμορφα να δίνω
κι αν τα 'θελες σε μένα μην τα ψάξεις
εδώ που είμαι άσε με να μείνω
χωρίς να προσπαθήσεις να μ' αλλάξεις
.
Μα τι να πω
στο περιθώριο που ζω φυλακισμένος
το σ' αγαπώ
μοιάζει με λέξη που τη λέει μεθυσμένος
.
Μα τι να πω
που 'μαι στεγνός από ψιλά και από παρέα
και σ' αγαπώ
γιατί είσαι άπιαστη σαν όλα τα ωραία
.
.
Είμαστε αλάνια
.
.
.
Είμαστε αλάνια,
διαλεχτά παιδιά μέσα στην πιάτσα
και δεν την τρομάζουν
οι φουρτούνες τη δική μας ράτσα
.
Τι τα θες, τι τα θες, πάντα έτσι είν'η ζωή
θα γελάς ή θα κλαις βράδυ και πρωί
.
Κάθε μας μεράκι
γίνεται τραγούδι και το λέμε
και μες στα στραπάτσα
μάθαμε ποτέ μας να μην κλαίμε
.
Τι τα θες, τι τα θες, πάντα έτσι είν' η ζωή
θα γελάς ή θα κλαις βράδυ και πρωί
.

Σάββατο, Μαρτίου 10, 2007



Ο Μαθιός Πασκάλης ανάμεσα στα τριαντάφυλλα.

.

Καπνίζω χωρίς να σταματήσω απ' το πρωί

αν σταματήσω τα τριαντάφυλλα θα μ' αγκαλιάσουν

μ' αγκάθια και με ξεφυλλισμένα πέταλα θα με πνίξουν

φυτρώνουν στραβά όλα με το ίδιο τριανταφυλλί

κοιτάζουν. περιμένουν να ιδούν κάποιον. δεν περνά κανείς.

πίσω από τον καπνό της πίπας μου τα παρακολουθώ

πάνω σ' ένα κοτσάνι βαριεστημένο χωρίς ευωδιά,

στην άλλη ζωή μιά γυναίκα μου έλεγε μπορείς ν' αγγίξεις

αυτό το χέρι

κι είναι δικό σου αυτό το τριαντάφυλλο είναι δικό σου

μπορείς να το πάρεις

τώρα ή αργότερα, όταν θελήσεις.

.

Κατεβαίνω καπνίζοντας ολοένα, τα σκαλοπάτια

τα τριαντάφυλλα κατεβαίνουν μαζί μου ερεθισμένα

κι έχουνε κάτι στο φέρσιμό τους απ' τη φωνή

στη ρίζα της κραυγής εκεί που αρχίζει

να φωνάζει ο άνθρωπος: "μάνα" ή "βοήθεια"

ή τις μικρές άσπρες φωνές του έρωτα.

.

Είναι ένας μικρός κήπος όλο τριανταφυλλιές

λίγα τετραγωνικά μέτρα που χαμηλώνουν μαζί μου

καθώς κατεβαίνω τα σκαλοπάτια, χωρίς ουρανό.

.

Ημερολόγιο Καταστρώματος, Α'

Γ. Σεφέρης

Παρασκευή, Μαρτίου 09, 2007



έλα στον ώμο μου να ονειρευτείς

.

.

δεν θέλει πολλά η γκρί...

έναν ώμο

να μπορεί με ασφάλεια ν' ακουμπήσει,

να ξεκουραστεί,

να ονειρευτεί...

.

.

Στο Παρίσι, πάνω στην Avenue de l' Opera και 100 μέτρα πριν φτάσουμε στο κτίριο της παλιάς όπερας στο δεξί μας χέρι, είχε πολύ καιρό στέκι ένας clochard οργανοπαίκτης.

Πλάϊ στην οργανέττα του, είχε κατάχαμα ένα καλάθι με δυό τέτοια ζωάκια μέσα.

Το ίδιο ακριβώς σκηνικό! Το γατί, ήσυχο, ν' ακουμπάει μ' απόλυτη ασφάλεια και να χουζουρεύει πλάϊ στο σκύλο. Αφημένο...


αχ, σεβντά μου...
.
.
έλα...
μη μου στραβομουτσουνιάζετε τις όμορφες, διανοουμενίστικες μουρίτσες σας...
από αποψινό γυναικείο party και διάθεση "κάπως" μας προέκυψε η photo, όπου συνέβη γενικό ξεσάλωμα με ωραιότατα αισθησιακά τσιφτετέλια επί της πίστας.
.
όχι!
ως γνωστόν, ειδικότης μας ο χασαποσέρβικος...
.
παρ' όλ' αυτά, όσον αφορά στο παρεξηγημένο τσιφτετελάκι, έχω να πω, ότι στην Πετραία Αραβία, στα βάθη της ερήμου και μακράν του δυτικού πολιτισμικού ταμπεραμέντου, είδα να το χορεύουν άνδρες, πρόκειται κανονικά για ανδρικό χορό, ο οποίος χορεύεται μετά μεγίστης τελετουργικής προσοχής και με τις σπάθες στη ζώνη παρακαλώ... -όχι, παίζουμε!-
.
ας εξηγήσω ακόμα, ότι απόψε, στο γυναικείο party, όπου σημειωτέον είμαστε και οικοδέσποινες, πήγαμε, ως κανονικές Σταχτοπούτες, στις 12.00 ακριβώς. Ούτε ένα λεπτό νωρίτερα. (να χαρώ εγώ οικοδέσποινες, που παν τελευταίες, μετά τους καλεσμένους...)
το θέμα, χρήζει κοινωνιολογικής μελέτης...
.
νωρίτερα, ασχοληθήκαμε με ό,τι αληθινά τραβάει η ψυχή μας:
.
Οδ. Ελύτης
Προσανατολισμοί
.
"Ω έλα μαζί να ιδρύσουμε τα όνειρα, έλα μαζί να δούμε τη γαλήνη. Δε θα ναι πιά στον έρημο ουρανό παρά η καρδιά που βρέχεται απ' την πίκρα, παρά η καρδιά που βρέχεται απ' τη γοητεία, δε θα ναι παρά η καρδιά που ανήκει στον δικό μας έρημο ουρανό.
Έλα στον ώμο μου να ονειρευτείς..."
.
τέτοια γράφουν οι ποιητές ...
έλα στον ώμο μου, να ονειρευτείς...
.
έλα στον ώμο μου να ονειρευτείς...

Τετάρτη, Μαρτίου 07, 2007


Paul Eluard
.
.
Il y a des mots qui font vivre
Et ce sont des mots innocents
Le mot chaleur le mot confiance
Amour justice et le mot liberté
Le mot enfant et le mot gentillesse
Et certains noms de fleurs et certains noms de fruits
Le mot courage et le mot découvrir
Et le mot frère et le mot camarade
Et certains noms de pays de villages
Et certains noms de femmes et d'amis.
.
.
.
.
Μικρό κομμάτι από μυθιστόρημα

Εκείνη, δεν είναι ήσυχος άνθρωπος. Ποτέ δεν ήταν.
Τα διαβάσματα από παιδί, είναι ίσως που την ξεσήκωναν...
Ο Καζαντζάκης, οι Γραφές, οι ποιητές.
Ούτε φαντάζεται κανείς, πόσο μπορούν να ξεσηκώσουν ένα ήσυχο παιδί οι ποιητές…
Αντάρτη μπορούν να το κάνουν…
Οι ψαλμοί, ο Ιώβ, το άσμα ασμάτων, η Αντιγόνη, η Αντιγόνη, η Αντιγόνη, η Αντιγόνη…
Η Αντιγόνη με το μοναχικό της θάρρος.
Κολλάς εκεί για μια ζωή…
Και στο μοναχικό
Και στο θάρρος...

Χρόνια παιδιάτικα,
γραμμένο στο προσκέφαλό της :
«πατρός τε και μητρός τε
και των άλλων προγόνων
απάντων τιμιότερον εστί η πατρίς
και σεμνότερον και αγιότερον…»
ώσπου, τον στίχο τον κατέκτησε.
Πέρασε μέσα της και την κατέκτησε κι αυτός.
Αυτή είναι η σειρά.

Κατόπιν,
την παίδεψε πολύ η Ακρόπολη.
Την Ακρόπολη, την έβλεπε πλάϊ της τους χειμώνες, μες στο παράθυρό της.
Ούτε φαντάζεται κανείς, πόσο μπορεί να ξεσηκώσει ένα ήσυχο παιδί η Ακρόπολη…
Η ελληνική, λιτή γραμμή. Η λευκή.
Φουρτούνα μπορεί να κάνει την ψυχή του…

Κάθε καλοκαίρι πάλι, ερωτευόταν τον Υμηττό.
Ίσως κι αυτός την ερωτεύονταν κάποτε…
Ο Υμηττός, με τα μωβ, μυρωδάτα θυμάρια, τις αλεπότρυπες, τη μυρωδιά απ’ τις ξερές πευκοβελόνες και τους σκατζόχοιρους.
Ο Υμηττός την έφτιαξε βουνίσια. Χωριάτικες βουνοκορφές, τραχιές, ολοένα που υψώνονται μέσα της. Δύσβατα…

Και πέρασε παιδί, γερά μυστικά μονοπάτια. Ψαξίματα εσωτερικά, όπου κανείς δεν είχε πρόσβαση. Απολύτως κανείς.
Μικρό κορίτσι, ήθελε να πάει στην Αφρική, να δουλέψει κοντά στον Ραούλ Φολλερώ.
Θαύμαζε πάντα τον Δον Κιχώτη, μα σίγουρα, εμπιστεύονταν περσότερο τον Σάντσο.
Πάταγε πάντα σταθερά στα δυό ποδάρια της.

Πατάει πάντα σταθερά.
Πιο σταθερά, δε γίνεται.
.
.
.
.
.
Μου επιτρέπετε
να σας μεταφράσω το ποίημα
του Eluard?
.
.
.
Υπάρχουν λέξεις που σε κάνουν να ζεις
Λέξεις αγνές
Η λέξη ζεστασιά, η λέξη εμπιστοσύνη,
Αγάπη, δικαιοσύνη και η λέξη ελευθερία
Η λέξη παιδί και η λέξη καλοσύνη
Και κάποια ονόματα από λουλούδια
Και κάποια ονόματα από φρούτα
Η λέξη κουράγιο, η λέξη ανακαλύπτω
Και η λέξη αδερφός και η λέξη σύντροφος
Και κάποια ονόματα από τόπους κι από χωριά
Και κάποια γυναικεία ονόματα κι ονόματα φίλων.


Εφευρέθηκε !

Σαν σήμερα,το 1876!

Alexander G. Bell lässt sich das Telefon patentieren

En 1876
.
l'Américain Alexander Graham Bell
déposa le brevet de son téléphone
dont voici le premier prototype.

Τρίτη, Μαρτίου 06, 2007





AVE MARIA,

gratia plena,
Dominus tecum
Benedicta tu in mulieribus
Et benedictus fructus ventris tui, Jesus.

Sancta Maria, Mater Dei…

Signature
A.K.

Είπα «θα φύγω ! τ΄αποφάσισα, θα φύγω!».

Ετοίμασα μια τσάντα χειρός. Καφέ τσάντα.
Έβαλα μέσα το στυλό της πένας. Δυό μολύβια. Μια γόμα. Ξύστρα.
Το μπλόκ απ’ το μουσείο,
εκείνο που έχει φόντο στις σελίδες του τις παραστάσεις της Θήρας.
Το κόκκινο πορτοφόλι, με λίγα πάντα λεφτά,
και τις πολύτιμες δαφνούλες στο τσεπάκι.
Το τσεπάκι με το φερμουάρ, όπου ασφαλίζω τους θησαυρούς...
Να θυμηθώ, τι άλλο πήρα.
Α, ναι, το «κινητό».
Technologie mobile.
Βεβαίως, στην περίπτωσή μας tout a fait immobile…
Το carnet με τα ραντεβού, μιάς και δεν έχω πιά μυαλό, που να θυμάται τα επουσιώδη από μόνο του.
Ένα απαλό κραγιόν για τα χείλια.
Ας είπες εσύ «μονάχα το εσωτερικό, μας ενδιαφέρει».
Δεν ξεγελιέμαι πιά, με όσα λες.
Ξέρω, πως στις σουμπρέτες σου μιλάς αλλιώς.
Πεισματάρικο κραγιόν λοιπόν κι εγώ.
Μια αρμαθιά κλειδιά του σπιτιού
Και τα κλειδιά του γραφείου.

Δουκίσσης Πλακεντίας.
Metro. Σύνταγμα.
Αλλαγή metro. Πανεπιστήμιο.
Ανέβηκα τον πεζόδρομο. Ακαδημίας.
Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Μη φοβηθείς.
Καμμία σχέση με δανεικά. Και με δάνεια.
Δεν δανείζω.
Παιδιακή μου συνήθεια.
Βίωμα πιά.
Δεν δείνω δανεικά,
Σημαίνει
Δεν ζητάω πίσω.
Η επίσκεψη είχε να κάνει με το «παρακαταθηκών»
Από θήκευσα
Παρά τινος
Και κατ έθεσα

Κατέθεσα

Κατόπιν
Βάδισα ηλιόλουστα μες το πλακόστρωτο.
Metro. Σύνταγμα
Αλλαγή metro. Δουκίσσης Πλακεντίας
Επέστρεψα.

Είπα «θα φύγω» !
Τόσο ήταν το φευγιό.
Πού νόμιζες θα πήγαινα;

Δευτέρα, Μαρτίου 05, 2007


Τα Εγγλεζάκια στην Κύπρο
.
.
3 Μαρτίου 1957
.
ο 28χρονος αγωνιστής
Γρηγόρης Αυξεντίου
σκοτώνεται στην Κύπρο, από τον Αγγλικό στρατό κατοχής
.

Γρηγόρης Αυξεντίου

Μια από τις λαμπρότερες μορφές του απελευθερωτικού αγώνα του 55-59.
Γεννήθηκε στη Λύση της Αμμοχώστου το 1928. Τελειώνοντας τις Γυμνασιακές του σπουδές το 1948, πήγε στην Ελλάδα όπου και κατατάχθηκε στον Ελληνικό Στρατό. Υπηρέτησε εκεί μέχρι το 1952 με το βαθμό του έφεδρου ανθυπολοχαγού.
Μετά την απόλυση του από τις τάξεις του Ελληνικού Στρατού ήρθε στην Κύπρο και βοήθησε τον πατέρα του στις ασχολίες του κάνοντας τον οδηγό. Εκείνη την περίοδο αρραβωνιάζεται. Εντάχθηκε στην ΕΟΚΑ και έγινε υπαρχηγός του Διγενή . Είχε το ψευδώνυμο Ζήδρος και υπήρξε ο πρώτος καταζητούμενος από τους `Αγγλους, οι οποίοι τον επικήρυξαν με το ποσό των 5.000 λιρών επειδή ανατίναξε αγγλικές περιούσιες.
Μετά την επικήρυξη του καταφεύγει στα βουνά του Πενταδάκτυλου. Εκεί μαθαίνει στους αγωνιστές τη χρήση των όπλων, καθώς και τεχνικές ανταρτοπόλεμου. Η δράση του ήταν πλούσια τόσο στον Πενταδάκτυλο όσο και στο Τρόοδος όπου κατέφυγε αργότερα.

Όταν ξημέρωσε η 3η Μαρτίου :

«Ξημερώνει Κυριακή, 3 Μαρτίου 1957. Η συμφορά αλλά και η δόξα.
Ο αλογιάτης του μοναστηρίου Πέτρος, άνθρωπος αγράμματος, ύστερα από βασανιστήρια οδηγεί τους `Αγγλους στο κρησφύγετο. Οι `Αγγλοι καλούν τους αντάρτες ονομαστικά να βγουν έξω. Ο Αυξεντίου διέταξε τους συντρόφους του να εξέλθουν από το κρησφύγετο.
Εγώ - τους είπε - θα πολεμήσω και θα πεθάνω. Πρέπει να πεθάνω. Επανέλαβε το πρέπει να πεθάνω τέσσερις φορές και κάθε φορά που το επαναλάμβανε φωτιζόταν το πρόσωπο του περισσότερο από μια λάμψη υπερκόσμια και ακτινοβόλα.
Οι `Αγγλοι ουρλιάζουν και καλούν τον Αυξεντίου να βγει έξω. Ο `Αγγλος δεκανέας Μαράιν πήγε στην είσοδο και τον κάλεσε να παραδοθεί. Μα ριπή ακούστηκε και ο `Αγγλος σωριάστηκε κάτω. `Ενας `Αγγλος αξιωματικός έρριψε μια χειροβομβίδα στο κρησφύγετο που εξερράγηκε χωρίς αποτέλεσμα. Συνεχίζουν να καλούν τον Αυξεντίου να βγει. `Ενας από τους συντρόφους του, ο Αυγουστής Ευσταθίου, στράφηκε στους `Αγγλους και τους είπε:
Αφού τον σκοτώσατε τι φωνάζετε. Τότε ένας `Αγγλος τον σπρώχνει στο κρησφύγετο να βγάλει το νεκρό Αυξεντίου. Ο Αυγουστής σύρεται στο κρυσφήγετο, μπαίνει μέσα και φωνάζει στα αγγλικά: Come on, we are two now. Ελάτε, τώρα είμαστε δυο.
`Αρχισε η μάχη με διακοπές. Δυο σφοδρότατες επιθέσεις με καταιγιστικά πυρά των όπλων που διέθεταν αποκρούστηκαν. Η άμυνα ήταν αποτελεσματική. Οι δυο μαχητές προετοιμάζονταν να πραγματοποιήσουν έξοδο. Ρίχνουν τη μοναδική καπνογόνο χειροβομβίδα και με τη κάλυψη του Αυγουστή, που θα προπορευόταν να γίνει η έξοδος. Η καπνογόνος βόμβα γέμισε το γύρο χώρο πυκνό καπνό, αλλά το αυτόματο του Αυγουστή δεν λειτούργησε και τα αποτελέσματα της βόμβας διαλύθηκαν. Ακολούθησαν οκτώ ολόκληρες ώρες μάχη. Οι `Αγγλοι λυσσασμένοι από την ανέλπιστη αντίσταση των ηρωικών παλικαριών και βιαζόμενοι να τελειώσουν πριν από τη νύκτα αποφάσισαν να τους κάψουν ζωντανούς. Περιέλουσαν το κρησφύγετο με βενζίνη.

Ο Αυγουστής διηγείται:
`Ενα υγρό άρχισε να κατακλύζει το κρησφύγετο, γρήγορα δε η μυρωδιά της βενζίνης μας αποκάλυψε τις τελευταίες τραγικές στιγμές της ζωής μας. Είναι βενζίνα Μάστρε μου, του είπα. Θα μας κάψουν ζωντανούς. Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση μου και τρεις εμπρηστικές βόμβες μετέβαλαν το κρησφύγετο σε φλεγόμενο καμίνι. Βρισκόμουν στην είσοδο του κρησφύγετου γονατιστός. Οι φλόγες κάλυψαν τα μαλλιά μου και το δεξί μέρος του προσώπου μου. Ο μάστρος βρισκόταν στο βάθος του κρησφύγετου, ανάμεσα στις φλόγες που τον είχαν ζωσμένο από παντού. Στην απελπιστική εκείνη στιγμή η όψη του ήταν ήρεμη και γαλήνια, χωρίς να υποστεί καμία κάμψη. Με το ίδιο ατάραχο και αποφασιστικό ύψος και με πολλή στοργή και αγάπη, μόλις τον κοίταξα τρομαγμένος άκουσα από το στόμα του τα τελευταία λόγια που δεν ήταν άλλα από την τόσο αγαπημένη από μένα φράση, που πάντοτε υπήρξε για μένα κουράγιο και έμπνευση.
"Μη φοβάσαι Ματρόζο, μη φοβάσαι".
Μέσα σ' εκείνη την κόλαση φωτιάς ο Ευσταθίου γλίστρησε αθέατος λίγα μέτρα πιο κάτω. Ανακαλύπτεται από τους `Αγγλους του ζητούν επίμονα τον Αυξεντίου. Που είναι ο Αυξεντίου;
- `Εκρουσε εκεί μέσα τους απάντησα και έδειξα το κρησφύγετο.
- Είσαι ψεύτης, τονίζει θυμωμένα ο `Αγγλος αξιωματικός.
Διατάζει δε τον Αυγουστή να βγάλει έξω το νεκρό Αυξεντίου και απειλεί με θάνατο. Εισέρχεται ο Αυγουστής στο κρησφύγετο. Αφηγείται ο ίδιος:
Ο θρυλικός Γρηγόρης Αυξεντίου, ο αγαπημένος μας Μάστρος ήταν νεκρός ξαπλωμένος ανάσκελα. Το αριστερό του χέρι ήταν υψωμένο και από τη μέση και πάνω έιχε γίνει κάρβουνο. Το άλλο σώμα καιγόταν. `Ηταν τόσο ζεστό που κάηκα μόλις τον άγγιξα. Οι στρατιώτες μου φώναζαν να τον σύρω έξω. Δεν με πίστευαν όταν τους έλεγα πως είναι νεκρός.
Ηταν αδύνατο να παραδεχτούν πως πέθανε. Για να πεισθούν πως είναι νεκρός αφαιρέσανε μια μεγάλη πέτρα από το στόμιο του κρησφύγετου οπότε φάνηκε ο Αυξεντίου νεκρός.

Ωρα 2 μ.μ. της 3ης Μαρτίου 1957. `Ετσι έφυγε ο ήρωας Αυξεντίου. Το καρβουνιασμένο του σώμα τάφηκε στις 4 Μαρτίου στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας».
.
Τα φυλακισμένα μνήματα...
Γρηγόρης Αυξεντίου
Ευαγόρας Παλληκαρίδης.
Την πρώτη φορά, πήρα δάφνη από κοντά σας.
Τη δεύτερη φορά, ξαναπήρα.
Κουβαλάω πάντα αυτά τα φύλλα στο πορτοφόλι μου,
στη μικρή θήκη με το φερμουάρ.
Και στο κινητό,
κουβαλάω φωτογραφία
το συρματόπλεγμα στον τοίχο
και μικρό βίντεο
με τ' αντρίκια σας ονόματα
και τον έρημο τόπο.
.
ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΝΩ!

Κυριακή, Μαρτίου 04, 2007

Signature
A.K.

Έκλειψη

-της ψυχής της Σελήνης-


Σάββατο βράδυ, του Μάρτη τρείς,
και έτη δύο χιλιάδες επτά, μετά τη γέννησή σου, Χριστέ .
Έντεκα η ώρα, παρά δέκα, μετρώντας τον χρόνο συμβατικά.
Στο μπαλκόνι της Άννας.
Το όνομα, που δεν κατάφερα να μισήσω, γιατί τ’ αγάπησα τόσο...
Άννα, στέκομαι στην ακρούλα κι έχω μπροστά, το παιδικό μου βουνό.
Σκοτεινιά. Πλάϊ μου ο όγκος του. Αν απλώσω το χέρι, ίσως και να τ’ αγγίξω.
Α, όχι, δε φοβάμαι τα σκοτάδια του. Μονάχα τα σκοτεινά σπίτια με τρομάζουν. Όχι το σκοτεινό βουνό. Είναι κομμάτι μου. Μέρος απ’ τις πατούσες, απ’ τα γόνατα, απ’ τα μάτια μου κι απ’ τις γρατζουνιές των παιδικών μου χρόνων στα ξερόκλαδά του. Μέρος απ’ το μυαλό κι απ’ την ψυχή που άλωσες , είν’ ετούτο το βουνό.
Στέκομαι στο μπαλκόνι της Άννας και κοιτάω το φεγγάρι.
Ακόμα ολόκληρο.
Φωτεινό και πικρό. Σταματημένο μια μέρα ολόκληρη , στο δρομάκι με τον αριθμό πέντε.
Θα ταν κι αυτό, άλλη μια illusion, άλλο ένα απ’ αυτά, που κυνικά , θα λέγαμε «παιχνίδι φαντασίας».
Λάθος κατάλαβα. Ο αριθμός πέντε να μ’ αποκαρδιώνει, κι όλα ένα παιχνίδι φαντασίας.
Λάθος κατάλαβα. Ίσως και να μαι ένα λάθος ολόκληρη.
.


Σάββατο βράδυ, του Μάρτη τρείς,
και έτη δύο χιλιάδες επτά, μετά τη γέννησή σου, Χριστέ .
Έντεκα η ώρα και μισή, μετρώντας τον χρόνο συμβατικά..
Στο μπαλκόνι της Άννας.
Η νοτιοδυτική πλευρά του φεγγαριού απέκτησε μια μικρούλα σκιά.
Άρχισε το φαινόμενο της έκλειψης να γίνεται αντιληπτό δια γυμνού οφθαλμού.
Δεν ξέρω αλήθεια γιατί με γοητεύει, το φως που σκιάζεται…
Σε ανάστροφη πορεία βρίσκομαι. Ανακλαδίζομαι προς τα μέσα. Ερμιά.
Άννα, εσύ νίκησες.
Βλέπω το φως που σκιάζεται. Διακρίνω στα σκοτεινά, την αλήθεια γύρω.
Άννα, εσύ νίκησες.
Κάνει κρύο στο μπαλκόνι. Και στο σκοτεινιασμένο δρομάκι. Και στον παρατημένο αριθμό, πέντε.
Κρυώνω.
.


Σάββατο βράδυ, του Μάρτη τρείς,
και έτη δύο χιλιάδες επτά, μετά τη γέννησή σου, Χριστέ .
Μεσάνυχτα, πάντα συμβατικά.
Στο μπαλκόνι της Άννας.
Μισή η σελήνη.
Κι όμως, πίσω απ’ τη σκιά, αυτή υπάρχει ολόκληρη. Με πέτρες και χώμα.
Ώστε, πρόκειται λοιπόν, στ’ αλήθεια, για illusion…
Απατηλό φαινόμενο.
Απατηλά λόγια. Απατηλοί ψίθυροι. Απατηλά δάκρυα. Ζωή απατηλή.
Σαν εκείνο το παραμύθι. Που μύριζε φρέσκο μελάνι, χαρτί και δάκρυα. Που έφτυνε αίμα και τρέλα. Κι εσύ, αν το διάβασες, δεν το πίστεψες, κι αν το πίστεψες, σου ήταν αδιάφορο, ξένο. Το παραμύθι ενός ξένου.
Η σελήνη είναι ήδη μισή. Και κάνει κρύο στο μπαλκόνι.
Μυαλό μου, τι φωτιές άναψες για να ζεσταθείς, ψυχή μου, πώς κάηκες στις φλόγες τους…
.


Κυριακή ξημέρωμα, του Μάρτη τέσσερις,
και έτη δύο χιλιάδες επτά, μετά τη γέννησή σου, Χριστέ .
Μεσάνυχτα και μισή, μετρώντας τον χρόνο συμβατικά, πάντα.
Στο μπαλκόνι της Άννας.
Μια ζουμερή, κίτρινη φέτα πεπονιού το φεγγαράκι. Λαμπρή όμως φέτα.
Τι κρίμα, που δεν είσ’ εδώ να την καμαρώσεις. Τι κρίμα, να βλέπεις χώρια τις ομορφιές τούτου του κόσμου… ή ίσως δεν τις βλέπεις και καθόλου… ή ίσως, να μιλάς γι αυτές, κουβεντιάζοντας πάντα μαζί της…
Θα φύγω.
Θα φύγω, τ’ αποφάσισα, κοιτάζοντας μόνη, ετούτη την κίτρινη φέτα πεπόνι.
Γιατί, τι αξία έχει το φως, το βουνό, το σκοτάδι, η νύχτα, κι ετούτη η έκλειψη, αν δεν μπορούμε να τα δούμε, από ένα μικρούλι μπαλκόνι;
.


Κυριακή ξημέρωμα, του Μάρτη τέσσερις,
και έτη δύο χιλιάδες επτά, μετά τη γέννησή σου, Χριστέ .
Μία το ξημέρωμα, μετρώντας τον χρόνο συμβατικά, πάντα.
Στο μπαλκόνι της Άννας.
Δεν υπάρχει πιά φεγγάρι.
Δεν βλέπω πια φεγγάρι, μ’ ακούς;
Άκουσες άραγε ποτέ;
Ή όλα μια αυταπάτη; Ο έρωτας στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, του φεγγαριού που είναι καμωμένο από πέτρες και χώμα κι ουράνια σκόνη. Πιο γήινο απ’ τη Γη… Το φεγγάρι.
Θυμάμαι μια φορά, τα λόγια
«πιο πολύ από το αν με πίστευες λιγάκι, θα σαν όλα αληθινά, εγώ έχω να πω, δίχως τη δική σου αγάπη γρήγορα περνά ο καιρός…»
Άννα, καλή μου, για σένα ...
Κι η αγάπη παρκαρισμένη στο δρομάκι, μια ολόκληρη μέρα, στον αριθμό πέντε, μιά ολόκληρη, τεράστια στιγμή, μιά ολόκληρη, μικρούλα ζωή, – παιχνίδια που παίζει η επιθυμία, η ανάγκη, το μυαλό -…
Κι η νύχτα, δίχως φεγγάρι, σε ολική έκλειψη.